Αμφίπλευρων πολιτικών κεφαλαιοποίηση
Σάββατο 02 Ιούν 2018
Το γεγονός της τουρκικής τακτικής να κινείται αμφίπλευρα κατά περίσταση δημιουργεί εκ των πραγμάτων στον δυτικό και ιδιαιτέρως στον αμερικανικό παράγοντα ρήγμα εμπιστοσύνης, το οποίο μπορεί να μην εκδηλώνεται άμεσα, αλλά υποβόσκει στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής βούλησης γενικώς, πράγμα που μπορεί η Αθήνα και η Λευκωσία με έξυπνες κινήσεις να κεφαλαιοποιήσουν, προβάλλοντας ότι Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν αξιόπιστους πυλώνες σταθερότητας
Ο Τούρκος Yπουργός Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, απειλεί τις ΗΠΑ πως εάν δεν παραδώσουν στη χώρα του τα υπερσύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη F-35, τότε η Άγκυρα θα προχωρήσει εν προκειμένω προς άλλες στρατηγικές επιλογές, οι οποίες σύμφωνα και με τον τουρκικό Τύπο θα αφορούσαν πρωτίστως στο ρωσικό Sukhoi Su-57. Νοούμενου μάλιστα πως έχει ήδη παραγγείλει τους S400, τους οποίους και αναμένει να παραλάβει, η ανωτέρω απειλή καθίσταται αξιόπιστη. Παράλληλα, ο Τούρκος ΥΠΕΞ προειδοποιεί πως η μη συμμόρφωση της Ουάσιγκτον προς τα συμπεφωνημένα θα υποχρέωνε την Άγκυρα να απαγορεύσει στους Αμερικανούς τη χρήση της αεροπορικής βάσης στο Ιντσιρλίκ. Μια τέτοια εξέλιξη θα ανάγκαζε την Ουάσιγκτον να προχωρήσει σε αξιοποίηση των σχετικών συμμαχικών εγκαταστάσεων στην Κρήτη ή στην Κύπρο.
Το τακτικό άνοιγμα, το οποίο έκανε η Άγκυρα προς τη Μόσχα, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε στρατηγική κίνηση, εάν ο πολιτικός εκβιασμός των Τούρκων προς τους Αμερικανούς σχετικά με τα F-35, δεν επετύγχανε τους στόχους του. Αυτό θα σήμαινε πως οι Τούρκοι θα προχωρούσαν σε παραγγελία αεροπορικού οπλικού συστήματος από τη Μόσχα, όπως είναι το ρωσικό SU 57, το οποίο θα αντικαθιστούσε το αντίστοιχο αμερικανικό. Κάτι τέτοιο θα είχε ως επίπτωση την απώλεια της Τουρκίας από την αμερικανική αγορά για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται προφανώς για έναν υψηλού και υπολογισμένου ρίσκου ευφυή πολιτικό ελιγμό της Άγκυρας, με τον οποίο επιχειρεί να εκβιάσει την αμερικανική υποστήριξη στο εξοπλιστικό της πρόγραμμα.
Στο πλαίσιο αυτών των διαβουλεύσεων, ο Τσαβούσογλου θα μεταβεί στις 4 Ιουνίου στην Ουάσιγκτον, όπου έχει να συζητήσει μια δέσμη θεμάτων με τον ομόλογό του, στα οποία περιλαμβάνονται, τόσο διμερή ζητήματα κατά τα ανωτέρω, όσο και ειδικότερα προβλήματα της Μέσης Ανατολής, με έμφαση στη συριακή κρίση, όπου οι Τούρκοι απαιτούν ρύθμιση της διαχείρισης της πόλης Μανμπίτζ και της διοίκησής της.
Η Τουρκία κατέλαβε ήδη την πόλη Αφρίν, ενώ διεκδικεί την εκκένωση από κουρδικές δυνάμεις της πόλης Μανμπίτζ στη Συρία, έτσι ώστε να εξασφαλίσει στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό τα νότια σύνορά της από ενδεχόμενη επιθετική διείσδυση του κουρδικού παράγοντα στην επικράτειά της. Η Άγκυρα αποβλέπει, προκειμένου να πετύχει τον πιο πάνω στόχο, στη δημιουργία μιας ελεγχόμενης ενδιάμεσης ζώνης ή περιοχής, η οποία να είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε δυνατότητα γέννησης εχθρικών διεκδικητικών προς την ίδια κινήσεων. Η τουρκική ηγεσία, όχι μόνο στο παρόν, αλλά και διαχρονικά εδώ και πολλές δεκαετίες διακατέχεται από τον φόβο της δημιουργίας κουρδικού κράτους στο μαλακό υπογάστριό της, πράγμα που θα δημιουργούσε τις πολιτικές προϋποθέσεις μετάδοσης της κουρδικής ιδέας περί ανεξαρτησίας και στο εσωτερικό της χώρας, της οποίας ο νότος κυριαρχείται από κουρδικό πληθυσμό. Επομένως, η μεταφορά του «Κουρδικού Προβλήματος» στην τουρκική ενδοχώρα θα αποτελούσε, κάτω από ορισμένες συνθήκες, έναν «ασφαλή οδηγό» διάσπασης του τουρκικού κράτους. Αυτό συνιστά τον διαχρονικό εφιάλτη όλων των τουρκικών κυβερνήσεων, εδώ και έναν σχεδόν αιώνα.
