Η Άγκυρα, ανεξάρτητη μεταβλητή

Ο τουρκικός παράγων εκδηλώνει τάσεις αναθεωρητικής πολιτικής στην νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, αλλά και οικοδόμησης και εφαρμογής εθνικού δόγματος πολιτικής ηγεμονικής στρατηγικής της Άγκυρας στην περιοχή, όπερ και συνοδεύεται από μία ραγδαία χειραφέτηση εν είδει απεξάρτησης από παραδοσιακές επιρροές, κυρίως της Ουάσιγκτον και εμπέδωσης μιας πολιτικής, που προβάλλει την εθνική ανεξαρτησία ως στρατηγική σύλληψη της πορείας του τουρκικού κράτους.

Η Τουρκία μεταβάλλεται σε ανεξάρτητη μεταβλητή, έννοια που παραπέμπει στην παρουσία υποκειμένων διεθνούς δικαίου στον κόσμο των κρατών με προβολή της μεγαλύτερης δυνατής αντίληψης υπεράσπισης εθνικού συμφέροντος, εθνικών ιδιαιτεροτήτων και εν γένει διεκδίκησης της ταυτότητας και της αυτόνομης ύπαρξής τους, χωρίς εξαρτήσεις από άλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες δυνάμεις

Προς τούτο συνάδουν και ενέργειες, που πραγματοποιεί ο Ερντογάν προς τη Μόσχα. Η στόχευση του Ερντογάν προσβλέπει στην επόμενη μέρα στη Συρία, όπου και επιδιώκει να είναι στο παιχνίδι της διευθέτησης περιφερειακών και στρατηγικών ζητημάτων, που θα επέλθουν από τις ανακατατάξεις που θα επιφέρει η νέα τάξη πραγμάτων στη Συρία, όπου και ο ρωσικός παράγων προβλέπεται να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Τοιουτοτρόπως, η Τουρκία μεταβάλλεται σε ανεξάρτητη μεταβλητή, έννοια που παραπέμπει στην παρουσία υποκειμένων διεθνούς δικαίου στον κόσμο των κρατών με προβολή της μεγαλύτερης δυνατής αντίληψης υπεράσπισης εθνικού συμφέροντος, εθνικών ιδιαιτεροτήτων και εν γένει διεκδίκησης της ταυτότητας και της αυτόνομης ύπαρξής τους, χωρίς εξαρτήσεις από άλλες μικρότερες ή μεγαλύτερες δυνάμεις, κατά τρόπο που αναδεικνύει τη θέση και την αναγνώρισή τους ως σημαντικού παράγοντος. Υφιστάμενης της εγγενούς αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης κρατών στο διεθνές σύστημα, οι επιρροές εν τέλει που επιδέχεται η Άγκυρα δεν αγγίζουν αυτό που αντιλαμβάνεται ως εθνικό της συμφέρον, που αποτελεί και τον πυρήνα της υπόστασης των κρατών.

Σημειώνεται πως η συγκρουσιακή διάσταση που έλαβε η σχέση της Άγκυρας με τις ΗΠΑ δεν αποτελεί ένα τυχαίο γεγονός, που δεν είναι ενταγμένο στην τουρκική στρατηγική αυτονόμησής της από την εξάρτηση της Ουάσιγκτον, εξ ου και η τακτικής υφής σύγκλιση της Άγκυρας με τη Μόσχα. Η τουρκική πολιτική και στο θέμα της Συρίας, στο Κουρδικό, αλλά και στο μεταναστευτικό με την Ευρώπη διαδραματίζεται έχοντας κατά νουν το τουρκικό εθνικό συμφέρον και τη στρατηγική της Άγκυρας. Ιδιαιτέρως ως προς την αντιμετώπιση του Κουρδικού ζητήματος υπογραμμίζεται πως τούτο μπορεί να αποτελέσει ωρολογιακή βόμβα για την ενότητα και την υπόσταση του τουρκικού κράτους, καθώς ενδεχόμενη δημιουργία κουρδικής κρατικής οντότητας περιλαμβάνει και μέρος της τουρκικής επικράτειας. Στο πλαίσιο τούτο επιδιώκει η Άγκυρα να αξιοποιήσει την κρίση στη Μέση Ανατολή και τον ρόλο που της επιφυλάσσει η γεωπολιτική της θέση για να λάβει ανταλλάγματα από τις ΗΠΑ σε σχέση με την αντιμετώπιση του κουρδικού ζητήματος.

