Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ανατολική Μεσόγειος: Oι Βρετανοί ξανάρχονται;

Το βρετανικό χέρι που βοήθησε και όπλισε την Άγκυρα μετατρέποντας την σε υπερδύναμη φονικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών

Στο γεωπολιτικό-ενεργειακό παιγνίδι της Ανατολικής Μεσογείου έχουν εμπλακεί ενεργά την τελευταία δεκαετία σχεδόν όλες οι περιφερειακές αλλά και μεγάλες δυνάμεις. Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Ρωσία, Γαλλία, Ελλάδα, Τουρκία, Ισραήλ, Ιταλία, Κύπρος, Αίγυπτος μέχρι και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν βγει στο προσκήνιο, προβάλλοντας αξιώσεις και διεκδικώντας λόγο και ρόλο, προτάσσοντας ισχύ, διπλωματική και στρατιωτική. Μόνο μια χώρα επέλεξε να κρατήσει χαμηλό προφίλ και αποστάσεις, αν και ο ρόλος της στην περιοχή υπήρξε ιστορικά καταλυτικός. Πρόκειται για το Ηνωμένο Βασίλειο. Την περίοδο μάλιστα που Βρετανική Αυτοκρατορία κυριαρχούσε στις θάλασσες του πλανήτη, ο χώρος τη Μεσογείου, και ειδικότερα της Ανατολικής Μεσογείου, ήταν γι’ αυτήν ζωτικής σημασίας. Να μην ξεχνούμε ότι η Κύπρος δόθηκε από του Οθωμανούς ως λάφυρο στην Βρετανία το 1878, ακριβώς γιατί οι Άγγλοι ήθελαν, μεταξύ άλλων, να ελέγχουν μέσω του νησιού το εμπορικό πέρασμα από τη Διώρυγα του Σουέζ που τότε κατασκευαζόταν. Θα ήταν όμως αφέλεια να εκλαμβάνει κάποιος τη σιωπή του Ηνωμένου Βασιλείου ως ένδειξη αδυναμίας και υπαναχώρησης του ρόλου του. Επί της ουσίας, οι Βρετανοί ουδέποτε έφυγαν για να επιστρέψουν. Απλώς αναζητούν τρόπους επικαιροποίησης της παρουσίας και του ρόλου τους στην περιοχή στη μετά Brexit εποχή. Την ανάγκη αναθεώρησης της βρετανικής πολιτικής στάσης στη Μεσόγειο ευρύτερα επισημαίνουν μάλιστα και Τουρκο-Βρετανοί αναλυτές, οι οποίοι έχουν προσβάσεις στη Βρετανική Βουλή των Κοινοτήτων, την Βουλή των Λόρδων, αλλά και στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τα εθνικά μας θέματα...

Επικαιροποίηση στρατηγικής

Στην πρόσφατη μελέτη με τίτλο «Είναι ώρα να ξανασκεφτούμε τη στάση του Ηνωμένου Βασιλείου στη Μεσόγειο», που δημοσιεύτηκε από τη δεξαμενή σκέψης Royal United Services Institute for Defence and Security Studies (RUSI), ο ερευνητής Ziya Meral τονίζει πως το Ηνωμένο Βασίλειο έχει διατηρήσει μιαν «αξιοσέβαστη σιωπή» σχετικά με τις αυξανόμενες εντάσεις στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου. «Αυτό θα πρέπει να αλλάξει», αναφέρει ο Τουρκο-Βρετανός. Ο ίδιος, επιχειρώντας να δώσει μια εξήγηση στη βρετανική «σιωπή», σε αντιπαραβολή με τη γαλλική ενεργητικότητα, σημειώνει: «Τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου στην περιοχή είναι ένας πολύπλοκος συνδυασμός χαρτοφυλακίων, που απαιτούν δέσμευση και καλές σχέσεις με όλες τις πλευρές της τρέχουσας κλιμάκωσης. Ως χώρα που έχει εδάφη και βάσεις στην Κύπρο, και έχει καταβάλει ουσιαστική προσπάθεια για να επιτρέψει την ενοποίηση του νησιού και την αποκλιμάκωση πιθανών κρίσεων, έχει πλήρη επίγνωση του τρόπου με τον οποίο η τρέχουσα ευθυγράμμιση διαφορετικών συμφερόντων και ζητημάτων έχει καταστήσει την περιοχή ευάλωτη σε μια επιδείνωση που θα βγει εκτός ελέγχου».