Η Τουρκία χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της, επιδιώκοντας το μέγιστο δυνατό όφελος για τη χώρα. Αυτό σημαίνει πως έχει καταφέρει να πείσει Αμερικανούς και Ρώσους να αποδυναμώσουν κατά το μάλλον ή ήττον τη στήριξή τους προς τον κουρδικό παράγοντα, διατηρώντας ταυτόχρονα ένα επίπεδο στοιχειώδους συνεργασίας μαζί του. Το γεγονός της τουρκικής τακτικής να κινείται αμφίπλευρα κατά περίσταση δημιουργεί εκ των πραγμάτων στον δυτικό και ιδιαιτέρως στον αμερικανικό παράγοντα ρήγμα εμπιστοσύνης, το οποίο μπορεί να μην εκδηλώνεται άμεσα, αλλά υποβόσκει στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής βούλησης γενικώς, πράγμα που μπορεί η Αθήνα και η Λευκωσία με έξυπνες κινήσεις να κεφαλαιοποιήσουν, προβάλλοντας ότι Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν αξιόπιστους πυλώνες σταθερότητας.
Ενδεχόμενη προμήθεια του ρωσικού μαχητικού αεροσκάφους πέμπτης γενιάς Su-57 από την Τουρκία θα δημιουργούσε μια πραγματική υπεροχή της Άγκυρας στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, γιατί εκτός από το γεγονός ότι το όπλο αυτό ανήκει στα ισχυρότερα αεροπορικά συστήματα στον κόσμο, η ελληνική αεροπορική δύναμη, ούσα εξοικειωμένη με συστήματα της δυτικής Ευρώπης, κυρίως με αμερικανικά τέτοια, θα ευρισκόταν σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση να αντιμετωπίσει ένα σχετικά άγνωστο, υπερσύγχρονο και μη προβλέψιμο μαχητικό, όπως το Sukhoi.
Δεδομένης της σύγκρουσης Άγκυρας - Ουάσιγκτον, διερωτάται κανείς πώς μπορεί να αξιοποιηθεί η σημερινή συγκυρία επ’ ωφελεία, τόσο της Κύπρου, όσο και των Αθηνών στο Αιγαίο. Ενδεχόμενη απώλεια της Τουρκίας για τον αμερικανικό παράγοντα και τη Δύση ευρύτερα, θα επέφερε αυτομάτως τη γεωστρατηγική και γεωπολιτική αναβάθμιση Ελλάδας και Κύπρου στη Μεσόγειο και ιδιαίτερα στη γραμμή που συνδέει την Τουρκία με την Κύπρο, την Ελλάδα και την Ιταλία, που συνιστούν τη στρατηγική περίμετρο του ΝΑΤΟ στη Νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας. Ακόμη και εάν η Τουρκία δεν αποσυρθεί από εταίρος του ΝΑΤΟ, το γεγονός ότι αποδυναμώνει τις σχέσεις της με την νατοϊκή συμμαχία και κυρίως τις ΗΠΑ, δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας, ώστε Αθήνα και Λευκωσία να διεκδικήσουν οφέλη με αμερικανική στήριξη, τόσο στο Αιγαίο, κυρίως όμως στο Κυπριακό Πρόβλημα και τη δρομολόγηση διαδικασιών επίτευξης μιας δίκαιης και δημοκρατικής λύσης. Τίποτα στις διεθνείς σχέσεις δεν γίνεται χωρίς αντάλλαγμα. Είναι καιρός να κατανοήσουν εν τοις πράγμασι οι ηγέτες του Ελληνισμού πως πρέπει να διεκδικούν τα οφειλόμενα και δικαίως προσδοκώμενα.
Το γεγονός της τουρκικής τακτικής να κινείται αμφίπλευρα κατά περίσταση δημιουργεί εκ των πραγμάτων στον δυτικό και ιδιαιτέρως στον αμερικανικό παράγοντα ρήγμα εμπιστοσύνης, το οποίο μπορεί να μην εκδηλώνεται άμεσα, αλλά υποβόσκει στη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής βούλησης γενικώς, πράγμα που μπορεί η Αθήνα και η Λευκωσία με έξυπνες κινήσεις να κεφαλαιοποιήσουν, προβάλλοντας ότι Ελλάδα και Κύπρος αποτελούν αξιόπιστους πυλώνες σταθερότητας
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής,
Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών
Για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία,
Πάντειο Πανεπιστήμιο