Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Στον αστερισμό της αποχής

Η αποχή παραμένει η πρωτεύουσα ορίζουσα των διεργασιών στο πολιτικό σύστημα είτε εκφράζεται ως τάση αποστασιοποίησης είτε ως τάση απαξίωσης

Ένα από τα ελάχιστα, ίσως, στοιχεία, που… διέψευσαν τις έρευνες δημοσκόπησης στις Ευρωεκλογές της περασμένης Κυριακής, ήταν το ποσοστό της αποχής. Η οποία προέβλεπαν ότι θα ήταν σαφώς μειωμένη, αν και παραμένουσα υψηλή, σε σχέση με το ποσοστό των Ευρωεκλογών του 2014.

Ωστόσο, αυτή άγγιξε το ιστορικό υψηλό των προηγούμενων Ευρωεκλογών, φτάνοντας στο 55%, και ήταν υψηλότερη σε σχέση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο, που κυμάνθηκε στο 51%.

Για άλλη μια φορά, λοιπόν, οι «εκκλήσεις» των κομμάτων, αλλά και της ίδιας της ΕΕ, διά του εδώ Γραφείου της, για μαζική προσέλευση των ψηφοφόρων στις κάλπες, έπεσαν στο κενό, παρότι τα πολιτικά κόμματα φρόντισαν, από την άποψη της έντασης και του περιεχομένου της προεκλογικής αντιπαράθεσης, να προσδώσουν στις Ευρωεκλογές, χαρακτήρα και χαρακτηριστικά… βουλευτικών εκλογών.

Αυτό που κυριάρχησε καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο ήταν ο καθ’ όλα εκπτωτικός πολιτικός λόγος και μια εκφυλιστικού χαρακτήρα πολιτική αντιπαράθεση, που, μάλλον, λειτούργησαν αποθαρρυντικά ή και αποτρεπτικά για μια μεγάλη μερίδα των εκλογέων, αφού η τακτική της πόλωσης λειτουργεί, πλέον, ενεργοποιητικά μόνον για τους ψηφοφόρους που κινούνται στις παρυφές των κομματικών πυρήνων και όχι στις περιφέρειες ή στον εκτός των κομματικών σχηματισμών χώρο.

Παρά τις σημαντικές μετατοπίσεις που επεσυνέβησαν στο εκλογικό σκηνικό, που είχαν ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση των έως την περασμένη Κυριακή εδραιωμένων πολιτικών συσχετισμών δύναμης, η αποχή παραμένει η πρωτεύουσα ορίζουσα των συντελούμενων διεργασιών στο κυπριακό πολιτικό σύστημα είτε εκφράζεται ως τάση αποστασιοποίησης είτε ως τάση απαξίωσης είτε ως τάση «αποπολιτικοποίησης» των πολιτών εν σχέσει προς το πολιτικό γίγνεσθαι.

Το μήνυμα… δεν ελήφθη

Σε απόλυτους, δε, αριθμούς, το αποτέλεσμα της κάλπης καταγράφει μια εκκωφαντικά ανησυχητική καθίζηση της πολιτικής δύναμης των κομμάτων (το ποσοστό των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων είναι ΔΗΣΥ 12,72%, ΑΚΕΛ 12,05%, ΔΗΚΟ 6,04%, ΕΔΕΚ 4,63%, ΕΛΑΜ 3,61%, ΔΗΠΑ 1,66%, ΣΥΜΜΑΧΙΑ-ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ 1,44%), που εγείρει, εκ των πραγμάτων, και θέμα πολιτικής νομιμοποίησης της «ύψιστης πολιτικής διαδικασίας που είναι οι εκλογές» και του εκλογικού αποτελέσματος.

Οι διαφορές, λοιπόν, που κατέγραψε η κάλπη είναι εμφαντικά εύγλωττες των μεγάλων μετατοπίσεων που έχουν επισυμβεί στο εκλογικό σώμα την τελευταία δεκαετία, με την αποχή να αναδεικνύεται, πλέον, σε δομική σταθερά του πολιτικού μας συστήματος, παγιώνοντας μια προϊούσα τάση αποστασιοποίησης των πολιτών από τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα.

