Καλώς τηνα, μα τώρα να της πούμε πως την πεθυμήσαμε, θα την γελάσουμε και δεν κάνει. Έτσι κι αλλιώς εδώ ήταν, ώρες-ώρες ο ψευδεπίγραφος χειμώνας που ζήσαμε μόνο εκείνην θύμιζε, τα δικά της σουσούμια έκλεβε, τα δικά της καμώματα ξεσήκωνε. Ένα ψοφόκρυο το βράδυ, ένα άλλο να το συναγωνίζεται το πρωί, μεσημέρι καλοκαιράκι, νερό σταγόνα, στέρεψε το σύμπαν, καπάκι και η σκόνη, τσιμέντο κόντεψαν να πιάσουν τα πνεμόνια μας!
Ανατροπή σκηνικού. Τα νεύρα μας κρόσσια. Ε, λες να είναι άσχετη η τρέλα που κυκλοφορεί και οπλοφορεί με τον δικό της τρόπο στους δρόμους; Στην τσίτα όλοι, έτοιμοι να δαγκώσουμε ο ένας τον άλλο. Οι αστρολόγες να λένε για Κρόνους, Ουρανούς, ανάδρομους Ερμήδες κι απάνω που οι διάφορες αναποδιές κι ατυχίες παίζουν πινγκ-πονγκ κάποια στιγμή ρίχνεις μια ματιά και τη βλέπεις ολόρθη μέσα σ’ αυτήν την ανασφάλεια να σου στέλνει το μήνυμα: «Να ’μαι κι ήρθα».
Πρώτη η βιαστικούλα η αμυγδαλιά, ξωπίσω της μηλιές, ροδακινιές, συκιές που πετάνε τρυφερά πράσινα φυλλαράκια στα ξερά γκρίζα κλαδιά τους, ανθισμένη η πλάση, λουλούδια στις γλάστρες και στους κήπους, γεμάτοι οι κάμποι παπαρούνες, τα χελιδόνια στ’ ασπρόμαυρα κουστούμια τους σπαθίζουν το γαλάζιο τ’ ουρανού.
Ξαναγεννιέται η ζωή. Μαγεμένοι οι αρχαίοι από το θαύμα έπλασαν τον μύθο της Περσεφόνης που την ψάχνει απελπισμένη η μάνα της, η θεά της βλάστησης, η Δήμητρα (τα δημητριακά το δικό της όνομα έχουν). Ο Πλούτων, ο σκοτεινός άρπαγας θεός του Άδη, την ορέκτηκε την Περσεφόνη για βασίλισσα του Κάτω Κόσμου, αλλά ο μεγαλόψυχος Δίας (γνωστός και ως τσαλαβούτης) την επιστρέφει στη μάνα για έξι μήνες τον χρόνο σαν θρίαμβο της ζωής.
Και να ’σου οι ερευνητές της ψυχής, μύστες και μυημένοι στα μυστήριά της, επινοούν τον μύθο των Ελευσινίων μυστηρίων. Λένε: Όπως η φύση-Περσεφόνη βουλιάζει στο σκοτάδι δεμένη με τα δεσμά του θανάτου, έτσι και η ψυχή-Περσεφόνη ξεπετιέται μεσ’ στο φως και τη χαρά της ζωής, σε αναγέννηση πνευματική όμοια και ομόκυκλη. Το θαύμα της φύσης που ξεπετιέται ολοζώντανη μέσα από κρυφούς χυμούς δημιουργίας γίνεται και θαύμα της ψυχής. Φτάνει να βρίσκει ο άνθρωπος τη δύναμη να παλεύει, ν’ ανασταίνει την ελπίδα για το θαύμα στην καρδιά του.
Κι όσοι πέρασαν δύσκολα, ξέρουν πόση δύναμη στ’ αλήθεια χρειάζεται για να την ψάξεις και αν καταφέρεις να τη βρεις. Δεν έχουμε τίποτα άλλο παρά την ψυχούλα που αυτή μας κουμαντάρει, κι ας έχουμε τον νου μας: Θέλει και δουλειά και τρόπο και κόπο για ν’ ανθίσουν οι χυμοί που φωλιάζουν μέσα μας. Ζόρικα, βαρέα κι ανθυγιεινά τα γύρω μας; Τη δουλειά μας εμείς. Γιατί, πολύ θαρρείς θέλει ο άνθρωπος να βυθιστεί στα σκοτάδια και το έρεβος του Κάτω Κόσμου της απελπισίας; Μπα, ούτε μια τρίχα. Κι από εκεί δεν υπάρχει επιστροφή, ούτε Δίας μεγαλόψυχος να μας σώσει. Ό,τι είναι να γίνει από μας θα γίνει. Τον νου μας! Τον νου μας στην ψυχούλα!