Το Κυπριακό Σύνταγμα είχε θέσει σε ισχύ τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης
Τρίτη 19 Μάρ 2019
Δεν καταργείται ένα Σύνταγμα και δεν διαλύεται ένα κράτος λόγω τερματισμού μιας τετραμερούς διεθνούς συμφωνίας
Με τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου (ICJ) στο ζήτημα του Μαυρικίου, στις 25/02/2019, είναι πλέον τεκμηριωμένη η από τριακονταετίας άποψή μας, ότι οι βρετανικές στρατιωτικές Βάσεις βρίσκονται στην Κύπρο παράνομα. Όταν εγείρεται ζήτημα απομάκρυνσής τους μερικοί, άλλοι φανερά και άλλοι «υπόγεια», προβάλλουν τον ισχυρισμό ότι, τυχόν κατάργηση της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης θα συμπαρασύρει σε ακύρωση και το κυπριακό Σύνταγμα. Καθίσταται λοιπόν επιτακτική η ανάγκη εξέτασης του ισχυρισμού, αφού κανένας δεν θα συνηγορούσε υπέρ μιας ενέργειας που θα άφηνε το κράτος μας μετέωρο, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία μεγάλο μέρος του κατέχεται στρατιωτικά από μια ξένη χώρα.
Προσπάθησαν να μας πείσουν ότι η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε προηγηθεί νομικά της "γέννησης" του κυπριακού κράτους. Μερικοί, μάλιστα, υποστηρίζουν ότι είναι η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης που έχει "δώσει" το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού αποτελεί ένα από τα παραρτήματά της. Η νομική πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική και προκύπτει, σαφής και κατηγορηματική, με μια συνεπή και αυστηρά επιστημονική προσέγγιση, χωρίς την εμπλοκή οποιασδήποτε πολιτικής ή άλλης σκοπιμότητας.
Η υπογραφή του "πακέτου" συμφωνιών έγινε στη Ζυρίχη (11/02/1959) και το Λονδίνο (19/02/1959) από τους εκπροσώπους των δύο κυπριακών κοινοτήτων, οι οποίοι φέρονταν μεν να αντιπροσωπεύουν τον κυπριακό λαό, αλλά δεν ήσαν περιβεβλημένοι με συγκεκριμένη νομικά αποδεκτή και έγκυρη υπόσταση ώστε να δεσμεύουν την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ήταν τότε ανύπαρκτη για το διεθνές δίκαιο. Για "κάλυψη" του κενού και για να προσδοθεί «νομική εγκυρότητα και δεσμευτικότητα» στις υπογραφές των Κυπρίων ηγετών περιλήφθηκε στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας το άρθρο 195. Με το άρθρο αυτό προσδόθηκε ex post facto εγκυρότητα στη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης από το ίδιο το κυπριακό Σύνταγμα, με αποτέλεσμα να τεθεί σε ισχύ και να είναι δεσμευτική από την ημερομηνία υπογραφής της.
Το άρθρο 195
Σύμφωνα με το άρθρο 195 του Συντάγματος: «Παρά τα οριζόμενα εν τω Συντάγματι οι εκλεγέντες ως πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ως πρώτος Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, οίτινες δυνάμει του άρθρου 187 αναγνωρίζονται ως πρώτος Πρόεδρος και ως πρώτος Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν ή εγκατασταθώσιν εις το λειτούργημα αυτών ή μετά την τοιαύτην εγκατάστασιν, ως εν άρθρω 42 ορίζεται, έχουσι και θεωρούνται ότι έσχον, από κοινού, το αποκλειστικόν δικαίωμα και την εξουσίαν να υπογράψωσι και συνομολογήσωσιν εν ονόματι της Δημοκρατίας την συνθήκην εγκαθιδρύσεως της Δημοκρατίας της Κύπρου, μεταξύ της Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Δημοκρατίας της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας (...)».
Με βάση την πιο πάνω νομική διαδικασία, την οποία οι Βρετανοί είχαν τότε θεωρήσει ως νόμιμη και συνάδουσα με το Διεθνές Δίκαιο, το κυπριακό Σύνταγμα πήρε την πρωτεύουσα θέση του ως ο υπέρτατος νόμος της νεοσύστατης Κυπριακής Δημοκρατίας, τόσο σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς και δημόσιου δικαίου, όσο και δυνάμει ρητής διάταξης που είχε περιληφθεί στο άρθρο 179 του Συντάγματος, ενώ η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης αναγνωρίστηκε ως απλή τετραμερής διεθνής σύμβαση, η οποία δεσμεύει, κάτω από τις προϋποθέσεις που τίθενται από το διεθνές δίκαιο, το κυπριακό Σύνταγμα και την ίδια τη συνθήκη, τα συμβαλλόμενα μέρη και μόνον.