Εκθέτει, παράλληλα, το ανερμάτιστο των μετεκλογικών διακηρύξεων των κομμάτων, τα οποία, έπειτα από κάθε εκλογική αναμέτρηση, διατρανώνουν ότι, αυτήν τη φορά, «έλαβαν τα μηνύματα της κάλπης», ενώ η πολιτική πρακτική τους δεικνύει ότι ούτε κατάλαβαν, ούτε έλαβαν οιοδήποτε από τα μηνύματα των πολιτών.

Όπως διεφάνη, η μεγάλη κινητοποίηση των κομματικών μηχανισμών δεν στάθηκε ικανή να συσπειρώσει τους πολίτες, οι οποίοι γύρισαν την πλάτη τους με εκκωφαντικό τρόπο στην εκλογική διαδικασία και, συνακόλουθα, στο ίδιο το πολιτικό σύστημα, βάζοντας αρκετά… βασανιστικά ερωτήματα στους φορείς του διά την επαύριον.

Είναι, πλέον, αναντίρρητο γεγονός ότι τα πολιτικά κόμματα δεν συνομιλούν «ούτε αρκετά, ούτε καλά» με την κοινωνία, ενώ οι ίδιοι οι πολίτες συναισθάνονται ολοένα και περισσότερο ότι η συμμετοχή τους στην εκλογική διαδικασία δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, ούτε επιδεικνύουν διάθεση να… κατανοήσουν ότι «τα προβλήματα δεν αντιμετωπίζονται με την αποχή», αφού το μήνυμα που στέλνουν είναι ότι, κύρια πηγή των προβλημάτων είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα και οι πολιτικές πρακτικές του.

Ο καθρέφτης της λαϊκής απαξίωσης

Σ’ αυτόν τον καθρέφτη της λαϊκής απαξίωσης και αδιαφορίας, όπως εκφράστηκε με τη γιγαντιαία… παλίρροια της αποχής, διαθλάται η κρίση των θεσμισμένων εκπροσωπήσεων, αλλά και η αμηχανία των πολιτικών και των κομμάτων, που σπεύδουν να ερμηνεύσουν το φαινόμενο, σαν μια παροδική διατάραξη της πολιτικής κανονικότητας, η οποία, υποτίθεται, θα επανέλθει, με τις προσήκουσες διορθωτικές αναπροσαρμογές.

Ωστόσο, πρόκειται για εγγενή παθογένεια των μορφών εκπροσώπησης του πολιτικού συστήματος, που αποδεικνύεται, μέχρι στιγμής, ανίκανο να επινοήσει, να επεξεργαστεί και να προτείνει ένα πραγματικά νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» με τον λαό, ενώ και η διά της αποχής εκφραζόμενη πολιτική αποστροφή των πολιτών προς την ασκούμενη πολιτική διαδικασία προβάλλει αδύναμη να ριζοσπαστικοποιηθεί πολιτικά, προσανατολιζόμενη προς ενεργητικές μορφές παραγωγής μιας άλλης πολιτικής σχέσης, έξω από τα παγιωμένα πολιτικά σχήματα και τις ασκούμενες πρακτικές.

Προς τι;

Ειδικότερα, οι πρόσφατες ευρωεκλογές διενεργήθηκαν με τα ευρωπαϊκά θέματα να απουσιάζουν παντελώς από την προεκλογική ατζέντα, μέσα σ’ ένα εντόνως πολωτικό κλίμα, που παρέπεμπε περισσότερο σε βουλευτικές εκλογές, παρά σε εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Ευρωκοινοβούλιο.

Ευθύνη γι’ αυτό το φαινόμενο φέρουν πλήρως και αποκλειστικά τα ίδια τα πολιτικά κόμματα, τα οποία είχαν διαμορφώσει τόσο το πλαίσιο, όσο και τα προσίδια διακυβεύματα της εκλογικής αναμέτρησης.

Επιπροσθέτως τούτου, πάλι με αποκλειστική ευθύνη των πολιτικών κομμάτων και των εκπροσώπων τους, η Ευρώπη και τα ευρωπαϊκά θέματα απουσιάζουν παντελώς και από την τρέχουσα εσωτερική πολιτική, παρότι αυτή η τελευταία, σε επίπεδο νομοθεσιών και όχι μόνον, διαπερνιέται, σχεδόν εξολοκλήρου, από τις ευρύτερες πολιτικές της ΕΕ και τις ευρωπαϊκές νομοθεσίες.

