Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Πολιτικό αδιέξοδο στο Ισραήλ

Ο Γενικός Εισαγγελέας άναψε το πράσινο φως στην άσκηση δίωξης κατά του Νετανιάχου, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για τη δημιουργία νέων αναταράξεων στο πολιτικό σκηνικό, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό θα επιτείνουν το εκλογικό αδιέξοδο

Το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται το Ισραήλ διαφαινόταν ήδη από τις πρώτες γενικές εκλογές του Απριλίου, παρά το γεγονός ότι τον Σεπτέμβριο είχαν επαναληφθεί νέες εκλογές. Οι αγεφύρωτες διαφορές προοιωνίζονταν την αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης και το μόνο που απέμενε ήταν η επιβεβαίωση αυτού του αδιεξόδου από τις δύο ηγετικές μορφές της πολιτικής ζωής της χώρας. Έκτοτε το Ισραήλ παραμένει βαθιά διαιρεμένο, με τα κόμματα της χώρας, τα οποία διαφωνούν σε μια σειρά θεμάτων όπως η θρησκεία, η ασφάλεια και ο ρόλος των Αράβων στην ισραηλινή κοινωνία, να κονταροχτυπιούνται καθημερινά για άσκηση επιρροής. Στο κέντρο αυτής της προβληματικής κατάστασης βρίσκεται ο πρωθυπουργός της χώρας, Μπενιαμίν «Μπίμπι» Νετανιάχου, ο οποίος πλέον διώκεται για υποθέσεις διαφθοράς. Με την ανάδειξη αυτής της «υπόγειας απειλής» για τον Νετανιάχου σε αυτήν τη χρονική συγκυρία η χώρα μπαίνει σε νέες εκλογικές δυσκολίες, αφού η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την απέλπιδα προσπάθεια της Κνεσέτ για ανάδειξη νέου πρωθυπουργού.

Το διαφαινόμενο αδιέξοδο επιβεβαιώθηκε

Ο Μπένι Γκαντς, ο άνθρωπος που κατάφερε για πρώτη φορά μετά από μία δεκαετία να «αμφισβητήσει» ανοιχτά την κυριαρχία του Νετανιάχου, ακολουθώντας τα αποτυχημένα βήματα του πρωθυπουργού, ανακοίνωσε ότι ούτε και αυτός πέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Μετά από εβδομάδες διαπραγματεύσεων με τα κόμματα του Ισραήλ, ο αρχηγός του κόμματος «Μπλε-Λευκό» επέστρεψε την εντολή που πήρε, επιβεβαιώνοντας ότι ο δρόμος για δημιουργία κυβέρνησης στο Ισραήλ υπό τις παρούσες συνθήκες οδηγεί σε αδιέξοδο. Η αποτυχία του Γκαντς να σχηματίσει κυβέρνηση επισφραγίστηκε με την ανακοίνωση του πρώην Υπουργού Άμυνας και νυν επικεφαλής του κόμματος Γιζραέλ Μπεϊτενού, Αβίγκντορ Λίμπερμαν, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι δεν στηρίζει ούτε τον «Μπίμπι», ούτε τον αντίπαλό του «Μπένι» για την πρωθυπουργία. Έτσι κι αλλιώς ήταν η παραίτηση του Λίμπερμαν, το φθινόπωρο του 2018, που άνοιξε τον αέναο κύκλο των εκλογών, δεδομένου ότι η στήριξή του ήταν απαραίτητη για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού στο Ισραήλ. Ούτε οι πρώτες εκλογές, τον Απρίλιο, ούτε όμως και οι δεύτερες, τον Σεπτέμβριο, έδωσαν τη δυνατότητα στον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου να σχηματίσει κυβέρνηση δίχως τη στήριξη του πρώην συμμάχου του.

