Στρατοκρατούμενη κοινωνία

Η μετάβαση της Τουρκίας σε εθνικό κράτος από την αυτοκρατορική δομή ενός συστήματος που διακρινόταν για την καταπιεστική και εξοντωτική για λαούς και έθνη διάρθρωσή του δεν έγινε σύμφωνα με τις αρχές και τους όρους του δυτικότροπου, δημοκρατικού πολιτικού συστήματος

Η παραδοξολογία στη διεργασία εθνικιστικής διέγερσης της τουρκικής κοινωνίας εντοπίζεται και στο γεγονός πως ακόμη και σε επίσκεψη του Yπουργού Άμυνας σε σχολείο οι μαθητές, ακολουθώντας τον συρμό της κοινωνικής, εθνικιστικού προσανατολισμού κινητοποίησης, χαιρέτισαν τον Χουλουσί Ακάρ εν είδει στρατιωτικού παραγγέλματος. Η σημερινή αντίδραση δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε και μοναδική.

Είναι γνωστό πως η τουρκική κοινωνία δεν διακρίνεται για την ικανότητα ή τη θέληση της ηγεσίας της να καλλιεργεί και να εμπεδώνει στο πολιτικό σύστημα τις αξίες της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών. Αυτό συμβαίνει στην προσέγγιση μιας παραδοσιακής εκτίμησης της ιδιαιτερότητας του τουρκικού κράτους, που εμφανίζεται ανίκανο να δομήσει και να αναπτύξει τη δημοκρατική αρχή και το κράτος δίκαιου.

Το τουρκικό κράτος από τις αρχές του 20ού αιώνα, διακατεχόμενο από το σύνδρομο της οθωμανικής πολυεθνικής δομής, επιζητώντας δε τη βίαιη μετεξέλιξή του σε τουρκικό, εθνικό κράτος, ακολούθησε μία διαδρομή συνάδουσα προς εθνικιστικές αντιλήψεις και πρακτικές του 18ου και 19ου αιώνα. Τούτο εκδηλώνεται δε και στη δεκαετία του 1950 με τα γνωστά Σεπτεμβριανά, διά των οποίων επεχειρήθη η βίαιη μετεξέλιξη της τουρκικής πολυεθνικής δομής σε εθνική κρατική διάσταση.

Η μετάβαση της Τουρκίας σε εθνικό κράτος από την αυτοκρατορική δομή ενός συστήματος που διακρινόταν για την καταπιεστική και εξοντωτική για λαούς και έθνη διάρθρωσή του δεν έγινε σύμφωνα με τις αρχές και τους όρους του δυτικότροπου, δημοκρατικού πολιτικού συστήματος. Τούτο δε παρά το γεγονός ότι ο Μουσταφά Κεμάλ, ιδρυτής της νεότερης Τουρκίας, αν και υπήρξε θαυμαστής του δυτικού συστήματος διακυβέρνησης, δεν κατάφερε να εμπεδώσει στη μετεξέλιξη από την πολυεθνική δομή στην εθνική διάρθρωση, τις αρχές και αξίες του δυτικότροπου, ευρωπαϊκού συστήματος διακυβέρνησης.

Αντιθέτως, επιδιώκοντας τη δόμηση της Τουρκίας σε ένα μονοεθνικό πολιτικό σύστημα, ο ίδιος και οι διάδοχοί του, προέβησαν σε συστηματικές γενοκτόνες πολιτικές εξόντωσης εθνικών ομάδων, μειονοτήτων και εθνών, εκτιμώντας πως τοιουτοτρόπως θα υπαγορευόταν μία μοναδικότητα, έστω και βίαιης πολιτικής και πολιτειακής συγκρότησης ενός τουρκικού κράτους έθνους, τη συνέχεια των οποίων βλέπουμε σήμερα με το εγχείρημα εθνοκάθαρσης των Κούρδων της Συρίας. Οι μη προσαρμοζόμενοι και μη ενσωματούμενοι κατά ταύτα στην εθνική δομή του τουρκισμού θα έπρεπε ή να εξαλειφθούν ή να αφομοιωθούν βιαίως. Η οικοδόμηση, λοιπόν, της Τουρκίας σηματοδότησε μία μοναδική κατασκευή έθνους, προερχόμενη από προβολή συστημάτων βίας, εθνοκάθαρσης, εξόντωσης παντός άλλου ή αλλογενούς. Των ανωτέρω λεχθέντων, το τουρκικό κράτος γεννήθηκε μέσα από τον κεμαλικό ατατουρκισμό, ο οποίος ήταν εξαρχής στρατογραφειοκρατικής δομής, όπου εγγενές στοιχείο του που αντανακλάται μέχρι την παρούσα εποχή αποτελεί και το φαινόμενο των στρατιωτικών χαιρετισμών από παιδιά σήμερα ή από Τούρκους όλων των ηλικιών.

