Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ασύγγνωστες οι ευθύνες των Αρχών

Πως και γιατί αφράνησαν, μ' έναν τόσο ασύγγνωστο τρόπο, οι αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους ενώπιον της εξαφάνισης μίας γυναίκας και του παιδιού της;

Ενώ τείνουμε, με την πάροδο του χρόνου, να μετατραπούμε σε μια πολυφυλετική και πολυπολιτισμική κοινωνία, την ίδια ώρα μειώνεται ο προβληματισμός μας για τα συλλογικά πράγματα, τα οποία μετασχηματίζει και διευρύνει η εξέλιξη προς την πολυπολιτισμικότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζεται μια γενική υποτίμηση των ξένων, που στην πιο ακραία της έκφραση εκδηλώνεται και ως απαξίωση της ίδιας της ζωής
Για άλλη μια φορά Επιμηθείς, αντί Προμηθείς. Ζητούντες, εκ των υστέρων, την «κατανόηση» της κοινωνίας, αντί να δειχθούμε, εκ των προτέρων, προνοητικοί.
Εμβρόντητοι και ενεοί, ενώπιον ενός εκ των ειδεχθέστερων εγκλημάτων που επεσυνέβησαν στα χρονικά της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο αποκαλύφθηκε... όλως τυχαίως, από τη φιλοπερίεργη αναψυχική διάθεση Γερμανών περιηγητών και τα αστάθμητα... γούστα του καιρού!


Η έκκληση του Αρχηγού Αστυνομίας την περασμένη Δευτέρα προς τους πολίτες να επιδείξουν κατανόηση προς το αστυνομικό Σώμα, καθώς, «προτεραιότητα, αυτήν τη στιγμή, είναι η διερεύνηση και η εξιχνίαση και η στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων», όπως ανέφερε σε δηλώσεις του, υποσημαίνει τις προφανείς ευθύνες των Αρχών για την τραγική εξέλιξη της εγκληματικής υπόθεσης που ταλανίζει από την προπερασμένη Κυριακή (14/4/2019) την κυπριακή κοινωνία.


Ευθύνες που άπτονται και αφορούν ανεπάρκειες και κενά στη διοικητική λειτουργία του Σώματος, που επέδειξε μία πρωτόγνωρη αβελτηρία όσον αφορά τον χειρισμό μιας σοβαρής καταγγελίας εξαφάνισης προσώπων, η οποία κατέληξε σ’ ένα από τα μεγαλύτερα και ειδεχθέστερα εγκλήματα στην ποινική ιστορία της Κύπρου.


(Προδήλως, για κάποιους στην αστυνομική δύναμη, ένας εξαφανισθείς είναι διαφυγών ή περίπου... μη υπαρκτός, ιδία, μάλιστα, όταν φέρει την ταυτότητα του ξένου).


Πώς και γιατί αδράνησαν, μ’ έναν τόσο ασύγγνωστο τρόπο, οι αρμόδιες υπηρεσίες του Κράτους ενώπιον της εξαφάνισης μιας γυναίκας και του παιδιού της; Ποια επίνευση ύψιστου ερασιτεχνισμού και εγκληματικής αδιαφορίας επέτρεψε στον δράστη να συνεχίζει, ανενόχλητος, την απονενοημένη δράση του;


Η εν γένει στάση της Αστυνομίας, από τη στιγμή της καταγγελίας της εξαφάνισης της τραγικά αδικοχαμένης Mary Rose και της εξάχρονης κόρης της, υποδηλοί, πρώτον: διοικητική ανεπάρκεια και αναποτελεσματικότητα των προσίδιων διοικητικών δομών, δεύτερον: προβληματικότητα στην ιεράρχηση των δράσεων πρόληψης και καταστολής, τρίτον: έλλειψη δεικτών προτεραιοποίησης των υποθέσεων και προσανατολισμού της αστυνομικής δράσης μέσα σε συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές, τέταρτον: εμφάνιση πρωτοφανούς ατομικής ανευθυνότητας εκ μέρους συγκεκριμένων στελεχών, που δεν έπραξαν κατά τα δέοντα ή ενήργησαν με στερεότυπες προϊδεάσεις και ιδεοληψίες.


Το χείριστο όλων, ωστόσο, είναι ότι η Αστυνομία, στον όλο χειρισμό της υπόθεσης, έδωσε την εντύπωση ότι η ιεράρχηση των δράσεών της εξαρτάται από τον βαθμό των κοινωνικών πιέσεων που ασκούνται επ’ αυτής -ωσάν να επρόκειτο η επιτέλεση της αποστολής της να συνάπτεται με παράγοντες όπως η πολιτική, η κοινωνική και οικονομική δύναμη ή η καταγωγή και η προέλευση- δείχνοντας, ουσιαστικά -και αυτή είναι η εδραία και κυρίαρχη εντύπωση, ακόμη κι αν δεν ισχύει ως γεγονός-, ότι αντιμετωπίζει τους μετανάστες ως πολίτες δευτέρας κατηγορίας.


