To δημόσιο χρέος και τα ΜΕΔ
Την περασμένη βδομάδα καταγράφηκε και η πρώτη διαφωνία σε σχέση με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί από την ΚΕΔΙΠΕΣ, λόγω των εγγυήσεων που προσφέρθηκαν στην Ελληνική ως προς την ποιότητα του χαρτοφυλακίου που μεταφέρθηκε σε αυτή
To 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει σε εις βάθος αξιολόγηση της κατάστασης του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους της Κύπρου, τα οποία συνεχίζουν να προκαλούν σοβαρές ανισορροπίες στο μακροοικονομικό περιβάλλον της χώρας.
Στην έκθεση της η Επιτροπή κάνει αναφορά στην κρατική στήριξη της συμφωνίας συγχώνευσης Συνεργατισμού και Ελληνικής, ενώ την περασμένη βδομάδα καταγράφηκε και η πρώτη διαφωνία σε σχέση με το ποσό που πρέπει να καταβληθεί από την ΚΕΔΙΠΕΣ, λόγω των εγγυήσεων που προσφέρθηκαν στην Ελληνική ως προς την ποιότητα του χαρτοφυλακίου που μεταφέρθηκε σε αυτή (κάποια δάνεια τα οποία θεωρούνταν εξυπηρετούμενα δεν έχουν εξυπηρετηθεί και η Ελληνική ζήτησε την κάλυψη της ζημιάς λόγω των εγγυήσεων). Σημειώνεται ότι ήδη η ΚΕΔΙΠΕΣ έχει προχωρήσει σε πληρωμές €260 εκ. προς το κράτος (€120 εκ. σε μετρητά και €140 εκ. από μεταφορές ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων), κάτι που ενισχύει την προσπάθεια μείωσης του δημόσιου χρέους, αν και οι εκτιμήσεις προβλέπουν πως θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για την πλήρη αποπληρωμή των διευκολύνσεων που προσέφερε το κράτος.
Την ίδια στιγμή, οι καλές δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας ενισχύουν την πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, ενώ οι καλύτερες συνθήκες εργασίας ενισχύουν τα οικονομικά των νοικοκυριών και την προσπάθεια αποπληρωμής των χρεών τους.
Η πορεία του δημόσιου χρέους είναι ιδιαίτερα σημαντικός δείκτης για την οικονομία, εφόσον καταδεικνύει τις «αντιστάσεις» που έχει σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων. Γίνεται αντιληπτό ότι υψηλά ποσοστά δανεισμού/μόχλευσης (όπως και για τις επιχειρήσεις), περιορίζουν τις δυνατότητες της πολιτείας να εφαρμόσει τη δημοσιονομική της πολιτική αλλά και να παίρνει δραστικές αποφάσεις σε περιόδους ύφεσης.
Το πιστωτικό προφίλ ενός κράτους εξαρτάται από τη δυνατότητα του να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις του, την πορεία των δημόσιων οικονομικών και την πορεία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η χώρα είναι πλέον στην επενδυτική βαθμίδα, μετά την αποξένωση σημαντικού μέρους των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) από το τραπεζικό σύστημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί.
Η δυνατότητα πρόσβασης σε εύκολη και φθηνή χρηματοδότηση από τις αγορές αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες ανάκαμψης μιας οικονομίας, ενώ δίνει τη δυνατότητα, όταν και εφόσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, να βελτιώνεται το πιστωτικό προφίλ της χώρας, με την αναχρηματοδότηση υφιστάμενου δανεισμού με χαμηλότερα επιτόκια ή «απλώνοντας» τις λήξεις των ομολόγων, ώστε να είναι πιο διαχειρίσιμες.
Πρέπει να σημειωθεί ότι οποιαδήποτε αρνητική εξέλιξη επηρεάζει τη δυνατότητα του δανειολήπτη να αποπληρώσει τις δόσεις του ενισχύει την πιθανότητα πιστωτικού γεγονότος. Αρνητικές εξελίξεις για ένα κράτος αποτελούν η σημαντική συρρίκνωση του ΑΕΠ και η μείωση των εσόδων από τις φορολογίες. Αρνητική εξέλιξη για τις επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα αποτελεί η συρρίκνωση των εισοδημάτων, η οποία μπορεί να προέλθει από τη μείωση του κύκλου εργασιών, από αυξημένες φορολογίες ή την απώλεια της θέσης εργασίας. Είναι γι’ αυτό τον λόγο που πρέπει να γίνονται «ασκήσεις ευαισθησίας» σε ό,τι αφορά τα δημόσια οικονομικά, ώστε η χώρα να είναι έτοιμη να αντεπεξέλθει σε τυχόν αρνητικές εξελίξεις.