Ώρα για μη λύση του Κυπριακού

Στην ανάλυση αφιερώνει την πρώτη παράγραφο στο ζήτημα του Κυπριακού. Εκφράζει την άποψη πως ίσως το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει «να θέσει το άβολο ερώτημα, εάν είναι καιρός να σταματήσει κάθε προσπάθεια επανένωσης του νησιού σε μια διπλωματική και πολιτική διαδικασία από πάνω προς τα κάτω, καθώς έχει ήδη χάσει αρκετές ιστορικές στιγμές, όταν αυτό ήταν πραγματικά δυνατό να επιτευχθεί», σύμφωνα με τον ίδιο. Ήρθε η ώρα, συνεχίζει, «να συζητήσουμε, εάν αυτό στο οποίο πρέπει να επικεντρωθεί το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η οικονομική ενοποίηση-ενσωμάτωση (integration) του νησιού, η αύξηση των κοινωνικών συναναστροφών και η δυνατότητα των Τουρκοκυπρίων να έχουν πλατφόρμες και φωνή». Επομένως, ενώ δεν επιδιώκεται απαραίτητα η δημιουργία μιας λύσης δύο κρατών για το νησί, είναι απαραίτητο ένα νέο πλαίσιο που μπορεί να διευκολύνει την απομόνωση του Βορρά και θα πρέπει να επικεντρώνεται στις μακροπρόθεσμες διαδικασίες από κάτω προς τα πάνω».

«Μην αμφιβάλλετε, ενώ συχνά παραλείπεται, η Κύπρος βρίσκεται στο επίκεντρο της τρέχουσας κλιμάκωσης και των αδιεξόδων συνομιλιών ΕΕ-Τουρκίας. Η επιλογή να αφεθούν τα πράγματα όπως είναι σαφώς δεν είναι βιώσιμη», επισημαίνει.

Η ανάγκη της Τουρκίας

Η επόμενη παράγραφος της ανάλυσης αφορά τον ρόλο της Τουρκίας και την προσέγγιση που ο ίδιος εισηγείται από το Ηνωμένο Βασίλειο.

«Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει υιοθετήσει μια πολύ πιο μακροπρόθεσμη προοπτική για την Τουρκία, πέρα από τον παγκόσμιο θυμό προς τον Πρόεδρο Ερντογάν, και διατηρεί συχνά καλές εργασιακές σχέσεις με την Άγκυρα, οι οποίες έχουν αποδειχθεί πολύτιμες σε διάφορες περιπτώσεις».

Για τις σχέσεις ΝΑΤΟ-Τουρκίας ισχυρίζεται πως τυχόν εκδίωξη της Τουρκίας από τη Βορειο-Ατλαντική Συμμαχία θα έχει «πολύ περισσότερες επιπτώσεις» σε περιοχές όπως τη Μαύρη Θάλασσα έως τα Βαλτικά, τα Βαλκάνια και τις επιχειρησιακές δυνατότητες, καθώς και περισσότερα από 5 δισεκατομμύρια δολάρια επενδύσεων του ΝΑΤΟ σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στη χώρα.

Διαφορετική συνταγή από Γαλλία

Ο Ζiya Meral πιστεύει πως την ώρα που οι σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου και ΕΕ βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση και οι σχέσεις ΗΠΑ-Τουρκίας παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, «πρέπει να διεξαχθεί συζήτηση για το πόσο καλύτερα μπορεί ή πρέπει να εκμεταλλευτεί το Ηνωμένο Βασίλειο τη σχέση του με την Τουρκία για την επίτευξη σταθερότητας στη Μεσόγειο».