Η ανθρώπινη ζωή, ωστόσο, δεν είναι αξία ενδιαφέροντος αναλόγως θρησκείας, φύλου, εθνοτικής καταγωγής ή πολιτισμικής ταυτότητας.


Μία από τις σημαντικότερες δράσεις


Πόσω μάλλον, όταν, στα επιχειρησιακά «δόγματα» όλων των Αστυνομιών του κόσμου, η εξαφάνιση προσώπων προσδιορίζεται ως μία από τις σημαντικότερες δράσεις της Αστυνομίας, που χρήζει απόλυτου επαγγελματισμού και άμεσων και συντονισμένων ενεργειών.


Ενδεικτικά, σε ιστότοπο της Ελληνικής Αστυνομίας αναγράφεται:


«Η αναζήτηση και ο εντοπισμός των εξαφανισθέντων προσώπων είναι μία από τις σημαντικότερες αρμοδιότητες της Ελληνικής Αστυνομίας και προβλέπεται από το άρθρο 124 του ΠΔ 141/1991.


Οι ενέργειες που οφείλεται να εκδηλωθούν ορίζονται στα άρθρα 9 και 12 της υπ' αριθμ. 2/1985 ΚΔ.


Συγκεκριμένα: ''Όταν πρόκειται για εξαφάνιση σημαντικού προσώπου, αλλοδαπού ή εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι το πρόσωπο που εξαφανίστηκε έπεσε θύμα εγκλήματος ή σπείρας προς προαγωγή στην πορνεία ή όταν πρόκειται περί ψυχοπαθούς που κρίνεται βάσιμα ικανός προς διάπραξη εγκλήματος ή τέλος όταν το εξαφανισθέν πρόσωπο είναι νεότερο των 14 ετών, μετά από αντικειμενική εκτίμηση κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, εκδίδονται αμέσως τοπικές και ειδικές αναζητήσεις από την αρμόδια διοίκηση Αξ/κού''.


Σημειώνεται, επίσης, ότι πουθενά δεν ορίζεται ότι πρέπει να παρέλθει 24ωρο για να δηλωθεί μια εξαφάνιση, ενώ δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις πειθαρχικού ελέγχου του αστυνομικού που επιλήφθηκε αρχικώς, λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης υποβολής των αναζητήσεων».
Δύο προσεγγίσεις για τις εξαφανίσεις


Όπως αναφέρεται σε μελέτη των Greene και Pakes (2014) (αναδημοσιεύουμε σχετικό απόσπασμα από άρθρο του Νικόλαου Γεωργιτσόπουλου στο policenet.gr), υπάρχουν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις όσον αφορά τον χειρισμό υποθέσεων εξαφανισμένων ανθρώπων. Η πρώτη προσέγγιση αφορά υψηλού κινδύνου υποθέσεις (highrisk) εξαφανισμένων προσώπων, που τις περισσότερες φορές ξεκινούν ως έρευνα αναζήτησης εξαφανισμένου προσώπου και καταλήγουν σε έρευνα ανθρωποκτονίας ή σε μια μεγάλη ποινική υπόθεση.


Τέτοιες περιπτώσεις τείνουν να γίνονται εθνικές ή παγκόσμιες συζητήσεις, που διαρκούν για μέρες ή εβδομάδες, όπως στην περίπτωση της Madeleine McCann[1] που εξαφανίστηκε στην Πορτογαλία το 2007 και αναζητείται για χρόνια, ακόμη μέχρι και σήμερα. Με αυτό τονίζεται η σημασία των ερευνών για την αναζήτηση χαμένων προσώπων, οι οποίες μπορεί να καταλήξουν να μετατραπούν σε μια πιο υψηλού κινδύνου ποινική έρευνα».


Η δεύτερη προσέγγιση αφορά μεσαίου κινδύνου (medium risk) υποθέσεις. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν εξαφανισμένα άτομα τα οποία βραχυπρόθεσμα έως μεσοπρόθεσμα επιστρέφουν μέσα σε λίγες ώρες ή μετά από μια ημέρα ή δύο πίσω στο σπίτι τους ή στο οικείο περιβάλλον τους. Είναι αυτές οι περιπτώσεις που απαιτούν ενεργό και μετρημένη απάντηση από την Αστυνομία και άλλους φορείς, προκειμένου να εντοπιστεί το πρόσωπο που έχει εξαφανιστεί και να υποστηριχθεί το πρόσωπο που έχει δηλώσει την εξαφάνιση».


