Αναλύσεις

Δεν υπάρχει νομικό πρόβλημα με τη βουλευτική έδρα στη Λεμεσό

Η ενδεδειγμένη λύση δεν είναι η τροποποίηση του Συντάγματος ή η ψήφιση νέου Νόμου και ο Έφορος Εκλογής θα πρέπει να εφαρμόσει την ισχύουσα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, Νομοθεσία και την απόφαση του Εκλογοδικείου με πραγματικό υπόβαθρο το πώς ψήφισε ο λαός. Δεν υφίσταται, δηλαδή, κενό που να καθιστά αναγκαία τη διενέργεια οποιασδήποτε τροποποίησης ή ψήφισης νέου Νόμου
Το ζήτημα της κενωθείσας Βουλευτικής Έδρας στη Λεμεσό ταλανίζει εδώ και καιρό τους πολιτικούς και νομικούς κύκλους και γενικότερα την κυπριακή κοινωνία.
Ο Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε την άποψη ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, υπό την ιδιότητά του ως Εκλογοδικείο, «λανθασμένα» έχει προεκτείνει την απόφασή του πέραν του ζητουμένου και θεώρησε την εκλογική διαδικασία άκυρη εξ υπαρχής αναφορικά με το Κίνημα Αλληλεγγύη, αναφορικά με το συγκεκριμένο στάδιο της εκλογικής διαδικασίας εις την Επαρχία Λεμεσού, το οποίο δεν ήτο το αντικείμενο της Αίτησης ενώπιόν του.
Ενώπιον του Δικαστηρίου, είπε, ετίθεντο μόνον οι επιπτώσεις από τη μη κατάληψη της έδρας από την κ. Θεοχάρους υπό τις συνθήκες που αυτό έλαβεν χώραν (και κατά προέκταση την ύπαρξη κενού στο Νόμο) και όχι ο τρόπος που διενεργήθηκε το σύστημα κατανομής των βουλευτικών εδρών με βάση πρόνοια του Νόμου που δεν κρίθηκε αντισυνταγματική.
Το αποτέλεσμα του «λάθους» ήτο να θεωρήσει το Εκλογοδικείο ότι η βουλευτική έδρα δεν κατανεμήθηκε νόμιμα στην Αλληλεγγύη. Αυτό αναφέρεται ρητά στις σελίδες 10-11 της απόφασης του Εκλογοδικείου («...η έδρα ουδέποτε περιήλθε νόμιμα και στο Κίνημα Αλληλεγγύη...»).
Όμως, αυτή είναι η απόφαση του Δικαστηρίου και η λύση οφείλει να εξευρεθεί με βάση
αυτήν και βέβαια το υφιστάμενο νομικό υπόβαθρο που είναι ο Εκλογικός Νόμος, ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ο οποίος δεν κρίθηκε αντισυνταγματικός.
Ο Γενικός Εισαγγελέας προτείνει την τροποποίηση του Συντάγματος ως την πλέον δόκιμη λύση. Έχω την άποψη ότι αυτό είναι μη επιθυμητό, τόσο για πολιτικούς όσο και για νομικούς λόγους.
Διά πολιτικούς λόγους, διότι το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος Νόμος του Κράτους (το θεμέλιο της ύπαρξής του, κάτι το οποίο εις τα δοσμένα δεδομένα της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει ιδιαίτερη σημασία). Οφείλει να διενεργείται με φειδώ και δη στις περιπτώσεις που επιβάλλεται και που καταλήγουν προς όφελος του Κράτους (όπως π.χ. στις περιπτώσεις που συνδέονταν με την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση). Οι δέκα μέχρι σήμερα τροποποιήσεις του Συντάγματος δεν είναι ό,τι το καλύτερο.
Διά νομικούς λόγους, διότι και πάλι δυνατόν να εγερθεί ζήτημα αναδρομικότητας, το οποίο ενδεχόμενα να κριθεί νομικά ενώπιον Δικαστηρίων εκτός Κύπρου (π.χ. το ΕΔΑΔ), αφού στην Κύπρο, δεδομένου ότι θα είναι το ίδιο το Σύνταγμα το οποίο θα τροποποιηθεί αναδρομικά, ενδεχομένως να μη δύναται να εγερθεί το επιχείρημα της αντισυνταγματικότητας του νέου Νόμου που θα ψηφισθεί κατ’ ακολουθίαν της τροποποίησης του Συντάγματος. Όμως, επειδή θα επηρεαστούν ατομικά δικαιώματα, η προσφυγή στο ΕΔΑΔ είναι πιθανό ενδεχόμενο, εάν το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίψει δικαστικό αίτημα από τυχόν επηρεαζόμενο πρόσωπο.
Επί του πρακτέου και δεδομένης της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο αποφάσισε, ως προανάφερα (το ενδεχόμενο «λανθασμένο» έχει μόνο ακαδημαϊκή σημασία), ότι δηλαδή η ακυρότητα επηρεάζει και την κατανομή της βουλευτικής έδρας στο Κίνημα Αλληλεγγύη, έχω τη γνώμη ότι η ενδεδειγμένη λύση είναι να ισχύσει η βούληση του εκλογικού Σώματος. Το Εκλογοδικείο αναφέρει το στοιχείο αυτό ως διάσπαρτο στο Σύνταγμα. Κατ' ακολουθίαν, να εφαρμοσθεί ο Εκλογικός Νόμος σύμφωνα με τους αριθμούς των ψήφων που έλαβαν τα Κόμματα με βάση τον Εκλογικό Νόμο που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο.


Κατ’ αυτόν τον τρόπο εφαρμόζεται η απόφαση του Εκλογοδικείου, το οποίο πιθανότατα αυτό εννοούσε όταν αποφάσισε ότι είναι άκυρη και η κατανομή της βουλευτικής έδρας και στην Αλληλεγγύη, δεδομένης της μη ανάληψής της από την κ. Θεοχάρους. Επέκτεινε, δηλαδή, την ενέργεια ή παράλειψη της κ. Θεοχάρους να δώσει τη νενομισμένη διαβεβαίωση, όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στο Κόμμα. Αν λάβει, δε, υπ’ όψιν κάποιος το γεγονός ότι με το αναλογικό σύστημα οι ψήφοι ανήκουν στα Κόμματα και όχι στα πρόσωπα, αυτό είναι ενδεχομένως ορθό.
Κατ’ επέκτασιν, η ενδεδειγμένη λύση δεν είναι η τροποποίηση του Συντάγματος ή η ψήφιση νέου Νόμου και ο Έφορος Εκλογής θα πρέπει να εφαρμόσει την ισχύουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο Νομοθεσία και την απόφαση του Εκλογοδικείου με πραγματικό υπόβαθρο το πώς ψήφισε ο λαός. Δεν υφίσταται, δηλαδή, κενό που να καθιστά αναγκαία τη διενέργεια οποιασδήποτε τροποποίησης ή ψήφισης νέου Νόμου.
ΚΡΙΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ
Δικηγόρος