Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Διφυής, ακαθόριστου προσανατολισμού αμερικανική στάση

Οι ΗΠΑ, ακολουθούσες τη διάσταση αντιπολιτευτικής, αντιπαραθετικής στάσης του Κογκρέσου απέναντι στην προεδρική ηγεσία, εκδηλώνουν και στη σημερινή εξέλιξη των διεθνών πολιτικών τεκταινομένων, που άπτονται της νοτιοανατολικής Μεσογείου, μία παράσταση πολιτικής, όπου αφενός ο Ντόναλντ Τραμπ αποφεύγει να λάβει θέση και μέτρα κατά της παρανομούσας Τουρκίας στις κυπριακές θάλασσες, ενώ αφετέρου, το State Department και το Κογκρέσο υποστηρίζουν τη νομιμότητα, που άπτεται της ελλαδικής και κυπριακής πολιτικής.

Παρά ταύτα το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών παραμένει σε ένα επίπεδο ηθικοδικαιϊκής προσέγγισης του εν λόγω προβλήματος, που μπορεί τότε και μόνον να προβάλει ως ικανή να παράγει αξιόπιστα για την Κύπρο αποτελέσματα, εφόσον η ηθική, πολιτική διάσταση συνοδευθεί και από ικανότητα έμπρακτης, αμυντικής υποστήριξης. Σε ένα τέτοιο σκεπτικό, που συνεισφέρει στην κρατική ενδυνάμωση, εν προκειμένω της ελλαδικής παρουσίας στην περιοχή, εντάσσεται και η κίνηση των Αθηνών να υπογράψουν Αμοιβαία Συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας με τις ΗΠΑ.

Εντούτοις, η Άγκυρα ακολουθούσα, κατά τα αναμενόμενα, πάγια επεκτατική πολιτική δεν παρεμποδίζεται από την αμερικανική στήριξη προς Ελλάδα και Κύπρο, αλλά επιχειρούσα να συμπεριφερθεί ως περιφερειακός ηγεμόνας πραγματοποιεί μια κίνηση που άπτεται της αποστολής του γεωτρυπάνου Γιαβούζ στο οικόπεδο 8, το οποίο πειρατικά μεν, εν τοις πράγμασι δε, θα διεξάγει ερευνητικού πλαισίου γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ και δη νοτίως της Λεμεσού, δηλαδή ούτε καν στην κατεχόμενη βόρεια περιοχή της Κύπρου.

Η Τουρκία μπορεί να ενοχλείται κατά ελάχιστο ή μείζονα βαθμό από την αμερικανική διακηρυκτική στήριξη προς τα ελλαδικά και κυπριακά συμφέροντα, αλλά ουδόλως δείχνει να είναι διατεθειμένη να προβεί σε κινήσεις ανάσχεσης των επεκτατικών της σχεδίων. Ο λόγος που κινείται προς την ελεύθερη περιοχή της Κύπρου, δηλαδή τη νότια τοιούτη, συνάδει προς τη βούληση του τουρκικού παράγοντα να προβάλει κατά τρόπο διαδηλωτικό τη θέση πως η παρουσία της στη μεγαλόνησο δεν περιορίζεται στο βόρειο κατεχόμενο τμήμα, αλλά σε όλη την επικράτεια.

Καθίσταται σαφές πως η Τουρκία δεν αντιλαμβάνεται ότι πραγματοποιούσα τις κινήσεις αυτές θα μπορούσε να έχει οποιοδήποτε κόστος που θα επηρέαζε την πορεία και την πολιτική της. Αντιθέτως μάλιστα και οι διακηρυκτικές καταδίκες των ευρωπαϊκών συμμάχων Κύπρου και Ελλάδος αντιμετωπίζονται με ειρωνικά μειδιάματα και σχόλια από την τουρκική ηγεσία, γνωρίζοντας πως δεν έχουν κανένα απολύτως κόστος στο τουρκικό κράτος.

Οι συνιστώσες της αντιπαράθεσης μεταξύ ΗΠΑ, Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας σε σχέση με παλαιότερες αντίστοιχες εποχές υποδεικνύουν σήμερα μία εμφανή διένεξη Ελλάδας - Κύπρου με την Τουρκία, που όμως τυγχάνει της συμπαράστασης μόνο του Κογκρέσου, σε αντίθεση με τη δυναμική και κοστοβόρο για την Τουρκία περίοδο του 1975 – 1978, που επεβλήθη εμπάργκο μετά την εισβολή του 1974 και εάν δεν ήρετο την υστάτη ώρα, το τουρκικό πολιτικό σύστημα θα κατέρρεε.

Αυτή η εποχή παρήλθε στον βαθμό που η Τουρκία σήμερα εκδηλώνει μία ικανότητα αυτόνομης και ανεξάρτητης από διεθνείς πιέσεις πορείας σε περιφερειακό και διεθνές επίπεδο. Οι κινήσεις της αμερικανικής ηγεσίας και δη του State Department ουδόλως επηρεάζουν το τουρκικό κράτος και την πορεία του σε μια διεκδικητική παρανομία που εκδηλώνεται πανταχόθεν και σε διάρκεια. Η αυτονόμηση αποτυπώνεται ως συνιστώσα εσωτερικών εξελίξεων και επικράτησης του ενός και μόνον ηγέτη, του Ερντογάν, που κυριαρχεί στο πολιτικό σύστημα της χώρας.

Παρά ταύτα, η Τουρκία έχει συγκεκριμένες αχίλλειες πτέρνες, που μπορούν να προκαλέσουν εσωτερικό πρόβλημα δυναμικής ανατροπής των δομών εξουσίας και στις οποίες θα πρέπει να στοχεύσουν Ελλάδα και Κύπρος στο πλαίσιο μιας συγκροτημένης προσπάθειας ανάσχεσης του τουρκικού επεκτατισμού, εφαρμόζοντας πολιτική που να επιφέρει κόστος στην πλευρά που επιβουλεύεται. Η πρώτη είναι η υπόθεση των μειονοτήτων και εθνοτήτων, που καταπιέζονται, παραπέμπουσες πρωτίστως στον κουρδικό παράγοντα, ο οποίος διαχρονικά διεκδικεί αυτονομία στην τουρκική επικράτεια. Η δεύτερη αναφέρεται στο Ισραήλ και τη σύγκρουση της Άγκυρας με την Ιερουσαλήμ. Αυτό λόγω ακριβώς της προσήλωσης του Ερντογάν προς τον ομόθρησκο αραβικό του κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνεται και θεωρώντας το Ισραήλ γενοκτόνο χώρα.

Τα ανωτέρω λειτουργούν ως συγκρουσιακό φαινόμενο, επιτρέποντας στην Ελλάδα και στην Κύπρο να αξιοποιήσει τον εβραϊκό παράγοντα υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, όχι μόνο στη Μεσόγειο, αλλά και στην Ουάσιγκτον διά της επιβολής μέτρων οικονομικού και στρατιωτικού επιπέδου προς το τουρκικό κράτος, τα οποία και θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα στην τουρκική επιθετικότητα. Συναφώς, η ιστορική διαδρομή της αμερικανικής πολιτικής στα Ελληνοτουρκικά μάς διδάσκει πως η ικανότητα πρόκλησης κόστους στην Τουρκία από αμερικανική παρεμβατική πολιτική εξαρτάται και από την ελληνική πολιτική αξιοποίησης του ισχυρότατου ελληνοαμερικανικού, αρμενικού και εβραϊκού λόμπι, που μπορούν να επηρεάσουν την πολιτική της Ουάσιγκτον.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Υποστηρίξτε τη