Όλα αυτά, φαίνεται πως ήταν... ψιλά γράμματα για τα μέλη της Αστυνομίας, τα οποία επέδειξαν μιαν ασύγγνωστη αδιαφορία για την τύχη των ελλειπουσών μεταναστριών, «λύνοντας», στην ουσία, τα χέρια του δράστη, να συνεχίσει ανενόχλητο το ειδεχθές έργο του.
Διοικητική έρευνα στην Αστυνομία


Υπό το φως των καταιγιστικών εξελίξεων, διοικητική έρευνα για το ενδεχόμενο πειθαρχικών ή και ποινικών αδικημάτων σε βάρος μελών της Αστυνομίας διέταξε ο Αρχηγός Αστυνομίας Ζαχαρίας Χρυσοστόμου, σε σχέση με τους χειρισμούς της Αστυνομίας σε ό,τι αφορά τις ελλείπουσες γυναίκες που, ενώ ήταν στις λίστες των εξαφανισμένων, τελικά βρέθηκαν δολοφονημένες από τα χέρια του 35χρονου λοχαγού.


Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο Τύπου της Αστυνομίας, Ανδρέα Αγγελίδη, ο Αρχηγός της Δύναμης όρισε τριμελή επιτροπή υπό τον βοηθό Αρχηγό, Δημητράκη Δημητρίου, η οποία θα διερευνήσει το κατά πόσον έγιναν όλες οι ενδεδειγμένες ενέργειες από τα μέλη της Αστυνομίας κατά τις εξαφανίσεις γυναικών από τις Φιλιππίνες, ενώ παράλληλα με την ολοκλήρωση των ερευνών από την επιτροπή θα γίνουν εισηγήσεις για όσα τηρούνται σε τέτοιες υποθέσεις.
Άναυδη η κοινωνία


Την ίδια ώρα, η κυπριακή κοινωνία παρακολουθεί άναυδη τις εξελίξεις, αδυνατώντας να καταλάβει πώς ένας «άνθρωπος της διπλανής πόρτας», ένας άνθρωπος που «θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε», που δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο παρά «ένας από εμάς», ενεργεί ως κατά συρροήν δολοφόνος, αφαιρώντας, με φρικώδη εγκληματική ψυχρότητα, τη ζωή ανυπεράσπιστων αλλοδαπών γυναικών και παιδιών.


Φαίνεται, ίσως, να εδραιώνεται ένα είδος ηθικής χαύνωσης για τα πράγματα του συλλογικού βίου στην κυπριακή κοινωνία, επισημαίνει ο κοινωνιολόγος Αντώνης Ράφτης, καθώς «ο καθένας επιλέγει να κοιτάζει τα του οίκου του, αδιαφορώντας για τα ζητήματα της συλλογικής ζωής», στάση η οποία, δυστυχώς, φαίνεται να έχει διεμβολίσει και τους θεσμούς.


«Ενώ τείνουμε, με την πάροδο του χρόνου, να μετατραπούμε σε μια πολυφυλετική και πολυπολιτισμική κοινωνία, την ίδια ώρα μειώνεται ο προβληματισμός μας για τα συλλογικά πράγματα, τα οποία μετασχηματίζει και διευρύνει η εξέλιξη προς την πολυπολιτισμικότητα. Μέσα στο πλαίσιο αυτό, εμφανίζεται μια γενική υποτίμηση των ξένων, που στην πιο ακραία της έκφραση εκδηλώνεται και ως απαξίωση της ίδιας της ζωής τους και η οποία αποτυπώνεται σε διάφορα επίπεδα, από το εργασιακό έως το επίπεδο της κοινωνικής συναναστροφής. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, που ο δράστης επέλεξε ως θύματα αυτήν την κατηγορία γυναικών, μετανάστριες, δηλαδή, γυναίκες, οι οποίες κατά κανόνα εργάζονται σε δυσμενείς εργασιακές συνθήκες και δεν έχουν προστασία από κανέναν. Έκανε μια επιλογή που του διασφάλιζε ασφάλεια».


Ως αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης, «οι ξένοι δεν νιώθουν καθόλου ασφάλεια στην Κύπρο, καθώς αντιμετωπίζονται υποτιμητικά. Ειδικότερα, τις ξένες γυναίκες, τις θεωρούμε κεκτημένες και συχνά τις εκμεταλλευόμαστε μ’ ένα ‘σύμπλεγμα ανωτερότητας’, το οποίο, στο βάθος, αντανακλά τη δική μας δουλικότητα και έλλειψη αυτοεκτίμησης».


Και όλα αυτά συμβαίνουν σ’ ένα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον νοσηρότητας και αποσύνθεσης, «όπου η ευαισθητοποίηση και η ενεργοποίηση του πολίτη για συλλογικούς σκοπούς απουσιάζουν παντελώς» και όπου «κανένας δεν παύεται ούτε παραιτείται, όπου κανένας δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τίποτα, όπου αναφύονται διαρκώς και από παντού σκάνδαλα χωρίς ενόχους, και όπου ακόμη και οι καταδίκες των δικαστηρίων επιμερίζονται αναλόγως του κοινωνικού και οικονομικού στάτους κάποιου».


Υποστηρίξτε τη