Επιπλέον, η ανάγνωση των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο παραπέμπει σε τουρκική επικυριαρχία, που σημαίνει πως η Τουρκία με την παρουσία της καλλιεργεί την πεποίθηση ότι διά της βίας ή της απειλής χρήσης βίας οδηγεί στην ακύρωση οποιωνδήποτε πρωτοβουλιών θα μπορούσαν να δρομολογηθούν στην περιοχή και οι οποίες δεν τυγχάνουν της έγκρισής της ως περιφερειακού ηγεμόνα. Αυτή η αντίληψη εφαρμοσμένης πολιτικής, που παραπέμπει σε αυτόνομη πορεία, αποτυπώνει ουσιαστικά και το περιεχόμενο της έννοιας της ανεξάρτητης μεταβλητής.

Οι τρίτες δυνάμεις δεν εξετάζουν τη σχέση τους με μια χώρα έχοντας κατά νουν την ιστορία ή τον πολιτισμό της, αλλά πολύ περισσότερο εκείνο που υπολογίζεται είναι το εθνικό συμφέρον που συνάδει προς μία χώρα που έχει θέληση και ικανότητα επιβολής της βούλησής της στην περιοχή. Το γεγονός ότι αναγνωρίζουν την Τουρκία ως ισχυρή χώρα ενισχύει την τουρκική στρατηγική, διότι κινείται χωρίς αντιδράσεις και με μία διεθνή, εκούσα άκουσα συναίνεση. Το γεγονός ότι ο Ερντογάν προχώρησε στην προκλητική αγορά των S400, που παραπέμπει σε ουσιαστικά μία απολύτως μη φιλική ενέργεια για τα δυτικά συμφέροντα και ότι δεν υπήρξε ακόμα από την αμερικανική εκτελεστική εξουσία η αναμενόμενη παρέμβαση, που να επιφέρει πλήγμα στην τουρκική πολιτική, σηματοδοτεί και μία περαιτέρω ενίσχυση του δρομολογηθέντος από τον Ερντογάν καθεστώτος μιας ανεξάρτητης, ηγεμονικής μεταβλητής. Τούτο συνάδει με την ταυτόχρονη κίνηση τουρκικών δυνάμεων με βασική επιδίωξη τη διενέργεια γεωτρήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ, ενέργειες που δρομολογούνται άνευ του, κατά τα άλλα, αναμενόμενου κόστους. Επίσης, η εισβολή στη Συρία επέφερε και τη δρομολόγηση μιας ζώνης, η οποία ουσιαστικά θα είναι υπό τουρκικόν έλεγχον και pro forma θα θεωρείται ως ούτω καλούμενη ουδέτερη ζώνη ασφάλειας των μετακινούμενων κουρδικών και άλλων ομάδων στην περιοχή.

Συμπερασματικά, η ηγεμονική παρουσία της Άγκυρας στην περιοχή δημιουργεί προϋποθέσεις αποδυνάμωσης της προσδοκώμενης ελληνικής στρατηγικής, που θα κινδυνεύει, ακολουθούσα τη βούληση του περιφερειακού ηγεμόνα, να υπαχθεί σταδιακά στις επιδιώξεις του. Το γεγονός ότι η Ελλάδα δεν αντέδρασε τις ώρες που έπρεπε, ήδη από τη δεκαετία του 1960, όταν ακόμη ήταν ισχυρή δύναμη και την Τουρκία διέτρεχε το σύνδρομο του «επιτήδειου ουδέτερου», αλλά και το 1974, όπως και τη δεκαετία του 1990 που υπερείχε η Αθήνα στρατιωτικά, άφησε ουσιαστικά τον τουρκικό παράγοντα να ενισχυθεί σε τέτοιο βαθμό, που σήμερα να δημιουργεί την αίσθηση του ανεξέλεγκτου και απρόβλεπτου.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών, για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο