Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Σε αδιέξοδο ο πλανητάρχης, που «νίκησε» τον κορωνοϊό

Ο μετά-κορωνοϊό Τραμπ δεν παραδέχτηκε ότι δέχθηκε την καλύτερη δυνατή φροντίδα στον κόσμο, σε αντίθεση με πολλούς απλούς πολίτες, και ότι αυτό συνέτεινε στην τάχιστη ανάρρωσή του

Πολιτικό σεισμό προκάλεσε η είδηση της μόλυνσης του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τραμπ, από την Covid-19 λιγότερο από ένα μήνα πριν από τις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Πριν ακόμα κοπάσουν οι αντιδράσεις από το ντιμπέιτ, ο πλανητάρχης βρέθηκε θετικός στον κορωνοϊό, προκαλώντας εύλογα ερωτήματα τόσο για την υγεία του όσο και για το μέλλον της εκλογικής διαδικασίας. Ο «ιδιόρρυθμος» ένοικος του Λευκού Οίκου κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του δεν ήταν υπόδειγμα ασθενή, στέλνοντας αμφιλεγόμενα μηνύματα στη χώρα του, η οποία δοκιμάζεται όσο καμιά άλλη από την πανδημία του κορωνοϊού. Η περιπέτεια της υγείας του φαίνεται ότι επηρέασε τις δημοσκοπήσεις, οι οποίες ελέγχονται για την ακρίβειά τους τέσσερα χρόνια μετά το φαινομενικό φιάσκο των προηγούμενων προεδρικών εκλογών. Μέσα σε αυτό το ιδιαίτερα πολωμένο πολιτικό κλίμα, οι δύο υποψήφιοι αντιπρόεδροι διασταύρωσαν τα ξίφη τους σε μια τηλεμαχία που ελάχιστα θύμιζε αυτήν των Τραμπ- Μπάιντεν.

Όταν ο Τραμπ «νίκησε» τον κορωνοϊό

Παρά την ασθένειά του ο Τραμπ προσπαθεί με κάθε τρόπο να μεταφέρει το προεκλογικό του μήνυμα και να μη χάσει χρόνο, ώστε να μειώσει το προβάδισμα που έχει ο αντίπαλός του για τις προεδρικές εκλογές, Τζο Μπάιντεν, σε πολιτείες-κλειδιά. Μάλιστα, στο πρώτο του μήνυμα μέσω βίντεο, αφού πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο, δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τη μόλυνσή του από κορωνοϊό ως «μια ευλογία από τον Θεό», χάρη στην οποία δοκίμασε πειραματικές θεραπείες, οι οποίες δεσμεύθηκε ότι θα διατεθούν δωρεάν για όλους τους Αμερικανούς. Οι δηλώσεις αυτές προστέθηκαν στις σφοδρότατες επικρίσεις που έχει δεχθεί τόσο για τη γενικότερη πολιτική του απέναντι στην πανδημία που σκότωσε περισσότερους από 210.000 Αμερικανούς, όσο και για το γεγονός ότι έθεσε σε κίνδυνο όσους εργάζονταν κοντά του, αποθαρρύνοντας τη χρήση μάσκας στον Λευκό Οίκο και στις προεκλογικές του εκδηλώσεις. Των αμφιλεγόμενων αυτών διαπιστώσεων είχαν προηγηθεί «σόου» έξω από το νοσοκομείο αλλά και στον Λευκό Οίκο, στα οποία ο «αμετανόητος» πλανητάρχης έκανε τα πάντα για να πείσει ότι έχει νικήσει τον κορωνοϊό. Εντούτοις, οι κινήσεις αυτές θεωρούνται από πολλούς αναλυτές ότι μεταφέρουν λάθος μηνύματα στους πολίτες ως προς την αντιμετώπιση της ασθένειας, την οποία συνέκρινε με τη γρίπη, ενώ θεωρείται ότι ενθαρρύνουν τη χαλάρωση των μέτρων ατομικής προστασίας. Οι επικριτές του, ενώ τον χαρακτήριζαν και τον χαρακτηρίζουν ακόμα ως ναρκισσιστή και απολυταρχικό, θεωρούν ότι έφτασε σε νέα ύψη απερισκεψίας με την Covid-19, αφού πλέον ως «νικητής» του ιού, διατείνεται ότι έχει ιδίαν γνώσιν για το πώς να την αντιμετωπίσει.

