Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η πρόκληση της Εθνικής Πολιτικής Στέγασης

Η νέα Πολιτική Στέγασης, που ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών, αφήνει εκτός ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού, αφού δεν ενσωματώνει τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών

Με την έναρξη των εργασιών του νεοσύστατου Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ), η Κύπρος εισέρχεται πλέον στο κλαμπ της πλειοψηφίας των ευρωπαϊκών κρατών που προσφέρουν υπηρεσίες κρατικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε όλους τους πολίτες. Με περισσότερα από 527.000 άτομα να εγγράφονται στο σύστημα (την ώρα που συντάσσεται αυτή η τοποθέτηση), είναι γεγονός πως οι κατάλογοι του ΓεΣΥ περιλαμβάνουν πλέον το 60% περίπου του πληθυσμού της ελεύθερης Κύπρου.

Αν και δεν εντόπισα επαρκή πληροφόρηση για το ποσοστό των Κυπρίων που έχουν ιδιωτική ασφάλιση υγείας, παρόλ’ αυτά, βρήκα ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με τον δείκτη Σοβαρής Υλικής Στέρησης (Severe Material Deprivation Indicator - SMD), που με οδήγησαν σε ένα λογικό συμπέρασμα, και εξηγούμαι: ο SMD είναι ο βασικός δείκτης της ΕΕ για τη μέτρηση της υλικής φτώχιας. Ο SMD μετρά το ποσοστό του πληθυσμού που, λόγω οικονομικών δυσκολιών, δεν μπορεί για παράδειγμα να αποπληρώσει τους λογαριασμούς του ρεύματος/νερού ή τα δάνειά του, να έχει τον χειμώνα ικανοποιητική θέρμανση, να αντιμετωπίσει μια έκτακτη αλλά αναγκαία δαπάνη, κ.λπ. Στην Κύπρο ο δείκτης SMD κατά το 2018 είναι σε αρκετά πιο υψηλό επίπεδο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (10,5% σε σχέση με 6,2% της ΕΕ) και κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη θέση στον σχετικό πίνακα, πίσω από τη Βουλγαρία και την Ελλάδα (Eurostat). Ως εκ τούτου, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα πως όταν κάποιος αδυνατεί να ανταποκριθεί στα παραπάνω, είναι εξαιρετικά απίθανο να κατέχει ιδιωτική ασφάλιση υγείας.

Η πρόσφατη ανακοίνωση του Υπουργείου Εσωτερικών (ΥΠΕΣ) ήταν σχετική με τη νέα Στεγαστική Πολιτική, με πρωταρχικό στόχο να καταστεί η στέγαση προσιτή σε όλους και να βοηθήσει στην εκτόνωση της στρέβλωσης που παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια στην αγορά κατοικίας, βοηθώντας έτσι και στη μείωση της υλικής φτώχιας. Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία από το RICS (2018), είναι αξιοσημείωτο ότι στην Κύπρο η μέση τιμή κατοικίας αυξήθηκε κατά 6,9% μέσα σε ένα χρόνο, ενώ τα ενοίκια παρουσιάζουν ετήσια μέση παγκύπρια αύξηση της τάξης του 18,4%. Σημειώνεται ότι σε αυτήν τη νέα πρωτοβουλία της Κυβέρνησης καταβάλλονται προσπάθειες για συγκλίσεις με τον ιδιωτικό τομέα, προκειμένου να καταστεί η εν λόγω νέα πολιτική πιο αποτελεσματική, ακολουθώντας τα παραδείγματα των Ευρωπαίων εταίρων μας.

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία της τελευταίας έκθεσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τη γήρανση του πληθυσμού, οικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις, παρατηρούμε ότι η ΕΕ έχει αυξημένα ποσοστά γηράσκοντος πληθυσμού. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, είχε ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά γονιμότητας το 2016 και σε λίγες δεκαετίες αναμένεται να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξαρτημένων ηλικιωμένων ατόμων στην ΕΕ. Σύμφωνα με την έκθεση, υπολογίζεται πως μέχρι το 2070 σχεδόν το ήμισυ του πληθυσμού (47,6%) στην Κύπρο θα είναι άνω των 65 ετών.