Σε ό,τι αφορά το χρέος, υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι πέραν από τον πιστωτικό (αδυναμία αποπληρωμής των δόσεων). Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, υπάρχει ο επιτοκιακός κίνδυνος στην περίπτωση που ο δανεισμός γίνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο, ο συναλλαγματικός κίνδυνος στις περιπτώσεις που η δανειοδότηση γίνεται σε νόμισμα άλλο από αυτό των εισοδημάτων του δανειολήπτη και οι κίνδυνοι του οικονομικού περιβάλλοντος. Σε ό,τι αφορά το επιτόκιο, αν αυτό είναι κυμαινόμενο, ο δανειολήπτης (είτε είναι το κράτος είτε ιδιώτης) επωφελείται από ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων όμως καλείται να καταβάλει μεγαλύτερες δόσεις στις περιπτώσεις που τα επιτόκια αυξάνονται.
Είναι γνωστό ότι τα κυπριακά νοικοκυριά και oι επιχειρήσεις παρουσιάζουν πολύ υψηλά ποσοστά δανεισμού, απόρροια της αλόγιστης πιστωτικής επέκτασης κατά την περίοδο πριν την κρίση και το μνημόνιο. Το πρόβλημα για την κοινωνία συνεχίζει να υφίσταται και μετά την πώληση των δανείων σε επενδυτικά ταμεία. Το ότι οι ισολογισμοί των τραπεζών απαλλάσσονται από το βάρος των ΜΕΔ μετά την πώληση, δε σημαίνει ότι παύουν να υφίστανται τα προβλήματα για την κοινωνία και τις επιχειρήσεις.
Πολλά τα παραδείγματα εταιρειών που δανείστηκαν ποσά τα οποία δύσκολα θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν. Άλλωστε, πριν μια δεκαετία βασική παράμετρος για να πάρει κάποιος δάνειο ήταν η αξία των εξασφαλίσεων, χωρίς να δίνεται η απαραίτητη σημασία στη δυνατότητα αποπληρωμής. Επιπλέον, πολλοί οργανισμοί απέτυχαν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα της αγοράς και υπό την πίεση του υψηλού δανεισμού οδηγήθηκαν στο κλείσιμο.
Όλα τα πιο πάνω συνδυάζονται με τις αναφορές που γίνονται για το νομοθετικό πλαίσιο των εκποιήσεων, τον κώδικα αναδιαρθρώσεων της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και το πλαίσιο αφερεγγυότητας. Ο κοινός παρονομαστής των τριών βρίσκεται στο αν τα οικονομικά στοιχεία του ισολογισμού μιας εταιρείας καταδεικνύουν ότι είναι βιώσιμη και με συγκεκριμένες λύσεις αναδιαρθρώσεων οι δανειακές υποχρεώσεις μπορούν να αποπληρωθούν.
Οι αναδιαρθρώσεις παρουσιάζουν επιβράδυνση, ενώ αρκετά δάνεια είναι μη βιώσιμα (όσο και να επεκταθεί η περίοδος αποπληρωμής και να μειωθεί το επιτόκιο, δεν υπάρχει περίπτωση ο δανειολήπτης με τα εισοδήματα που έχει να αποπληρώνει τη δόση). Το πλαίσιο αφερεγγυότητας, εκτός από το νόμο που αφορά τη διαγραφή χρεών, δεν εφαρμόστηκε όσο αναμενόταν, ίσως γιατί στην προσπάθεια της η πολιτεία να προστατέψει όσο το δυνατό περισσότερες ομάδες του πληθυσμού, δημιούργησε ένα περίπλοκο σύστημα.
Σημειώνεται ότι το πιστωτικό προφίλ του δανειολήπτη επηρεάζεται σημαντικά από τις εγγυήσεις που έχει παραχωρήσει, πρακτική που εφαρμόστηκε εκτεταμένα τόσο από το κράτος αλλά και τους ιδιώτες. Η κυβέρνηση έχει παραχωρήσει σε πολλές περιπτώσεις εγγυήσεις σε διάφορους οργανισμούς, ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν στη λήψη πιστωτικών διευκολύνσεων. Σε περίπτωση αδυναμίας του πρωτοοφειλέτη να αποπληρώσει τις δόσεις του, ο δανειστής θα κινηθεί προς τον εγγυητή.
Ένα τόσο πολύπλοκο πρόβλημα χρειάζεται σύνθεση απόψεων και σωστό σχεδιασμό, με πλήρη χρήση όλων των εργαλείων που υπάρχουν στη διάθεση της πολιτείας και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Η σωστή διαχείριση του δημόσιου χρέους και του πλαισίου που αφορά τα ΜΕΔ αποτελεί προτεραιότητα τόσο για τη δημοσιονομική όσο και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Η συνέχιση των θετικών ρυθμών ανάπτυξης της κυπριακής οικονομίας και η δημιουργία πλεονασμάτων αναμένεται να ενισχύσει την προσπάθεια αποπληρωμής του δημόσιου χρέους, ενώ η ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος και του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων θα βοηθήσει ώστε ιδιώτες και επιχειρήσεις να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Πέραν της διαχείρισης του χρέους, ο υψηλός δανεισμός αποτελεί εμπόδιο στην ανάπτυξη, εφόσον τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αδυνατούν (με βάσει τα κριτήρια που υπάρχουν) να προχωρήσουν σε δανειοδοτήσεις και χρηματοδότηση έργων και γενικότερα της ανάπτυξης.