Ο Τραμπ σε αδιέξοδο

Από την πρώτη στιγμή της περιπέτειάς του με τον κορωνοϊό ο Τραμπ επιχείρησε να υποτιμήσει την κατάσταση, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι το κεφάλαιο «πανδημία» σε καμιά περίπτωση δεν ήταν το δυνατό του σημείο, όταν μάλιστα η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν πιστεύουν όσα λέει για την πανδημία. Ενδεικτικό είναι ότι συμμετέχοντες σε δημοσκόπηση, η οποία διεξήχθη λίγες ώρες μετά την είδηση της μόλυνσης του Τραμπ από κορωνοϊό, απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικές με την ασθένεια του Προέδρου των ΗΠΑ, με πέντε στους δέκα Ρεπουμπλικάνους και το 65% των Αμερικανών να δηλώνουν ότι ο Πρόεδρος θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον κορωνοϊό, αν είχε πάρει την πανδημία περισσότερο στα σοβαρά. Αυτά τα στοιχεία λοιπόν θα έπρεπε είτε να τον ωθήσουν σε μια προσπάθεια να μετακινήσει τη συζήτηση σε οτιδήποτε άλλο εκτός από τον κορωνοϊό είτε τουλάχιστον να επιχειρήσει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων όσον αφορά τους χειρισμούς του για την πανδημία. Αντί αυτών, όμως, επέλεξε να υποστηρίξει μια αντιεπιστημονική στάση απέναντι στη φονική ασθένεια, υπονοώντας ότι μπορεί να νικηθεί με τη δύναμη της θέλησης, «εάν δεν την φοβάσαι». Οι κινήσεις αυτές όμως ούτε ενισχύουν τα ποσοστά του σε σχέση με τον κορωνοϊό, αλλά ούτε τον βοηθούν να αλλάξει το κεντρικό θέμα συζήτησης. Οι ειδικοί μάλιστα συνδέουν την τάση που παρουσιάζουν οι δημοσκοπήσεις υπέρ του Μπάιντεν με το μεγάλο ποσοστό των ηλικιωμένων που εγκαταλείπουν τον Τραμπ λόγω αυτών των απόψεων. Ο μετά-κορωνοϊό Τραμπ δεν παραδέχτηκε ότι δέχθηκε την καλύτερη δυνατή φροντίδα στον κόσμο, σε αντίθεση με πολλούς απλούς πολίτες, και ότι αυτό συνέτεινε στην τάχιστη ανάρρωσή του. Αντίθετα, επέλεξε να υποτιμήσει τον κίνδυνο, ενώ αργότερα μάζεψε τις δηλώσεις του, υποσχόμενος ότι οι πειραματικές θεραπείες που δοκίμασε θα διατεθούν δωρεάν για όλους τους Αμερικανούς.

