Μέχρι το τέλος της δεκαετίας 1960 η Κύπρος είχε καθιερωθεί ως ένας αξιόλογος τουριστικός προορισμός με αιχμή του τουριστικού δόρατος την Αμμόχωστο και την Κερύνεια από πλευράς τουριστικών εγκαταστάσεων και τον τουρισμό «ήλιος και θάλασσα» από πλευράς τουριστικών ενδιαφερόντων. Η κυβερνητική πολιτική καθορίστηκε στη βάση Έκθεσης Γάλλων εμπειρογνωμόνων και των συμβουλών Ελλαδιτών ειδικών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ιδρύθηκε ο ΚΟΤ. Θα ήταν παράλειψη αν δε γινόταν ειδική μνεία σε ένα μικρό αριθμό ιδιωτών σκαπανέων του τουρισμού, που με τις ενέργειές τους έβαλαν τον σπόρο της τουριστικής ανάπτυξης του Τόπου.
Μετά την εισβολή οι εκτοπισθέντες ξενοδόχοι, όχι μόνο έπρεπε να βοηθηθούν να δραστηριοποιηθούν στις Ε/Περιοχές, αλλά ήταν κι οι ίδιοι ανεκτίμητο κεφάλαιο για γρήγορη ανάπτυξη της τουριστικής βιομηχανίας, που έπρεπε να αξιοποιηθεί. Έτσι ετοιμάστηκε σχέδιο υποβοήθησής τους για ανέγερση νέων ξενοδοχείων, με τη διάθεση κρατικής γης και χρηματοδότηση από τις τράπεζες με κυβερνητική εγγύηση. Ο ρόλος της Τράπεζας Αναπτύξεως υπήρξε ουσιαστικός στην προώθηση του σχεδίου (χρηματοδότηση, συμμετοχή στο κεφάλαιο των εταιρειών, διαμεσολάβηση με εμπορικές τράπεζες).
Παρόλο που δε σταματήσαμε έκτοτε να εκμεταλλευόμαστε το πλεονέκτημα της Κύπρου σε «ήλιο και θάλασσα», πάντα ζητούσαμε την αναβάθμιση του τουρισμού ώστε να καταστεί μοναδικός. Δυστυχώς, η σχετικά εύκολη ενασχόληση με το είδος αυτό του τουρισμού απέτρεψε την έγκαιρη μεθόδευση και τη σταδιακή αναβάθμισή του. Απεναντίας φτάσαμε σε υπερβολές, πριν και μετά την εισβολή, με αποτέλεσμα την καταπόνηση του περιβάλλοντος και τη δημιουργία αδιεξόδων ως προς την ανταγωνιστικότητά του.
Όπως και στους άλλους βασικούς πυλώνες της οικονομικής ανάπτυξης της Νήσου, τη γεωργία και τη βιομηχανία, αποτύχαμε κι εδώ να αναβαθμίσουμε και διαφοροποιήσουμε το προϊόν ώστε η αναπόφευκτη αύξηση του κόστους, εργατικού και άλλου, να αντισταθμιστεί από την αύξηση της προσφερόμενης αξίας (το γνωστό value for money των Άγγλων). Κι όμως έγιναν προσπάθειες για να καταστεί το τουριστικό προϊόν της Κύπρου μοναδικό. Θα αναφέρω μερικές περιπτώσεις, στις οποίες είχαμε άμεση ανάμειξη.
Από το 1970 διευθετήσαμε με την Ξενοδοχειακή Σχολή να περιλάβει στο αναλυτικό πρόγραμμά της ειδικά μαθήματα, ώστε να υπενθυμίζει και κατευθύνει τα αυριανά στελέχη των τουριστικών καταλυμάτων να βλέπουν τους τουρίστες σαν φιλοξενούμενούς τους, όπως ακριβώς γίνεται με τους ξένους που δεχόμαστε στο σπίτι. Δεν είναι μόνο η προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού τουριστών κάθε χρόνο, που θα πρέπει να μας απασχολεί, αλλά περισσότερο το τι αφήνουν στον Τόπο.
Όπως σε κάθε οικονομική δραστηριότητα ενδιαφερόμαστε για την παραγωγικότητα των συντελεστών, που χρησιμοποιούμε, έτσι και στην περίπτωση του τουρισμού έχει σημασία να αυξάνεται η κατά κεφαλήν δαπάνη των επισκεπτών. Δυστυχώς, μέχρι σήμερα οι αριθμοί ευημερούν, τα έσοδα όμως δεν ακολουθούν τις αφίξεις.
