Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

«Γαλάζιας Πατρίδας» διεκδικητικές προβολές

Η Τουρκία επανέρχεται και σήμερα σε γνωστές πολιτικές προβολές περί δήθεν δικαιωμάτων στην ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ, μη αναγνωρίζοντας τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου. Αυτό το πραγματοποιεί, κοινοποιώντας κατ’ επανάληψιν και συστηματικά επιστολές και ρηματικές διακοινώσεις προς τον ΟΗΕ, όπου υπογραμμίζει την ύπαρξη δικαιωμάτων ipso facto, δηλαδή εν τοις πράγμασι, τα οποία και προτίθεται να υπερασπίσει.

Διά της κατάθεσης συντεταγμένων τουρκικής έμπνευσης στον ΟΗΕ επιδιώκεται στα όμματα της διεθνούς κοινότητας, αγνοούσης εν προκειμένω λεπτομέρειες του ιστορικού και της διαδρομής προβλημάτων τουρκικής διεκδίκησης, η επίτευξη τετελεσμένων διεθνοπολιτικής υφής, έτσι ώστε να μπορεί η Άγκυρα να προχωρεί στις επεκτατικές της κινήσεις με όσο το δυνατόν λιγότερες διεθνείς αντιδράσεις.

Συνεπώς, η Τουρκία επιχειρεί ένα αρχικό περίγραμμα διεθνούς νομιμοποίησης των διεκδικήσεών της, καθώς ο ΟΗΕ είναι ο κατ’εξοχήν χώρος καταγραφής διεθνών γεγονότων και εξελίξεων. Αυτό δε το πλαίσιο δεν εξετάζει αρκούντως και εις βάθος το νόμιμο ή όχι των διαδραματιζομένων, αλλά αποδέχεται και «νομιμοποιεί» de facto κινήσεις δρώντων. Το παράδειγμα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974 και της διεθνούς αμήχανης απραξίας, όπου η Τουρκία δεν υπέστη κανένα κόστος για τη διεθνή παρανομία της εν προκειμένω, αποδίδει του λόγου το αληθές.

Κατά τα άλλα, θεωρώντας κατά παράδοση το ανύπαρκτο της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Άγκυρα προβάλλει συντεταγμένες που ενοποιούν τον δικό της χώρο με την Αίγυπτο, παραλείποντας τα δεδομένα της πραγματικότητας και του δικαίου, που είναι η ύπαρξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχουσας υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Δεδομένου ότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, επιφυλάσσεται η ίδια για άσκηση δικαιωμάτων στον χώρο μέχρι και του χρονικού διαστήματος επίλυσης του κυπριακού προβλήματος, εάν και όποτε τούτο επέλθει.

Πέραν τούτων και σε ενίσχυση του διαδραματιζομένου ρόλου της, η Άγκυρα προχώρησε σε υπογραφή και σχετική συμφωνία οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών με τη Λιβύη, με την οποία και διατηρεί συμμαχικές σχέσεις, όπερ και παραπέμπει σε οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών.

Ουσιαστικά η τουρκική διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας νοτίως της Κρήτης αναφέρεται στον τουρκικό σχεδιασμό ενοποίησης του χώρου των τουρκικών παραλίων με τη Λιβύη, ακυρώνοντας την ύπαρξη της Δωδεκανήσου και της Κρήτης στην περιοχή.

Η τουρκική ιδέα υλοποίησης της ούτω καλούμενης «Γαλάζιας Πατρίδας» άπτεται δύο τινών. Πρώτον, στην αποσόβηση του κινδύνου περικύκλωσης της Τουρκίας από αλυσίδα ελληνικών νήσων και βραχονησίδων, θέμα που υφίστατο από τη δεκαετία του 1960 κατά τρόπο εξαιρετικά εμφανή, πλην όμως διεθνώς απολύτως νομιμοποιημένο. Δεύτερον, στον τουρκικό σχεδιασμό για ενοποίηση του θαλασσίου χώρου με τη Λιβύη, προκειμένου να προβάλει ως η χώρα που διαθέτει τις μεγαλύτερες ηπειρωτικές ακτές στην Ανατολική Μεσόγειο, εκ των οποίων απορρέουν πλείστα όσα δικαιώματα, του υποθαλασσίου πλούτου μη εξαιρουμένου. Τοιουτοτρόπως, επιχειρείται και η ακύρωση υπαρχουσών συμφωνιών της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Αίγυπτο, τον Λίβανο και το Ισραήλ.

Η Τουρκία, διά των ενεργειών της επιχειρεί να καταργήσει εμπράκτως τις δυνατότητες που έχουν νομίμως Ελλάδα και Κύπρος να κινηθούν προς κατευθύνσεις που άπτονται νομιμοποίησης δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το γεγονός αυτό μπορεί εκ πρώτης όψεως να εμφανίζει τον τουρκικό παράγοντα να αποκτά μια κατ’αρχήν διέξοδο στην περιοχή, πλην όμως τούτο ουδόλως αποστερεί την Ελλάδα από το να προχωρήσει στην ανακήρυξη της δικής της ΑΟΖ και στην Κρήτη ως έχει νομιμοποιημένο δικαίωμα και υποχρέωση.

Κατόπιν τούτου, διαπιστώνει κανείς την αναμφισβήτητα εγνωσμένη στρατηγική στόχευση της Τουρκίας να δημιουργεί με όλα τα μέσα, εν πολλοίς παρανόμως, τις πολιτικές εξελίξεις που ευνοούν τους τουρκικούς σχεδιασμούς για επέκταση και κυριαρχία στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή.

Πρόκειται για μια πολιτική έκδηλου επεκτατισμού, που κινείται άνευ ορίων και διεθνοπολιτικών αναστολών. Ουσιαστικά η στάση της Τουρκίας συρρικνώνει την κυριαρχία των δύο ελληνικών κρατών και τούτο γιατί η κυριαρχία είναι ένα δικαίωμα που υφίσταται όταν βρίσκεται το εκάστοτε κράτος σε θέση να το υπερασπίζεται και να το προβάλλει, ειδάλλως τελεί σε μία κατάσταση αμφισβήτησης.

Η Ελλάδα, κατά τα αναμενόμενα, υπογράμμισε κατ’αρχήν στα διεθνή φόρα το αβάσιμο των ανωτέρω ισχυρισμών, κάτι, όμως, που η Τουρκία δεν πρόκειται να λάβει υπόψη της. Διά ταύτα και η Αθήνα οφείλει να είναι έτοιμη να υπερασπισθεί τη θαλάσσια επικράτειά της με όλα τα μέσα που διαθέτει ένα κράτος. Έχει σημασία να υπογραμμίσει κανείς την αναγκαιότητα Αθήνα και Λευκωσία να μην παραμείνουν άπραγες, αλλά να προβάλουν μόνες και μετά συμμάχων τη δέουσα προβολή αποτρεπτικής αντίστασης, έτσι ώστε να ακυρώσουν εκ προοιμίου τουρκικές κινήσεις δημιουργίας τετελεσμένων στην περιοχή. Η αναφορά σε δυνατότητα ειλικρινούς διαλόγου με μια χώρα, η οποία εμπράκτως διεκδικεί ελληνική θαλάσσια και όχι μόνο κυριαρχία, παραπέμπει σε φοβικά σύνδρομα της ελληνικής πλευράς, τα οποία ενίοτε ονομάζονται και ψυχραιμία ως πιο εύηχο άκουσμα στην κοινή γνώμη, διά των οποίων επιτυγχάνεται το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή ενισχύεται η τουρκική διεκδικητικότητα.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Υποστηρίξτε τη