Αναλύσεις

Η κυκλικότητα στην οικονομία

Το ζητούμενο αυτήν τη στιγμή είναι αν, ως εξωγενής οικονομία, έχουμε δημιουργήσει εκείνες τις άμυνες που θα δώσουν τη δυνατότητα στη χώρα να απορροφήσει οποιουσδήποτε κραδασμούς θα μπορούσε να φέρει μαζί της μια ευρωπαϊκή ή μια παγκόσμια οικονομική κρίση

Στην οικονομική θεωρία όλες οι οικονομίες παρουσιάζουν κυκλικότητα, με περιόδους ανάπτυξης, διόρθωσης και ύφεσης. Το ίδιο και η κυπριακή οικονομία, η οποία τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται με ποσοστό γύρω στο 3,7% με 3,8%, μετά τη μεγάλη ύφεση του 2013.

Το ζητούμενο όμως για κάθε οικονομία είναι αφενός πόσο προετοιμασμένη είναι στην περίπτωση ύφεσης και, αφετέρου, πόσο ανθεκτική είναι σε περίπτωση αρνητικών εξελίξεων. Σε ένα διαφοροποιημένο πολιτικό και οικονομικό διεθνές περιβάλλον, όλες οι οικονομίες αναμένεται να επηρεαστούν από ενδεχόμενη ύφεση (ανάλογα του πόσο εξωγενής είναι η κάθε οικονομία).

Η νέα παγκόσμια ύφεση

Κινδυνεύοντας να καταστούμε παραφωνία σε μια περίοδο ανάπτυξης, εντούτοις, θα ήταν δόκιμο να μελετήσουμε κάποια σημάδια που ενδεχομένως να οδηγούν σε μια νέα παγκόσμια ύφεση, που πολύ πιθανόν να είναι εντονότερη στην Ευρώπη.

Αναλυτές τονίζουν ότι η καθοδική πορεία είναι αναπόφευκτη, με το ζητούμενο να είναι αν θα εκδηλωθεί το 2020 ή σε επόμενο χρονικό διάστημα. Η νέα ύφεση δεν αναμένεται να έχει την ίδια ένταση με το 2008, όμως σταδιακά η παγκόσμια οικονομία θα περάσει από την αναιμική ανάπτυξη στην αποδυνάμωση της οικονομικής/επιχειρηματικής δυναμικής. Σε περίπτωση ύφεσης τα ζητούμενα είναι το μέγεθός της, ο αντίκτυπός της, καθώς και η περίοδος που θα διατηρηθεί.

Για να μπορέσει κάποιος να αναλύσει τα πιο πάνω θα πρέπει να αξιολογήσει πολλούς παράγοντες, όπως το αν μια οικονομία είναι ευάλωτη σε αλλαγές στο διεθνές πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον, αν η ανάπτυξη των προηγούμενων ετών υποστηριζόταν από σωστά μακροοικονομικά στοιχεία, αν υπάρχουν οι υποδομές να απορροφηθούν τυχόν αρνητικά γεγονότα και κραδασμοί, αν υπάρχουν σωστά αντανακλαστικά κ.ά.

Η ανομοιόμορφη πορεία

της παγκόσμιας οικονομίας

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προχώρησε στη μείωση των προβλέψεών του για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας το 2019 (3,2%) και το 2020 (3,5%), με τους ρυθμούς ανάπτυξης των επιμέρους χωρών να μη φτάνουν ποτέ τα ποσοστά πριν από την προηγούμενη κρίση (παρά την περίοδο ανάπτυξης που παρουσιάστηκε).

Οι πολιτικές προστατευτισμού των ΗΠΑ προκαλούν τριγμούς με άλλες οικονομικές δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ευρώπη, ενώ την ίδια στιγμή υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα σε Ουκρανία, Συρία και άλλες περιοχές. Οι εμπορικοί πόλεμοι αυξάνουν την αβεβαιότητα στην οικονομία, με τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις να είναι επιφυλακτικοί, ενισχύοντας και επιδεινώνοντας τις καθοδικές τάσεις.

Την ίδια στιγμή βρίσκονται σε εφαρμογή τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης των τραπεζών, χωρίς να επιτυγχάνεται η οικονομική ανάπτυξη που αναμενόταν. Μόλις πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μίλησε για συνέχιση και ενίσχυση των μέτρων, αφού η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη παρουσιάζει υποτονικότητα, με μεγάλες οικονομίες όπως αυτή της Γερμανίας και της Γαλλίας να αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα.

Το δημόσιο χρέος στην Ιταλία παραμένει σταθερά πέραν του 130% του ΑΕΠ, ενώ οι πολιτικές αναταράξεις στη χώρα επιδεινώνουν τα δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά προβλήματα. Δυστυχώς η Ευρώπη δεν κατάφερε να δημιουργήσει τους μηχανισμούς αναχαίτισης κυμάτων ύφεσης και μιας κοινής δημοσιονομικής πολιτικής.

Η ανομοιόμορφη πορεία που παρουσιάζουν οι οικονομίες των χωρών της Ευρωζώνης καταδεικνύει την ανομοιογένεια που υπάρχει, εφόσον ακόμη βρισκόμαστε πολύ μακριά από τη δημοσιονομική ενοποίηση και τη λήψη τέτοιων μέτρων που θα ενισχύουν τόσο την οικονομία της Ευρωζώνης αλλά και των κρατών μελών.