«Αυτό σε καμία περίπτωση δεν αφαιρεί σοβαρές ανησυχίες για τις συχνά αυτοτραυματικές προσπάθειες της Τουρκίας να επιτύχει «στρατηγική ανεξαρτησία», όπως η αγορά ρωσικών πυραυλικών συστημάτων και οι δηλώσεις Τούρκων πολιτικών κατά των Ευρωπαίων ηγετών. Ωστόσο, η πολιτική προσέγγιση για την αντιμετώπισή τους δεν είναι η πορεία που ακολουθεί η Γαλλία. Το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να επιδιώξει να είναι πιο δημόσιο και ορατό να παίζει εποικοδομητικό ρόλο, δεδομένου ότι πολλοί φαίνεται να θέλουν να εμβαθύνουν τις ρήξεις και να κλιμακώσουν τις εντάσεις για τα δικά τους συμφέροντα», επισημαίνει.

Πονοκέφαλος με Μόσχα και χώρες του Κόλπου

Όσον αφορά τον αναβαθμισμένο ρόλο της Μόσχας στην περιοχή, ο αναλυτής διατυπώνει τους κινδύνους που αυτό ενέχει για το Ηνωμένο Βασίλειο. «Το αυξανόμενο ρωσικό αποτύπωμα στη Μεσόγειο είναι ανησυχητικό, και οι ρωγμές που εμφανίζονται στην περιοχή προσφέρουν εξαιρετικές ευκαιρίες για τη Ρωσία να εκμεταλλευτεί και να επιδεινώσει τις σχέσεις εντός του ΝΑΤΟ και των κρατών της ΕΕ. Η Ρωσία έχει ήδη επιτύχει τον στόχο της αποξένωσης της Τουρκίας, διατηρώντας την εντός της συμμαχίας με την υποστήριξη της Άγκυρας».

Σε αυτό το πλαίσιο προειδοποιεί ότι «από την παράνομη μετανάστευση στην τρομοκρατία, το ενδεχόμενο στρατιωτικής κλιμάκωσης των ενεργειακών διαφορών και την εκμετάλλευση των εντάσεων από τη Ρωσία, διακυβεύονται πολλά για το Ηνωμένο Βασίλειο».

Το Ηνωμένο Βασίλειο, αναφέρει καταληκτικά μεταξύ άλλων, δεν μπορεί να μην εμπλακεί και να παραμείνει χωρίς στοχοθεσία, καθώς οι μακροχρόνιες αναμενόμενες εντάσεις στη Μεσόγειο εξελίσσονται. «Αυτή είναι η κατάλληλη στιγμή για να δοκιμαστούν οι δυνατότητες ενός Ηνωμένου Βασιλείου μετά το Brexit που θα διατηρεί καλές διμερείς σχέσεις με χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Τουρκία, η Ελλάδα και η Κύπρος, καθώς και με σημαντικά ενδιαφερόμενα μέρη σε αυτά τα θέματα, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, των ΗΑΕ, της Αιγύπτου και του Ισραήλ».

Επιστολές ομογενών σε Μπόρις

Πάντως, στις αρχές του προηγούμενου μήνα, οι ηγέτες της κυπριακής, της αρμενικής, της κουρδικής και της αιγυπτιακής διασποράς στο Ηνωμένο Βασίλειο έγραψαν επιστολή προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό, Μπόρις Τζόνσον, παροτρύνοντάς τον να «παρακινήσει» την Άγκυρα να τερματίσει τις αποσταθεροποιητικές της ενέργειες στην Ανατολική Μεσόγειο. Έγραφαν στην επιστολή ότι η Τουρκία έχει γίνει ολοένα και πιο «καταστρεπτική δύναμη» στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη περιοχή, η οποία παραβιάζει συνήθως το διεθνές δίκαιο. Αυτό, προσθέτουν στην επιστολή τους, προκάλεσε περιφερειακή αστάθεια, υπονομεύει τα συμφέροντα του Ηνωμένου Βασιλείου στην περιοχή και έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του «Global Britain».

Το άνοιγμα Ακάρ σε Βρετανία

«Κοιτώντας το μέλλον, μετά το Brexit το Ηνωμένο Βασίλειο θα είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ εκτός ΕΕ, όπως ακριβώς και η Τουρκία. Πιστεύω ότι οι διμερείς μας σχέσεις και η στρατηγική συνεργασία με το Ηνωμένο Βασίλειο θα ευθυγραμμιστούν περισσότερο από πριν σε κοινούς κινδύνους και νέες ευκαιρίες συνεργασίας», δήλωσε πριν από μερικές βδομάδες ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας, Χουλουσί Ακάρ, στη δεξαμενή σκέψης «Centre for British-Turkish Understanding». Οι δεσμοί μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου, είπε, είναι «βαθιά ριζωμένοι» και έχουν «ιστορικό υπόβαθρο».

ΕΝΘΕΤΟ

Ο ρόλος των βρετανικών drones

Υπό την ηγεσία του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Άγκυρα φαίνεται να έχει γίνει η νεότερη υπερδύναμη drone, κλονίζοντας τη στρατιωτική ισορροπία δυνάμεων στον Καύκασο, τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική. Ήδη τα τουρκικά drones δοκιμάζονται στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, τη Συρία και τη Λιβύη. Ωστόσο, ένας από τους βασικούς συντελεστές την πορείας εξοπλισμού της Τουρκίας με μη επανδρωμένα αεροσκάφη ήταν ένας κατασκευαστής με έδρα τη Βρετανία, ο οποίος παρείχε ζωτική βοήθεια στην κατασκευή των οπλισμένων Bayraktar TB2.

Συγκεκριμένα, στα περίχωρα του Μπράιτον στο Ηνωμένο Βασίλειο, η εταιρεία EDO MBM Technology σχεδίασε και προμήθευσε κατά τη διάρκεια των δοκιμών στην Τουρκία ένα κρίσιμο στοιχείο που ονομάζεται πυραυλική σχάρα Hornet, απαραίτητο για την ανάπτυξη των δολοφονικών drones. Με αυτόν τον τρόπο επέτρεψε ουσιαστικά στην Τουρκία να ξεπεράσει το εμπόδιο που θέτει η απαγόρευση εξαγωγής των ΗΠΑ για τέτοιου είδους drones.

Επί του παρόντος, η Τουρκία βρίσκεται στην πρωτοπορία αγοράς προηγμένης τεχνολογίας drones με τις ένοπλες δυνάμεις τη χώρας να διαθέτουν έναν στόλο 86 οπλισμένων TB2 σε ένα πεδίο μάχης όπου προηγουμένως κυριαρχούσαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ. Επισήμως η Τουρκία, και συγκεκριμένα ο γαμπρός του Ερντογάν, Selçuk Bayraktar, που έχει την κατασκευάστρια εταιρεία drones Βaykar, αρνούνται ότι εισήγαγαν τέτοιου είδους εξαρτήματα από τη βρετανική εταιρεία. Σύμφωνα με τον Διευθυντή του Drone Wars UK, Chris Cole - «Αυτό που βλέπουμε είναι χώρες όπως η Τουρκία να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη χρήση drones, γεγονός που, όπως και η περίπτωση των ΗΠΑ, καταδεικνύει ότι είναι έτοιμη να συμμετάσχει σε στοχευμένες δολοφονίες εκτός των συνόρων της». Πάντως, το γεγονός ότι το παράνομο αεροδρόμιο του Λευκονοίκου στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο ορίστηκε από το «υπουργικό συμβούλιο» του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους ως βάση για τουρκικά drones, θα έπρεπε εδώ και χρόνια να θέσει σε συναγερμό την Κυβέρνηση και τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Υποστηρίξτε τη