Γεγονός που, επιτηδείως, άπασες οι πολιτικές δυνάμεις φροντίζουν να αποκρύπτουν, ώστε η υπό τον ευρωπαϊκό αστερισμό παραγόμενη πολιτική και οι με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι συνάψεις της, όταν έχουν λυσιτελείς επιπτώσεις για την ευρύτερη κοινωνία, να εμφανίζονται ως… δικό τους επινόημα και απόφανση.

Στον… βωμό του Κυπριακού

Αντιθέτως, τόσο η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και η λειτουργία της Κυπριακής Δημοκρατίας εντός αυτής, έτυχαν μιας μεθοδευμένης, αν και ατυχούς, πολιτικής εργαλειοποίησης, ως μονοσήμαντος παράγων επίλυσης του Κυπριακού ή διασφάλισης της ύπαρξης της ΚΔ από την τουρκική απειλή.

Η τοιουτοτρόπως διαμορφωθείσα σχέση των Κυπρίων με την ΕΕ και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, που κατέστη, με την πάροδο του χρόνου, εδραιωμένη πεποίθηση για τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, είχε ως αποτέλεσμα, το ενδιαφέρον τους για τα ευρωπαϊκά πράγματα να… εξαντληθεί, περίπου, με την επίσημη εισχώρηση της Κύπρου στην Ένωση το 2003.

Ένας πολίτης, λοιπόν, απληροφόρητος και σχεδόν πλήρως αποξενωμένος από το συνολικότερο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, γιατί να προσέλθει στις κάλπες και να εκλέξει, διά της ψήφου του, αυτούς που θα τον εκπροσωπήσουν;

Προφανώς και οι ευρωεκλογές εκφεύγουν του πολύμορφου πλέγματος των πελατειακών σχέσεων, που ρυθμίζει και κινεί, από της ανεξαρτησίας και εντεύθεν, τις επάρατες δυσμορφίες του δημόσιου βίου μας.

Διάχυτη λαϊκή δυσφορία

Το κεντρικό ερώτημα, λοιπόν, που εκ νέου εγείρεται είναι κατά πόσον η αποχή θα επιταχύνει τις διαδικασίες αποσυσπείρωσης των πολιτών γύρω από τα πολιτικά κόμματα, δημιουργώντας μια πρωτόγνωρη, για τα κυπριακά πολιτικά θέσμια, κατάσταση, αν όχι θεσμικής «απονομιμοποίησης» του συστήματος εξουσίας, τουλάχιστον ριζικής αμφισβήτησής του, στέλνοντας το μήνυμα για την ανάγκη βαθιών και ουσιαστικών τομών. Ερώτημα που θα πρέπει, ασφαλώς, να απαντηθεί υπό τον όρο ενός διαπιστωτικού «πραγματολογικού» δεδομένου που προβάλλει κυρίαρχα τα τελευταία χρόνια και που είναι η ασύνταχτη διάχυση της λαϊκής δυσφορίας προς διάφορες κατευθύνσεις, «χωρίς τη δυνατότητα μετουσίωσής της σε ισχυρή πολιτική δύναμη αμφισβήτησης, ικανή να κλονίσει το πολιτικό σύστημα και τις κατεστημένες εξουσίες του».

Ίσως, δε, όπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές, για πρώτη φορά, στο ζύγι της ευρω-αποχής, ο δίσκος της αμφισβήτησης, του σκεπτικισμού και της διαμαρτυρίας έναντι συνόλου του πολιτικού συστήματος, να βαραίνει περισσότερο από εκείνο της «εύλογης» αδιαφορίας για τις Ευρωεκλογές, όπως καταγράφεται διαχρονικά στην πολιτική συμπεριφορά του εκλογικού σώματος.

Υπό αυτό το πρίσμα, η, παραδοσιακά, περισσότερο «αδιάφορη» και «περιφερειακής» σημασίας, για το πολιτικό σύστημα, διαδικασία των ευρωεκλογών, αποκτά, ενδεχομένως, μια πρωτόγνωρη σημασία, ενεργοποιώντας προβληματισμούς δραστικής αναδιαμόρφωσης και αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού.

Υποστηρίξτε τη