Το μοντέλο ανάπτυξης της Γερμανίας, με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και την ενίσχυση των εξαγωγών αντιμετωπίζει σημαντική δοκιμασία, καθώς αποκαλύπτεται πόσο ευάλωτο είναι στις προοπτικές του παγκόσμιου εμπορίου (με τις τάσεις προστατευτισμού αλλά και τις οικονομικές συνθήκες μεγάλων οικονομιών - όπως αυτή της Κίνας). Την ίδια στιγμή οι γερμανικές τράπεζες φαίνεται να αντιμετωπίζουν προκλήσεις.

Η κυπριακή οικονομία

Η κυπριακή οικονομία αναπτύχθηκε το 2019 με ποσοστό πέραν του 3% του ΑΕΠ, η ανεργία συνέχισε την καθοδική της πορεία και τα πλεονάσματα της Κεντρικής Κυβέρνησης αυξήθηκαν. Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης η αξιοπρόσεκτη μείωση στις αποδόσεις του δεκαετούς κυπριακού ομολόγου που βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά.

Πολλές είναι οι συζητήσεις που αναπτύσσονται σε σχέση με την πορεία του τουρισμού, εφόσον διαφαίνεται ότι θα υπάρχει μείωση στα έσοδα από τον συγκεκριμένο τομέα. Αυτό οφείλεται σε πολλούς παράγοντες όπως η μείωση των αεροπορικών εταιρειών που εκτελούν πτήσεις προς την Κύπρο, η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας άλλων τουριστικών προορισμών, το Brexit και τα οικονομικά προβλήματα χωρών από τις οποίες η Κύπρος παραδοσιακά αντλούσε τουρισμό.

Την ίδια στιγμή οι εγγραφές εταιρειών συνεχίζουν την πτωτική τους πορεία, πάντα σε σύγκριση με τον περσινό αριθμό νέων εγγραφών, παρά τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος. Τα έσοδα από ελεγκτικές υπηρεσίες μειώνονται, ενώ πολλές είναι οι επιχειρήσεις ξένων συμφερόντων που «διαμαρτύρονται» για το τεράστιο διοικητικό κόστος με το οποίο επιβαρύνονται σε ό,τι αφορά τη διεκπεραίωση των συναλλαγών τους μέσω τραπεζικών ιδρυμάτων.

Οι πωλήσεις ακινήτων παρουσιάζουν επιβράδυνση, κυρίως σε ό,τι αφορά μεγάλης αξίας διαμερίσματα και κατοικίες (μετά και τις αλλαγές στα κριτήρια πολιτογράφησης), ενώ η ενδεχόμενη έναρξη παρόμοιου προγράμματος στην Ελλάδα, σύντομα, σε συνδυασμό με την αναστολή επιβολής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας σε νέα ακίνητα για τρία χρόνια, θα δημιουργήσει περισσότερο ανταγωνισμό. Το μεγάλο ζητούμενο αυτήν τη στιγμή είναι το μέγεθος της μείωσης της ζήτησης και το κατά πόσον θα διατηρηθεί.

Θα είναι επίσης ενδιαφέρον να δούμε πώς θα κινηθεί η ίδια η αγορά ακινήτων (η ανάπτυξη της οποίας οδήγησε σε αύξηση των εσόδων από τους φόρους, και, σε περίπτωση μιας εισαγόμενης ύφεσης, το πώς θα αντιδράσουν επιχειρήσεις ανάπτυξης γης που συνεχίζουν να παρουσιάζουν υψηλά ποσοστά μόχλευσης).

Το εύλογο ερώτημα

H ερώτηση που θα πρέπει να απαντήσει άμεσα ο νέος Υπουργός Οικονομικών είναι αν η κυπριακή οικονομία είναι επαρκώς θωρακισμένη σε περίπτωση μιας νέας ύφεσης. Σε περιόδους ύφεσης, και μόνο, θυμόμαστε την αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της χώρας, την ενίσχυση της έρευνας και καινοτομίας, κ.λπ.

Οι επιδόσεις της κυπριακής οικονομίας τα τελευταία χρόνια είναι αξιοσημείωτες, ειδικά για μια χώρα που αναγκάστηκε να υιοθετήσει την απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων. Το ζητούμενο αυτήν τη στιγμή είναι αν, ως εξωγενής οικονομία, έχουμε δημιουργήσει εκείνες τις άμυνες και τις υποδομές που θα δώσουν τη δυνατότητα στη χώρα να απορροφήσει οποιουσδήποτε κραδασμούς θα μπορούσε να φέρει μαζί της μια ευρωπαϊκή ή μια παγκόσμια οικονομική κρίση.

Είναι με ιδιαίτερο ενδιαφέρον που αναμένεται η κατάθεση του κρατικού προϋπολογισμού για το 2020, όπου καταγράφονται οι εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών για το ποσοστό ανάπτυξης, τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους, καθώς και οι δημοσιονομικές πολιτικές τις οποίες αναμένεται να ακολουθήσει η Κυβέρνηση. Θα ήταν καλό να απαντηθεί ένα βασικό ερώτημα: καταφέραμε να δημιουργήσουμε μια ισχυρή οικονομία με γερά θεμέλια που μπορεί να απορροφήσει οποιουσδήποτε κραδασμούς ή απλώς υπήρξαν κάποιες ευκαιριακές συγκυρίες, οι οποίες οδήγησαν σε μια ευκαιριακή πορεία ανάπτυξης;