Η τελευταία επιλογή πριν από την προκήρυξη νέων εκλογών

Σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτραπούν νέες εκλογές ο Ισραηλινός πρόεδρος Ρέουβεν Ρίβλιν, με βάση τον θεμελιώδη νόμο, ο οποίος ισοδυναμεί με το Σύνταγμα, σήμανε την έναρξη ενός «μαραθωνίου» 21 ημερών, στον οποίο το κοινοβούλιο θα πρέπει βρει έναν βουλευτή ικανό να βγάλει το Ισραήλ από το άνευ προηγουμένου πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει, μετά τις αποτυχίες σχηματισμού κυβέρνησης από τον Νετανιάχου και τον Γκαντς δύο μήνες μετά τις δεύτερες βουλευτικές εκλογές σε διάρκεια ενός έτους. Για πρώτη φορά στην ιστορία του Ισραήλ η προεδρία αναγκάστηκε να προβεί σε αυτό το έκτακτο μέτρο με την «πρωτοτυπία» του να καθιστά δύσκολες τις προβλέψεις για το τι μέλλει γενέσθαι. Η παρατεταμένη αβεβαιότητα και η προσπάθεια να αποτραπεί με κάθε τρόπο μία τρίτη εκλογική αναμέτρηση, η οποία θα ήταν επιζήμια για τη χώρα, ήταν ο λόγος που ανάγκασε τον Ρίβλιν να ζητήσει από τον Γιούλι–Γιόελ Έντελσταϊν, πρόεδρο του κοινοβουλίου, να αναλάβει να βρει την κατάλληλη προσωπικότητα που θα μπορέσει να ηγηθεί της μελλοντικής κυβέρνησης. Η διαδικασία προβλέπει ότι ο Έντελσταϊν θα αναλάβει το καθήκον αυτό εκ μέρους του κοινοβουλίου και μέσα σε ένα εξαιρετικά στενό χρονοδιάγραμμα 21 ημερών θα πρέπει να παρουσιάσει στον Ρίβλιν ένα έγγραφο υπογεγραμμένο τουλάχιστον από 61 βουλευτές που θα δεσμεύονται να στηρίξουν έναν συνάδελφό τους στη θέση του πρωθυπουργού. Να σημειωθεί ότι από αυτήν τη διαδικασία επιλογής δεν εξαιρούνται ούτε ο Νετανιάχιου αλλά ούτε και ο Γκαντς. Με βάση τα αριθμητικά δεδομένα στην παρούσα Βουλή ο Νετανιάχου έχει τη στήριξη 54 βουλευτών, κυρίως από το δεξί και υπερορθόδοξο τόξο. Από την πλευρά του, ο Γκαντς υποστηρίζεται από την κεντροαριστερά, αλλά και από τους Ισραηλινούς Άραβες, οι οποίοι όμως δεν θα συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Εάν όμως και αυτή η προσπάθεια ναυαγήσει με την αδυναμία συγκέντρωσης του απαραίτητου αριθμού υπογραφών, τότε το Κοινοβούλιο θα διαλυθεί και οι Ισραηλινοί θα κληθούν ξανά στις κάλπες.

Ο εφιάλτης που γίνεται πραγματικότητα

Καθ’όλη τη διάρκεια του εκλογικού δράματος τα μάτια όλων ήταν στραμμένα στον γενικό εισαγγελέα, Αβιχάι Μάντελμπλιτ, ο οποίος με την απόφασή του για απαγγελία ή όχι κατηγοριών στον Νετανιάχου για «κακοδιαχείριση», «κατάχρηση εμπιστοσύνης» και «διαφθορά» σε μια σειρά υποθέσεων, ουσιαστικά θα δρομολογούσε πολιτικές εξελίξεις όχι μόνο για τον ίδιο τον πρωθυπουργό αλλά και για ολόκληρη την χώρα. Τελικά ο γενικός εισαγγελέας άναψε το πράσινο φως στην άσκηση δίωξης κατά του Νετανιάχου, ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για τη δημιουργία νέων αναταράξεων στο πολιτικό σκηνικό, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό θα επιτείνουν το εκλογικό αδιέξοδο. Υπενθυμίζεται ότι ο Νετανιάχου κατηγορείται πως αποδέχθηκε «δώρα» από πλούσιους επιχειρηματίες, ενώ τον βαραίνουν κατηγορίες για προσφορά «δώρων» από πλευράς του σε μέσα ενημέρωσης προκειμένου να τον αντιμετωπίζουν πιο θετικά. Στο στόχαστρο βρίσκεται και για την υπόθεση, που είναι γνωστή με την ονομασία «φάκελος 4.000». Αφορά στην υπόθεση του τηλεπικοινωνιακού ομίλου Bezeq, όπου ο Ισραηλινός πρωθυπουργός φέρεται ότι προσπάθησε να διασφαλίσει ότι θα είχε ευνοϊκή μεταχείριση από τον ενημερωτικό ιστότοπο Walla. Με την ανακοίνωση της δίωξης ο «Μπίμπι» μπήκε άμεσα στην αντεπίθεση καταγγέλλοντας πραξικόπημα εναντίον του, ενώ με εκδικητικό τόνο χαρακτήρισε τις έρευνας «βρόμικες και τραγικές» και κάλεσε να «ερευνηθούν οι ερευνητές». Παράλληλα επιβεβαίωσε τις προθέσεις του ότι δεν θα εγκαταλείψει τόσο εύκολα τη θέση του, τονίζοντας ότι «θα συνεχίσει να ηγείται της χώρας».