Το γεγονός της απουσίας διεθνών αντιδράσεων στις επεκτατικές επεμβατικές πολιτικές του Ερντογάν σε τρίτες χώρες, εν προκειμένω στη βορειοανατολική Συρία, αποθρασύνει τον Τούρκο ηγέτη, ο οποίος πραγματοποίησε σφαγές εναντίον των Κούρδων και κατά ταύτα πολυάριθμους θανάτους αμάχων. Ο λαός θαυμάζει τις πράξεις του ηγέτη, γιατί η κυριαρχούσα πολιτική κουλτούρα δεν διαπνέεται από το κράτος δικαίου και τα δημοκρατικά ιδεώδη, δηλαδή τις αξίες του ανθρωπισμού, αλλά από την ικανότητα του ηγέτη να οδηγήσει τη χώρα σε κατακτητικές διαδρομές «επ’ αγαθώ» μιας επεκτατικής διάρθρωσης της σύγχρονης μετακεμαλικής αντίληψης του τουρκικού κράτους.

Τούτο σηματοδοτεί και τη γνωστή διάρθρωση ενός πολιτικού συστήματος, όπου εμπεδώνεται η κινητοποίηση και η συσπείρωση γύρω από τον μεσσιανικής υφής ηγέτη. Η τάση αυτή της συσπείρωσης γύρω από τον ηγέτη παρατηρείται κατά τρόπο που αφήνει έκπληκτη ή αδιάφορη τη διεθνή κοινότητα, ακόμη και σε κοινωνικές ομάδες, που δεν απηχούν εκ πρώτης όψεως στρατοκρατικά σύμβολα, όπως είναι οι αθλητές ή τα παιδιά των διαφόρων τάξεων σχολικής εκπαίδευσης, που έρχονται να χαιρετήσουν στρατιωτικά. Οι κινήσεις που παρατηρούνται σε όλα τα επίπεδα της τουρκικής κοινωνίας, των σχολείων συμπεριλαμβανομένων, παραπέμπουν σε μία εν δυναμική πορεία ευρισκόμενη στρατογραφειοκρατική, εθνικιστική υστερία, της οποίας η απόληξη είναι μεν άγνωστη, δεν κρίνεται όμως ως επερχόμενη θετική κατάσταση. Καλλιεργείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μία νοοτροπία ενός «θεμιτού», κατά τα τουρκικά πρότυπα, επεκτατισμού έναντι άλλων λαών, εθνοτήτων και μειονοτήτων, η οποία τείνει να περάσει στο σύστημα διαπαιδαγώγησης.

Οι κατά ταύτα υπερφίαλες αναφορές Ερντογάν περί υπεράσπισης της τουρκικής σημαίας που, όπου ανυψούται δεν υποστέλλεται, αποσκοπούν κατά την προσφιλή τακτική του στην περαιτέρω ποπουλιστική ενδυνάμωση ενός εθνικιστικού σοβινισμού στον τουρκικό λαό, όπερ και προδήλως λαμβάνει χώραν. Τούτο ενισχύει την ηγετική παρουσία του Ερντογάν στο πολιτικό σύστημα της Άγκυρας, καθιστώντας τον αδιαφιλονίκητο ηγέτη, που μπορεί να κινείται περίπου εν λευκώ στις πολιτικές εξωτερικών διαδρομών της χώρας του στο διεθνές περιβάλλον. Η στόχευση να καταστεί η Τουρκία περιφερειακός ηγεμόνας συμβαδίζει με την κατά τα ανωτέρω προσέγγιση του κόσμου της εγγύς και ευρύτερης διεθνούς πολιτικής, όπως διαμορφώνεται στον κόσμο των κρατών που περιβάλλουν το σύγχρονο τουρκικό κράτος.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο