Η Δημοκρατία μπορεί και οφείλει να επιλύσει ένα τέτοιο απλό στην ουσία ζήτημα, σεβασμού της λαϊκής κυριαρχίας. Η Εκτελεστική και η Δικαστική Εξουσία ορθά ή λανθασμένα μίλησαν, σε βαθμό που δεν μπορούν να συμβάλουν, πλέον, σε λύση, που να επιβεβαιώνει τον σεβασμό στη λαϊκή προτίμηση του 2016. Συνεπώς, έχει η ίδια η Βουλή καθήκον και δυνατότητα για αυθεντική ερμηνεία του Νόμου, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν ό,τι προβλέπεται για την περίπτωση διαδοχής βουλευτή που έδωσε τη διαβεβαίωση και υπηρέτησε κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά στη συνέχεια παραιτήθηκε Ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που προβλέπει το Σύνταγμά μας είναι και αυτό του Άρθρου 31, σύμφωνα με το οποίο ο πολίτης δικαιούται να ψηφίζει. Μάλιστα, το ίδιο το Σύνταγμα, προς διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των προνοιών περί τα θεμελιώδη δικαιώματα (Άρθρα 6-35), προέβλεψε ρητά το καθήκον στη Νομοθετική, Εκτελεστική και Δικαστική εξουσία να τα σέβονται και να τα προστατεύουν. Άρα, η λαϊκή ετυμηγορία του 2016 στις βουλευτικές, τότε, εκλογές έπρεπε να τυγχάνει απόλυτου σεβασμού, πλην, όμως, συνεχίζει η Βουλή να εκπροσωπεί τον λαό με μόνον 55 βουλευτές! Το δικαίωμα εκλογής βουλευτών ανήκει, λοιπόν, κατά το Σύνταγμα και τη δημοκρατική αρχή στον κυρίαρχο λαό. Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν καθορίζει ποιο είναι το εκλογικό σύστημα με το οποίο ο κυρίαρχος λαός επιλέγει τους βουλευτές του. Η εκλογή και ο καταρτισμός των προϋποθέσεων του εκλογικού συστήματος καθορίστηκε διά Νόμου ως αρμοδιότητα της ίδιας της Βουλής (Άρθρα 31 και 61 του Συντάγματος). Ο Νομοθέτης καθιέρωσε ως τρόπο εκλογής, δηλαδή της εκδήλωσης των προτιμήσεων του εκλογέα, την Ενισχυμένη Αναλογική.
Προτίμηση και εκλογή του λαού που ισχύει για ολόκληρη την εκάστοτε βουλευτική θητεία. Συνεπώς, με το σύστημα που ισχύει, όπως κρίθηκε και δικαστικά, διασφαλίζεται αντιστοιχία, μεταξύ της εκλογικής δύναμης των κομμάτων σ’ ολόκληρη τη χώρα και των εδρών που λαμβάνουν. Η ψήφος, λοιπόν, του λαού οδηγεί στην κατανομή των 56 εδρών στα κόμματα κατά την εκλογική δύναμή τους. Ποιος θα ανακηρυχθεί από κάθε κόμμα κατά τους σταυρούς προτίμησης που συγκέντρωσε έναντι των άλλων συνυποψηφίων του κόμματός του, είναι αρμοδιότης και καθήκον του Εφόρου, ως ο Νομοθέτης όρισε. Είναι προφανές ότι η εκλογή για ανάδειξη των μελών της παρούσης Βουλής έγινε στις 22.5.2016, με καθολικό δικαίωμα συμμετοχής των πολιτών ψηφοφόρων. Το εκλογικό σύστημα ανέδειξε για τη Λεμεσό, ως η λαϊκή απαίτηση και ψήφος, την αναλογία σε έδρες που κατά τον Νόμο αναλογούσε για κάθε Κόμμα. Μία, δε, από τις προβλεπόμενες έδρες της Λεμεσού κατανεμήθηκε στην εκλογή του 2016, χωρίς αμφισβήτηση, στην «Αλληλεγγύη». Τότε δεν υπήρξε εκλογική αίτηση που να αμφισβητούσε την εκλογή, με βάση τον τρόπο κατανομής των 56 εδρών. Άρα, το ζήτημα της εκλογικής προτίμησης των ψηφοφόρων της Λεμεσού παρέμεινε έκτοτε και παραμένει τελεσίδικα δεδομένο. Προέκυψε, όμως, ένα τεχνικό ή ερμηνευτικό «πρόβλημα» κενού στη Νομοθεσία, μετά την ανακήρυξη της κ. Θεοχάρους ως βουλευτού Λεμεσού για την Αλληλεγγύη και τη σχετική παραίτησή της. Ακολούθησαν δύο δικαστικές αποφάσεις και κομματικές αντιφατικές ερμηνείες για το τι πρέπει να γίνει. Αποτέλεσμα, να συνεχίζει το πρόβλημα περί τη συγκεκριμένη έδρα και η Βουλή να λειτουργεί από 30.4.2018 με μόνον 55 βουλευτές και παράλληλα. Η Βουλή, στο πλαίσιο της διάκρισης των εξουσιών και με σεβασμό στην αδιαμφισβήτητη προτίμηση της λαϊκής εκλογής του 2016, έχει δικό της εσωτερικό πρόβλημα και άρα καθήκον να το επιλύσει κατά σεβασμό, βεβαίως, προς το εκλογικό δικαίωμα κατά το Άρθρο 35 του Συντάγματος. Το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το κύρος της ίδιας της Βουλής, επιβάλλουν λύση άμεση. Βάση επίλυσης πρέπει να είναι η αρχή ότι, ήδη, δυνάμει του εκλογικού συστήματος, υπήρξε αδιαμφισβήτητη εκλογή εκ μέρους του λαού, δυνάμει της οποίας μία εκ των εδρών της Λεμεσού ανήκει στην «Αλληλεγγύη». Η Δημοκρατία μπορεί και οφείλει να επιλύσει ένα τέτοιο απλό στην ουσία ζήτημα, σεβασμού της λαϊκής κυριαρχίας. Η Εκτελεστική και Δικαστική Εξουσία ορθά ή λανθασμένα μίλησαν, σε βαθμό που δεν μπορούν να συμβάλουν, πλέον, σε λύση, που να επιβεβαιώνει τον σεβασμό στη λαϊκή προτίμηση του 2016. Συνεπώς, έχει η ίδια η Βουλή καθήκον και δυνατότητα, για αυθεντική ερμηνεία του Νόμου, εφαρμόζοντας κατ’ αναλογίαν ό,τι προβλέπεται για την περίπτωση διαδοχής βουλευτή που έδωσε τη διαβεβαίωση και υπηρέτησε κάποιο χρονικό διάστημα, αλλά στη συνέχεια παραιτήθηκε. Είναι μια ξεχωριστή και σοβαρότατη περίπτωση, όπου η Βουλή μπορεί και πρέπει να ασκήσει το δικαίωμα να εκδίδει και αποφάσεις πέραν από του να ψηφίζει Νόμους (Άρθρο 82 του Συντάγματος). Ας αποφασίσει, λοιπόν, η ίδια.
Η μακρά ήδη χρονική αυτή διατήρηση άλυτου του εν λόγω προβλήματος της Βουλής με 55 μόνο βουλευτές, συμβάλλει, αντιδημοκρατικά, σε μια πολιτική ανωμαλία, που απλώς συντελεί στη μείωση του κύρους της κρατικής μας κυριαρχίας. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ Δικηγόρος