Η πρόοδος στην ιατρική έχει αυξήσει σημαντικά το προσδόκιμο ζωής. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, εκτός από έναν ορθολογικά σχεδιασμένο μακροοικονομικό προγραμματισμό, πιθανότατα να απαιτείται επίσης σχεδιασμός για τις μελλοντικές ανάγκες στέγασης. Εκτός από τα οικονομικά κριτήρια, οι πολιτικές στέγασης σε διαφορές ευρωπαϊκές χώρες λαμβάνουν υπόψη και τα διάφορα δημογραφικά στοιχεία. Για παράδειγμα, στην Ολλανδία υπάρχουν σχέδια εξειδικευμένων κατοικιών για τους ηλικιωμένους και στο Ηνωμένο Βασίλειο υπάρχει το πρόγραμμα «Care Act 2014», που αναγκάζει τις τοπικές Αρχές να δραστηριοποιηθούν σε προληπτική βάση για να διαμορφώσουν και να αναπτύξουν την αγορά κατοικίας, με σκοπό αυτή να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κοινοτήτων τους. Η νέα Πολιτική Στέγασης που ανακοινώθηκε από το ΥΠΕΣ επικεντρώνεται μόνο σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, χωρίς στην ουσία να ενσωματώνει τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών, δηλαδή ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού.

Στην Κύπρο παρατηρείται μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων να ζουν σε μη επαρκείς εγκαταστάσεις, πολλές φορές μη έχοντας τα εφόδια για να διευκολύνει τη ζωή του κατά τη περίοδο που έπεται της συνταξιοδότησής του. Η βοήθεια που ζητείται σε αρκετές περιπτώσεις από την οικογένεια δεν είναι πάντοτε διαθέσιμη, είτε για οικονομικούς λόγους είτε λόγω απόστασης, νοοτροπίας, κλπ. Με τις διάφορες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που παρατηρούμε να βιώνει η κοινωνία του σήμερα, η βοήθεια αυτή ενδεχομένως να μην είναι εφικτή στο εγγύς μέλλον. Μια πρόσφατη έκθεση της Jones Lang Lasalle (JLL) στο Ηνωμένο Βασίλειο με τίτλο «Retirment Living», διαπίστωσε ότι ένα μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων της χώρας επιθυμούν να μετεγκατασταθούν σε ειδικά σχεδιασμένες κατοικίες για ηλικιωμένους (Retirement Housing – RH), αλλά έρχονται αντιμέτωποι με το χρόνιο πρόβλημα της έλλειψης προσφοράς. Υπολογίζεται πως μέχρι το 2025 στο Ηνωμένο Βασίλειο θα υπάρχει ανάγκη για άλλα 725.000 RH.

Τα RH μπορούν να πάρουν διάφορες μορφές, με κύριο πυλώνα ειδικά σχεδιασμένες κατοικίες που ικανοποιούν τις ανάγκες των ηλικιωμένων και ενέχουν πολλαπλά οφέλη, με σημαντικότερο τη διατήρηση της υγείας τους. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως αυτή η λύση (που βασίζεται σε καλές πρακτικές του εξωτερικού) θα ανακούφιζε και πιθανή πίεση που θα λάβει το ΓεΣΥ από τον μεγάλο αριθμό ηλικιωμένων που έχουν προσχωρήσει στο σύστημα. Επίσης, με ηλικιωμένους να μετακινούνται σε RH, ένα μεγάλο ποσοστό του υπάρχοντος αποθέματος κατοικιών θα μπορούσε να εισέλθει προς πώληση στην αγορά. Αυτό θα μπορούσε να έχει πολλαπλά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, όπως λόγου χάρη τη ρύθμιση της αύξησης των τιμών των κατοικιών.

Επιπλέον, κοιτάζοντάς το από μιαν άλλη οπτική γωνία, η Κύπρος στο παρελθόν αποτελούσε ιδανικό προορισμό συνταξιοδότησης για άτομα από το εξωτερικό. Μια άλλη έρευνα από την JLL με τίτλο «European Living: What’s the investor appetite?» αναφέρει ότι επενδυτές στον ευρωπαϊκό τομέα ακίνητης περιουσίας έχουν αυξανόμενη όρεξη για επενδύσεις σε RH, καθώς διαβλέπουν επενδυτικές ευκαιρίες στον τομέα.

Σε τελική ανάλυση, μια ολιστική και μακροπρόθεσμη στρατηγική πολιτική στέγασης θα εξυπηρετούσε όλη την κοινωνία άμεσα είτε έμμεσα, αλλά θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων, με πολλαπλά οφέλη.

*Assistant Manager, KPMG Limited

Υποστηρίξτε τη