Το νομικό πρόβλημα

Η δίωξη του Νετανιάχου, του πρώτου πρωθυπουργού στην Ιστορία της χώρας που διώκεται ενώ βρίσκεται στο πόστο του, αναμένεται να οδηγήσει σε μια δικαστική διαδικασία με γκρίζες ζώνες, η οποία πέρα από το γεγονός ότι θα θέτει υπό αμφισβήτηση το πολιτικό μέλλον του «Μπίμπι», θα προκαλέσει «αμηχανία» λόγω της απουσίας νομικού προηγούμενου. Υπενθυμίζεται ότι το Ισραήλ χρησιμοποιεί ως Σύνταγμα τον θεμελιώδη νόμο, ο οποίος προνοεί ότι ο Νετανιάχου μπορεί να κατηγορηθεί και να δικαστεί ενώ βρίσκεται στην εξουσία. Οι βουλευτές θα μπορούσαν να τον καθαιρέσουν μόνο όμως όταν εξαντληθούν όλες οι προσφυγές, μια διαδικασία που θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια. Νομικοί κύκλοι στη χώρα σημειώνουν ότι ποτέ ξανά στο παρελθόν δεν έχει εκδικαστεί υπόθεση με πρωθυπουργό να βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, άρα δεν υπάρχει προηγούμενο. Έτσι κι αλλιώς ο θεμελιώδης νόμος δεν προνοεί τη διαβάθμιση της σοβαρότητας των κατηγοριών. Σε κάθε περίπτωση όμως η δίωξη του πρωθυπουργού είναι άμεσα συνυφασμένη με τις πολιτικές ζυμώσεις για σχηματισμό κυβέρνησης. Ενώ με αυτήν την εξέλιξη μειώνονται οι πιθανότητες ο Νετανιάχου να λάβει τη στήριξη των βουλευτών, στην περίπτωση που αθωωθεί ενδέχεται να πειστούν βουλευτές που μέχρι στιγμής δίσταζαν να ενταχθούν στον συνασπισμό του. Εντούτοις, η διαδικασία για την «αθώωσή» του θα μπορούσε να πάρει χρόνια, καθιστώντας το δεύτερο σενάριο άνευ ουσίας.

Τα σενάρια μετά τη δίωξη

Αναλυτές πάντως επισημαίνουν μετά βεβαιότητας ότι ο Νετανιάχου θα προσπαθήσει να ζητήσει βουλευτική ασυλία, αλλά αυτή μπορεί να εγκριθεί μόνο από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή και στη συνέχεια από την ολομέλεια. Όμως, μετά από μήνες πολιτικής παράλυσης και μετά από δύο αδιέξοδες εκλογικές αναμετρήσεις, αυτή η επιτροπή βρίσκεται σε αδράνεια και δεν προβλέπεται να συνεχίσει τις εργασίες έως ότου διεξαχθούν άλλες εκλογές ή σχηματιστεί κυβέρνηση. Από την άλλη, δεν αποκλείεται η τελεσίδικη απόφαση για δίωξη να προκαλέσει περαιτέρω αμφισβήτηση της θέσης του Πρωθυπουργού εντός του Λικούντ, πυροδοτώντας εσωκομματικές εκλογές για νέο ηγέτη. Εάν ο Νετανιάχου επιβιώσει αυτής της διαδικασίας, θα μπορέσει να κατέβει ξανά υποψήφιος σε μια ενδεχόμενη τρίτη εκλογική αναμέτρηση. Κατά πόσο θα υπάρξουν νέες εκλογές στο Ισραήλ, αυτό θα καθοριστεί από το αποτέλεσμα των διεργασιών εντός της Κνεσέτ. Στην περίπτωση όμως νέων εκλογών και επικράτησης του «Μπίμπι» κάτω από αυτές τις συνθήκες αναμένεται να δημιουργηθεί ακόμα ένα ζήτημα, αφού ο πρόεδρος Ρίβλιν θα πρέπει να αποφασίσει εάν είναι «κατάλληλος» για να του αναθέσει τον σχηματισμό κυβέρνησης.

Υποστηρίξτε τη