Το πρόβλημα με τις δημοσκοπήσεις

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν πλέον ένα ξεκάθαρο προβάδισμα του Τζο Μπάιντεν σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ. Τα αποτελέσματα αυτά, όμως, σύμφωνα με ειδικούς, μοιάζουν τρομακτικά οικεία με αυτά του 2016. Ενδεικτικά, τέτοια εποχή, τέσσερα χρόνια πριν, οι προβλέψεις ανέβαζαν την πιθανότητα η Χίλαρι Κίντον να γινόταν η επόμενη Πρόεδρος των ΗΠΑ στο 70%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό του Τραμπ έφτανε στο 30%. Όπως όμως διαπιστώνεται, οι δημοσκοπήσεις που γίνονταν το 2016 δεν ήταν απαραίτητα λανθασμένες, αλλά δεν είχαν ερμηνευτεί σωστά λόγω του εκλογικού συστήματος των ΗΠΑ. Για να αναδειχθεί ο επόμενος Πρόεδρος της χώρας προηγείται μια διαδικασία δύο σταδίων, με τα αποτελέσματα να οριστικοποιούνται από το Κολέγιο των Εκλεκτόρων. Συγκεκριμένα, ο νικητής της κάθε πολιτείας εξασφαλίσει όλους τους εκλέκτορες βάσει της λογικής «the winner takes it all». Έτσι τον Πρόεδρο των ΗΠΑ δεν τον εκλέγει απ’ ευθείας ο αμερικανικός λαός, αλλά αναδεικνύεται μέσω των αντιπροσώπων του, δηλαδή το Κολέγιο των Εκλεκτόρων. Το συγκεκριμένο σώμα αποτελείται συνολικά από 538 μέλη και η κάθε Πολιτεία έχει έναν προκαθορισμένο αριθμό εκλεκτόρων. Έτσι, είναι πιθανόν ένας υποψήφιος Πρόεδρος να κερδίσει μεν την πλειοψηφία των ψήφων, αλλά να χάσει τις εκλογές. Αναλυτές εκτιμούν ότι αυτό έγινε το 2016. Η δημοσκόπηση του Real Clear Politics έδειχνε ότι η Κλίντον είχε κατά μέσο όρο 3,2 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του Trump την ημέρα των εκλογών. Κατέληξε να κερδίσει τη δημοφιλή ψήφο κατά 2,1 εκατοστιαίες μονάδες, «μια διαφορά 1,1 μονάδων που βρίσκεται στο περιθώριο σφάλματος για τις περισσότερες δημοσκοπήσεις». Μέσω όμως της στοχευμένης του στρατηγικής, ο Τραμπ κατάφερε να μετατρέψει το 46% των λαϊκών ψήφων σε 56,5% του Κολεγίου των Εκλεκτόρων, κερδίζοντας έτσι τον προεδρικό θώκο.

Η σημασία του ντιμπέιτ των υποψηφίων αντιπροέδρων

Σε ένα ντιμπέιτ που δεν θύμιζε σε τίποτα αυτό των υποψηφίων Προέδρων, Μάικ Πενς και Κάμαλα Χάρις κινήθηκαν σε πιο πολιτισμένους τόνους με λιγότερες εντάσεις. Δεν έλειψαν φυσικά και οι παραφωνίες, αφού τόσο ο Ρεπουμπλικάνος αντιπρόεδρος όσο και η Δημοκρατική γερουσιαστής διέκοπταν συστηματικά ο ένας τον άλλο. Αν και παραδοσιακά η τηλεμαχία των υποψήφιων αντιπροέδρων δεν προσελκύει μεγάλο ενδιαφέρον, η συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, όπως έχει διαμορφωθεί, άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τα δεδομένα. Σύμφωνα με αναλυτές, οι δύο υποψήφιοι αντιπρόεδροι είχαν το χρέος να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι θα μπορούσαν να αναλάβουν την προεδρία, εάν χρειαστεί, αφού κάποιοι ίσως ανησυχούν για τον Μάικ Πενς και για τις επιδόσεις του, σε περίπτωση αντικατάστασης του Τραμπ, ενώ υπάρχουν αμφιβολίες για την υγεία του Τζο Μπάιντεν, μεταθέτοντας έτσι το βάρος στη Χάρις. Το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα που εξήχθη από αυτό το ντιμπέιτ όμως ήταν ότι οι δύο πολιτικοί, σε αντίθεση με την τηλεμαχία Τραμπ- Μπάιντεν, μίλησαν και οι τηλεθεατές, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να μάθουν τις θέσεις τους, μπορούσαν να ακούσουν όσα έλεγαν. Εντύπωση προκάλεσαν οι στιγμές «νηνεμίας», οι οποίες έλειψαν από το προεδρικό ντιμπέιτ και η συντονίστρια έβρισκε χρόνο να ρωτήσει, εάν κάποιος από τους δύο θα ήθελε να απαντήσει.

Υποστηρίξτε τη