Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Το λεοντόψαρο και ο λαγοκέφαλος απειλούν τις θάλασσες της Μεσογείου

Σε εστιατόρια και κοσμηματοπωλεία προωθείται η αξιοποίηση του λεοντόψαρου

Επεκτατικοί εισβολείς θεωρούνται τα τελευταία χρόνια στις θάλασσες της Μεσογείου το λεοντόψαρο και ο λαγοκέφαλος, τα οποία έχουν εισβάλει από τη διώρυγα του Σουέζ και έχουν προκαλέσει ήδη αλλοίωση στο οικοσύστημα της περιοχής, ενώ έχουν αποδειχθεί μάστιγα για τους Κύπριους ψαράδες αλλά και επικίνδυνα για τους λουομένους.

Ο λαγοκέφαλος ή «κουνέλι»

ή «κουνελόψαρο»

Σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας, ο λαγοκέφαλος (Lagocephalus sceleratus) είναι είδος ευρείας εξάπλωσης στον τροπικό Ειρηνικό και Ινδικό Ωκεανό, στην Ερυθρά Θάλασσα και στην Ανατολική Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια, ως λεσσεψιανός μετανάστης (μέσω της Διώρυγας του Σουέζ). Ο λαγοκέφαλος είναι ένα από τα μεγαλύτερα μέλη της οικογένειας Tetraodontidae, ξεπερνώντας τα 110 εκατοστά σε μήκος και τα 7 κιλά σε βάρος. Περιέχει στους ιστούς του μια ισχυρή νευροτοξίνη, την τετροδοτοξίνη, η οποία μπορεί να αποτελέσει πηγή τροφικής δηλητηρίασης σε περίπτωση κατανάλωσής του, με ψηλά συσχετιζόμενα ποσοστά θνησιμότητας. Η τετροδοτοξίνη μπορεί να προκαλέσει θάνατο από μυϊκή παράλυση, αναπνευστική ανεπάρκεια και κατάρρευση του κυκλοφορικού συστήματος. Η κατανάλωση περίπου 25 mg τετροδοτοξίνης μπορεί να σκοτώσει ένα άτομο βάρους 75 κιλών.

Ο λαγοκέφαλος ή «κουνέλι» ή «κουνελόψαρο» άρχισε να εμφανίζεται στα νερά της Κύπρου τουλάχιστον από το 2000, ενώ το 2006 παρατηρήθηκε μια ραγδαία αύξηση και εξάπλωση του πληθυσμού του. Έρευνα του Τμήματος Αλιείας (2009-2010) έδειξε ότι ο λαγοκέφαλος προσαρμόστηκε απόλυτα στις συνθήκες της περιοχής και πλέον αναπαράγεται ανενόχλητος στα νερά της Κύπρου. Σύμφωνα με την έρευνα, η επιτυχής εγκατάσταση του λαγοκέφαλου στην Κύπρο και γενικότερα στην Ανατολική Μεσόγειο οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στην πολύ γρήγορη σωματική του αύξηση, ιδιαίτερα κατά τη θερμή περίοδο του έτους, τη γρήγορη πρώτη αναπαραγωγή, η οποία λαμβάνει χώρα μόλις στο δεύτερο έτος της ζωής του ψαριού και τη μεγάλη του προσαρμοστικότητα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στις διατροφικές του συνήθειες. Επιπλέον, ο λαγοκέφαλος δεν αποτελεί είδος-στόχο για την παράκτια αλιεία, λόγω της τοξικότητάς του και των σχετικών απαγορεύσεων εμπορίας και πολύ πιθανόν να μην τυγχάνει ανταγωνισμού ή θήρευσης από άλλα είδη.

Η ραγδαία αύξηση των πληθυσμών του είχε ως φυσικό επακόλουθο τις όλο και συχνότερες καταγραφές ζημιών που προκαλεί ο λαγοκέφαλος με τα κοφτερά του δόντια, στα εργαλεία και τα αλιεύματα της παράκτιας αλιείας. Σήμερα, ο λαγοκέφαλος είναι πολύ γνωστός σε όλους όσοι ασχολούνται με την αλιεία στην Κύπρο, κυρίως για τις ζημιές που προκαλεί και από πολλούς θεωρείται το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η κυπριακή παράκτια αλιεία στις μέρες μας.