Μια διεθνής συμφωνία
Στη νομική πραγματικότητα η Συνθήκη Εγκαθίδρυσης ήταν και είναι μια διεθνής συμφωνία, η οποία διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 169 του Συντάγματος. «(...) με άλλα λόγια μια συνθήκη, σύμβαση ή διεθνής συμφωνία, η οποία έχει συντελεστεί και δημοσιευτεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 169 θα πρέπει να έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε νόμου που βρίσκεται σε ισχύ κατά τον χρόνο της δημοσίευσης αυτής ή έχει θεσπιστεί μεταγενέστερα, αλλά δεν μπορεί να έχει αυξημένη ισχύ έναντι του υπέρτατου νόμου, δηλαδή του Συντάγματος».
Σύμφωνα με το άρθρο 169 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας:
«Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 50 και της τρίτης παραγράφου του άρθρου 57-
»(1) Οποιαδήποτε διεθνής συμφωνία με άλλα κράτη ή οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό, που αφορά εμπορικά θέματα, οικονομική συνεργασία, περιλαμβανομένων πληρωμών και πιστώσεων και modus vivendi, συνομολογούνται μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
»(2) Η διαπραγμάτευση οποιασδήποτε άλλης συνθήκης, σύμβασης ή διεθνούς συμφωνίας όπως και η υπογραφή τους, γίνεται μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, δεν τίθενται όμως σε ισχύ και δεν δεσμεύουν τη Δημοκρατία, παρά μόνο εφόσον κυρωθούν με νόμο, που θα ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οπότε και συνομολογούνται».
Πλασματική διαδικασία
Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσον η παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 169(2) του Συντάγματος, η οποία εισάγεται από το άρθρο 195 και η οποία παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές δημοκρατίας, είναι νόμιμη και έγκυρη. Στην πράξη εισάγεται το στοιχείο τής κατά τεκμήριον εκπροσώπησης του κυπριακού λαού και της υπογραφής της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης από τον κατά τεκμήριον Πρόεδρο και Αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς οι ενέργειες αυτές να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και την αλήθεια. Πρόσθετα, η τεκμαρτή νομιμότητα της υπογραφής της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης επιβαρύνεται και με την αποφυγή έγκρισής της από το Υπουργικό Συμβούλιο και επικύρωσής της από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, θεσμικά όργανα του κράτους τα οποία δεν υπήρχαν, ούτε καν εικονικά κατά τον χρόνο της υπογραφής της συνθήκης.
Η διαδικασία όμως αυτή αντίκειται προς θεμελιώδεις αρχές δημοκρατίας και σεβασμού της ανεξαρτησίας και της αξιοπρέπειας ενός κράτους, αφού επιβάλλει σοβαρές δεσμεύσεις στην κυριαρχία του χωρίς αυτές να έχουν τύχει έγκρισης και επικύρωσης από τα συνταγματικά αρμόδια όργανά του.
Η ίδια πλασματική διαδικασία με την οποία εισάγεται η κατά τεκμήριον νομιμότητα φαίνεται να αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 179 του Συντάγματος, οι οποίες προνοούν ρητά τα ακόλουθα:
«1. Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας.
2. Ουδείς νόμος ή απόφασις της Βουλής των Αντιπροσώπων ή εκατέρας Κοινοτικής Συνελεύσεως ως και ουδεμία πράξις ή απόφασις οιουδήποτε οργάνου, Αρχής ή προσώπου εν τη Δημοκρατία ασκούντος εκτελεστικήν εξουσίαν ή οιονδήποτε διοικητικόν λειτούργημα δύναται να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπον αντίθετος ή ασύμφωνος προς οιανδήποτε των διατάξεων του Συντάγματος».
Στην πράξη, λοιπόν, οι παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες του Συντάγματος, οι οποίες είχαν επιβληθεί από τους Βρετανούς με στόχο την κατά πλάσμα δικαίου νομιμοποίηση των ενεργειών τους, θεμελιώνονταν σε συγκεκριμένες πρόνοιες του ίδιου του Συντάγματος. Κατά συνέπειαν, θα έπρεπε χρονικά να είχε τεθεί σε ισχύ πρώτα το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι πρόνοιες του οποίου θα έθεταν σε ισχύ τις «νομικές αλχημείες» των Βρετανών.
Πέρα από τα νομικά επιχειρήματα, τα οποία έχουν προαναφερθεί, το Σύνταγμα είχε υιοθετηθεί από τον κυπριακό λαό ως ο υπέρτατος νόμος που τον διέπει. Έτσι, το Σύνταγμα είχε αποσπαστεί από το «πακέτο» συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου, τόσο για να ενεργοποιήσει τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, όσο και για να δημιουργήσει τη διεθνή υπόσταση της πολιτείας. Αποτέλεσμα η αποδοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου κράτους στα Ηνωμένα Έθνη (20/09/1960) και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (01/05/2004), με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ισχυρού πλέγματος δικαιωμάτων υποχρεώσεων και σχέσεων στη διεθνή σκηνή. Δεν καταργείται ένα Σύνταγμα και δεν διαλύεται ένα κράτος λόγω τερματισμού μιας τετραμερούς διεθνούς συμφωνίας.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Νομικός, πρώην Εισαγγελέας της Δημοκρατίας