Ο τρόπος για να αναβαθμιστεί ο τουρισμός μας είναι η προσφορά υπηρεσιών υψηλού επιπέδου ώστε να προσελκύουμε τουρίστες υψηλότερων εισοδηματικών τάξεων. Πέραν της δημιουργίας καζίνων, μαρίνων, γηπέδων γκολφ κι άλλων έργων υποδομής για υψηλές εισοδηματικές τάξεις, που υλοποιούνται με μεγάλη καθυστέρηση, υπάρχουν πολλοί τομείς για τουριστική αξιοποίηση.
Για να ξεπεράσουμε τις αναστολές των αρχαιολόγων μας, προχωρήσαμε πριν από την εισβολή στην ετοιμασία, μαζί με την Ουνέσκο, ενός σχεδίου που, κατά τη γνώμη μας, θα οδηγούσε στην αξιοποίηση των αρχαιολογικών μας χώρων από τους ξένους επισκέπτες. Φανταστείτε τι θα μπορούσαμε να προβάλουμε αντλώντας από τη μακραίωνη ιστορία μας. Δυστυχώς, η όλη εργασία που έγινε τότε δεν τελεσφόρησε, γιατί ξεκινήσαμε από τα αρχαία μνημεία της Καντάρας, τα οποία εγκλωβίστηκαν.
Στη δεκαετία του 1980 προσπαθήσαμε να βάλουμε και πάλι σε πράξη την ιδέα του αρχαιολογικού θεματικού τουρισμού. Τούτο θα σήμαινε την ετοιμασία εκδρομικών προγραμμάτων, επεξηγηματικού υλικού και μέσων οπτικοακουστικής τεκμηρίωσης. Σε συνεργασία με Γάλλους ειδικούς, επιλέξαμε μάλιστα ένα πολιτιστικό/ιστορικό εκδρομικό πρόγραμμα που διελάμβανε οργανωμένη περιήγηση μιας έως τριών ημερών με επίσκεψη σε αρχαιολογικά κέντρα από τη Λευκωσία μέχρι την Κάτω Πάφο και τον Ακάμα.
Οι ίδιοι οι Γάλλοι φίλοι είχαν εισηγηθεί να δώσουμε στο πρόγραμμα αυτό την ονομασία «Αρχαιόδρομος». Η εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος χρειάζεται αρκετή προεργασία και ευελιξία. Δεν είναι απλή υπόθεση ένας τουρίστας που έρχεται με ένα σύστημα «όλων περιλαμβανομένων» να μείνει δυο/τρεις μέρες εκτός βάσης.
Ανάλογα προγράμματα μπορούσε να έχουν σαν θέμα παρμένο από τη θρησκεία (περιοδεία των Αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα), τη μυθολογία (μύθος της Αφροδίτης και του Άδωνη, του Θησέα και της Αριάδνης) και την ιστορία (σταυροφορίες, Ττεκκέ). Είμαι βέβαιος ότι οι ειδικοί σε μοντέρνες εικαστικές τεχνολογίες θα μπορούσαν πολλά να εισηγηθούν, αν τους το ζητούσαμε.
Με τα πιο πάνω δεν θα πρέπει να εκληφθεί ότι δε συμφωνούμε με την ανάγκη αναβάθμισης των ξενοδοχείων και του περιβάλλοντος, την καλύτερη και πιο επαγγελματική λειτουργία όλων των πτυχών των προσφερόμενων υπηρεσιών προς τους ξένους μας. Κανένας τουρίστας δεν πρέπει να φεύγει παραπονεμένος από την Κύπρο. Οι ευχαριστημένοι τουρίστες είναι η καλύτερη διαφήμιση για αρκετές από τις επόμενες τουριστικές περιόδους. Μέχρις όμως να κάνουμε όλα αυτά, υπάρχει κάτι που μπορούμε πολύ πιο εύκολα να κάνουμε: να διατηρούμε την Κύπρο καθαρή και να είμαστε ευγενικοί στους ξένους μας. Είμαστε φτωχοί ακόμη σε τουριστικά προϊόντα, όμως, είμαστε καθαροί κι ωραίοι! Δρ Ιάκωβος Αριστείδου Πρώην Υπουργός, Πρώην Γενικός Διευθυντής Γραφείου Προγραμματισμού www.iacovosaristidou.com