Μετά την απόφαση του εκλογοδικείου για την ακύρωση του τρόπου κατανομής της 56ης έδρας και του σχετικού νόμου, τα ΜΜΕ δημοσίευσαν αρκετές προτάσεις, χωρίς όμως να λυθεί το πρόβλημα. Κυρίαρχη θέση που δημοσιεύεται / λέγεται είναι μια πολύ γνώριμη λέξη: ΑΔΙΕΞΟΔΟ. Δηλαδή, δεχθήκαμε ότι δεν είμαστε άξιοι να εφαρμόσουμε κάτι που μπορεί με συνεννόηση και γνώση να λυθεί, έστω και αν αυτό αναφέρεται και επηρεάζει την ζωή μας. Πόσο χρόνο η Βουλή μας θα λειτουργεί με έναν βουλευτή λιγότερο και τι επιπτώσεις αυτό θα έχει, θα εξαρτηθεί κυρίως από τον χρόνο που θα χρειασθεί να λυθεί το πρόβλημα και τις αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων.
Προβληματισμό προκάλεσε η αδυναμία των κοινοβουλευτικών κομμάτων να βρουν κοινή βάση. Μεγαλύτερο προβληματισμό προκάλεσαν κάποιες δηλώσεις βουλευτών. Σκοπός δεν είναι να βρεθεί μια λύση για να δικαιωθεί ο Α’ ή ο Β’ βουλευτής. Αλλά, με τη λύση, να γίνεται σεβαστή η λαϊκή κυριαρχία, να επιβάλλεται η σταθερότητα και να λαμβάνονται υπ’ όψιν οι σχετικές εξελίξεις.
Δεν μπορούμε, για παράδειγμα, να ξεχνούμε ότι έχουμε ένα δοτό σύνταγμα, μια εισβολή και κατοχή, την ανταρσία μιας από τις δύο κοινότητες που αναγνωρίζει αυτό το δοτό σύνταγμα και την άρνησή της να συνεργασθεί, καθώς και την ιδιότητά μας ως μέλους της ΕΕ. Με βάση αυτά τα δεδομένα φαίνεται ότι η καλύτερη, κατά την άποψή μου, λύση είναι η τροποποίηση του συντάγματος.
Χωρίς να μηδενίζουμε το παρελθόν, δεν πρέπει να το θεωρούμε ως καθοδηγητικό φάρο, διότι άλλα ήταν τα δεδομένα και οι συνθήκες τότε. Δεν είναι μόνον η πολύ στενή πλειοψηφία του δικαστηρίου με την οποία εγκρίθηκε η σχετική απόφαση (6 με 5), που συνηγορεί υπέρ της δυσκολίας της περίπτωσης, αλλά και το θέμα που ουσιαστικά διαχειρίζεται. Το ερώτημα που αφορά η τροποποίηση αναφέρεται στο αν και κατά πόσον το άτομο ή το κόμμα έχει περισσότερη σημασία στη διαχείριση ενός θέματος. Ποιο, δηλαδή, διαδραματίζει μεγαλύτερη σημασία και ουσιαστικά ανήκει και η έδρα. Κάτι για το οποίο δεν δόθηκε ακόμα σαφής απάντηση από τη συνταγματική επιστήμη και προς το παρόν η κρατούσα άποψη είναι συνδυασμός και των δύο.
Διευρύνοντας το πεδίο ανάλυσής μας και αναφερόμενοι στη χώρα όπου ζούμε και που συμβαίνει το πρόβλημα, την Κυπριακή Δημοκρατία, θα μπορούσαμε να πούμε και το εξής: Κάθε λίγο η Κυβέρνησή μας μιλά και καλεί σε ενότητα όλους. Θεωρεί, δε, την επίτευξή της ως προϋπόθεση της επιτυχίας. Δεν θα αναλύσω, γιατί μέχρι τώρα δεν επιτεύχθηκε και ποιος ευθύνεται. Θεωρώ, όμως, αν η Κυβέρνησή μας το εννοεί, είναι ευκαιρία να αναλάβει πρωτοβουλία για λύση του προβλήματος, καταθέτοντας συγκεκριμένη εισήγηση, βοηθώντας, έτσι, τους πολίτες να την κρίνουν πώς εννοεί την ενότητα και αν πράγματι την εννοεί ή απλώς την χρησιμοποιεί ως επικοινωνιακή τακτική.
Ως κοινωνία πρέπει να βρούμε τρόπους να ενωθούμε και όχι για κάθε θέμα να διαφωνούμε. Την πρώτη και κύρια ευθύνη την έχει η Κυβέρνηση, η οποία πρέπει κάθε στιγμή να αποδεικνύει, όχι απλώς να διακηρύττει, ότι «ανήκει και εκφράζει τον λαό», όχι το κόμμα. Ίδωμεν! ΝΙΚΟΣ ΚΟΥΤΣΟΥ Πρώην βουλευτής