Το λεοντόψαρο

Σύμφωνα με το Τμήμα Αλιείας, το λεοντόψαρο (Pterois miles) είναι λεσσεψιανό είδος, εισήλθε δηλαδή στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και έχει εξαπλωθεί στα παράκτια νερά της χώρας μας τα τελευταία χρόνια. Ανήκει στην οικογένεια των σκορπιών (Scorpaenidae) και φθάνει τα 35 εκατοστά σε μήκος. Έχει εντυπωσιακή εμφάνιση με έντονες κάθετες ραβδώσεις στο σώμα και πτερύγια με έντονα μαύρα στίγματα και πολυάριθμες μακριές σκληρές ακτίνες. Είναι επιδέξιος κυνηγός και τρέφεται κυρίως με μικρά ψάρια, μαλάκια και άλλα ασπόνδυλα.

Οι σκληρές ακτίνες του ραχιαίου, εδρικού και θωρακικού πτερυγίου του λεοντόψαρου περιέχουν ισχυρή τοξίνη. Το λεοντόψαρο δεν είναι επιθετικό είδος και τα περισσότερα ατυχήματα συμβαίνουν σε ψαράδες που τα συλλαμβάνουν. Τα συμπτώματα μετά από τσίμπημα περιλαμβάνουν ακραίο πόνο, πονοκέφαλο, εμετό, δύσπνοια και ίσως αλλεργικό σοκ με σοβαρές επιπλοκές. Πολύ μικρά παιδιά και άτομα με επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό ή αλλεργίες διατρέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο. Αντιμετώπιση τυχόν τσιμπήματος περιλαμβάνει θέρμανση της περιοχής για περιορισμό της δράσης της τοξίνης ως άμεσο ανακουφιστικό μέτρο και μετάβαση σε ιατρικό κέντρο το συντομότερο δυνατό.

Απειλή για το οικοσύστημα

Το λεοντόψαρο καταγράφηκε για πρώτη φορά στις κυπριακές θάλασσες γύρω στο 2014 και η εξάπλωσή του είναι ραγδαία κυρίως λόγω της γρήγορης ανάπτυξής του, αφού φαίνεται να ωριμάζει σεξουαλικά σε λιγότερο από ένα έτος και έχει τη δυνατότητα να παράγει περισσότερα από 2 εκατομμύρια αβγά τον χρόνο για τα επόμενα 10 χρόνια της ζωής του.

Έχει τη δυνατότητα να καταναλώνει καθημερινά 2,5%-6% του βάρους του και τρέφεται με πολλά διαφορετικά θηράματα, όπως γαρίδες και μικρά ψάρια, τα οποία αποτελούν λεία για αρκετούς θηρευτές της Μεσογείου, με αποτέλεσμα τον εκτοπισμό των ιθαγενών θηρευτών. Παραδείγματα από τον δυτικό Ατλαντικό έχουν δείξει ότι τα λεοντόψαρα μπορούν να προκαλέσουν μείωση στους πληθυσμούς των ιθαγενών ψαριών μέχρι και 95% σε ορισμένες περιπτώσεις.

Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα στην Κύπρο

δείχνει τον δρόμο στη Μεσόγειο

Το πρόγραμμα RELIONMED-LIFE είναι ένα ερευνητικό πρόγραμμα που αποσκοπεί στο να μειωθούν οι επιπτώσεις της εμφάνισης του λεοντόψαρου στα θαλάσσια ύδατα της Κύπρου. O πλήρης τίτλος του προγράμματος είναι «Preventing a LIONfish invasion in the MEDiterranean through early response and targeted REmoval (RELIONMED-LIFE)». Συγχρηματοδοτείται από το πρόγραμμα LIFE της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πραγματοποιείται από πέντε εταίρους, το Τμήμα Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, το Πανεπιστήμιο Κύπρου, την εταιρεία ερευνών Marine & Environmental Research Lab, το NGO Ενάλια Φύσις, ενώ συμμετέχει με υποστηρικτικό ρόλο και το Πανεπιστήμιο του Plymouth. Έχει τρεις κύριους στόχους, την ανάπτυξη των απαραίτητων εργαλείων και μηχανισμών που θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως μια πρώτη γραμμή άμυνας κατά της εισβολής των λεοντόψαρων και άλλων χωροκατακτητικών ειδών που εισήλθαν από την Ερυθρά Θάλασσα στο θαλάσσιο οικοσύστημα της Κύπρου μέσω της διώρυγας του Σουέζ, την εγκαθίδρυση μέτρων πρόληψης (σύστημα ανίχνευσης και απομάκρυνσης) και την ανάδειξη καλών πρακτικών που θα μπορούσαν να αναπαραχθούν σε άλλες χώρες της Μεσογείου οι οποίες δύναται να αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από το λεοντόψαρο.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε η Μαρία Χρίστου, υποψήφια διδάκτορας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στην Αλιευτική Βιολογία, και μέλος του «Marine & Environmental Research Lab» που συμμετέχει στο πρόγραμμα «RelionMed», το πρόγραμμα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2017 και αναμένεται να ολοκληρωθεί τον Σεπτέμβριο του 2021. Έχουν γίνει κάποιες προπαρασκευαστικές δράσεις, οι οποίες βοήθησαν στο να δημιουργηθεί μια εικόνα για τη βιολογία του είδους και τις επιπτώσεις του στο οικοσύστημα. Το πρόγραμμα είναι σε διαδικασία υλοποίησης και περιλαμβάνει πολλές δράσεις, όπως οργάνωση ομάδων αφαίρεσης, παρακολούθηση ευαίσθητων περιοχών και πραγματοποίηση ερωτηματολογίων.

Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του προγράμματος ενημερώνονται δύτες, ψαράδες και το κοινό για τις επιπτώσεις του λεοντόψαρου μέσω σεμιναρίων, ενώ ενθαρρύνονται οι ίδιοι να αναφέρουν και να καταγράφουν τυχόν θεάσεις ή συλλήψεις. Παράλληλα διεξάγονται επιστημονικές έρευνες καλύπτοντας τη βιολογία, την οικολογία, τη γενετική του είδους, αλλά και κοινωνικοοικονομικές μελέτες για τη διερεύνηση των επιπτώσεών του.

Μάλιστα, το RelionMed έχει ως στόχο την αναγνώριση, άντληση και μεταφορά καλών πρακτικών οι οποίες μπορούν να αναπαραχθούν στη συνέχεια και σε άλλες περιοχές της Μεσογείου μέσω διαφόρων δράσεων που υλοποιούνται αυτό τον καιρό.

Ιδιαίτερα όσον αφορά στην αφαίρεση του ψαριού, έχουν δημιουργηθεί ομάδες εθελοντών δυτών, τα «Removal Action Teams (RATs)», με σκοπό την καταγραφή των λεοντόψαρων στα θαλάσσια ύδατα της Κύπρου και αφαίρεσή τους από το οικοσύστημα. Αποτελούνται από 100 δύτες και δρουν σε περιοχές με έντονη την παρουσία του λεοντόψαρου. Έχει ήδη πραγματοποιηθεί ένας διαγωνισμός αφαίρεσης του λεοντόψαρου κατά το τέλος Μαΐου στην περιοχή του Κάβο Γκρέκο αλλά και οργανωμένες εξορμήσεις στο πεδίο, ώστε να μειωθεί ο πληθυσμός του με συλλογικό τρόπο. Αναμένεται και δεύτερος αγώνας μέσα στο καλοκαίρι με την απονομή βραβείων στους συμμετέχοντες. Ο στόχος της δημιουργίας των ομάδων, ανέφερε η κα Χρίστου, είναι η αύξηση της ευαισθητοποίησης του κόσμου και συμμετοχής του στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων.

Σε εστιατόρια και

κοσμηματοπωλεία

Σημαντικός παράγοντας αντιμετώπισης του ψαριού, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η ενθάρρυνση για αλίευσή του, ώστε να περιοριστεί το είδος του και να επέλθει η ισορροπία στο οικοσύστημα. Η κα Χρίστου ανέφερε στη «Σ» ότι υπάρχει δυνατότητα το λεοντόψαρο να ενταχθεί στην κουζίνα μας, κάτι το οποίο συμβαίνει και σε άλλες χώρες. Παράλληλα, τα αγκάθια του ψαριού είναι ιδιαίτερα δημοφιλή για κοσμήματα, κάτι που σημαίνει ότι ανάλογη χρήση του μπορεί να γίνει και από κοσμηματοπωλεία.

Υποστηρίξτε τη