Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Το Σύνταγμα, η Βουλή και ο Πρόεδρός της

Στις 13.6.1996 η πλειοψηφία της Βουλής, κατ’ εφαρμογήν του Άρθρου 72(3) του Συντάγματος, αποφάσισε όπως ο Βουλευτής, τότε, κος Νίκος Αναστασιάδης εκλεγεί ώστε να ασκεί μονίμως και διαρκώς τα καθήκοντα του Αναπληρωτή Προέδρου της Βουλής σε περίπτωση «πρόσκαιρης απουσίας» του Προέδρου. Η πλειοψηφία για τη νεοφανή αυτή τότε απόφαση σχηματίστηκε με τις 27 ψήφους ΔΗΣΥ και ΔΗΚΟ, ενώ μειοψήφησαν το ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ και ΚΕΔ, με 21 ψήφους.

Αυτή η απόφαση ήταν νεοφανής, γιατί το Άρθρο τούτο του Συντάγματος προβλέπει, και αυτή ήταν η κοινοβουλευτική πρακτική για χρόνια, ότι τα καθήκοντα επί προσωρινής αδυναμίας του Προέδρου της Βουλής ασκούνται από τον Πρεσβύτερο βουλευτή. Γι’ αυτό η απόφαση της Βουλής αμφισβητήθηκε ως μη συμπίπτουσα με τις πρόνοιες του Συντάγματος με αίτημα που υποβλήθηκε στην πλήρη Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου από το ΑΚΕΛ, για να παραχωρηθεί άδεια να εξεταστεί η θέση ότι, κατά το Άρθρο 149(β) του Συντάγματος συνέτρεχε εκ πρώτης όψεως ζήτημα για Δικαστική ερμηνεία κατά τις πρόνοιες του Συντάγματος, της εν λόγω νεοφανούς απόφασης της Βουλής.

Η δικαστική ερμηνεία ήταν απαραίτητη, γιατί το ίδιο το Άρθρο τούτο πρόβλεπε ως «αναπληρωτή» του Προέδρου τον πρεσβύτερο βουλευτή με πρόσθετη πρόνοια, «εκτός εάν οι Βουλευτές αποφασίσωσιν άλλως». Συνεπώς το ερώτημα και η αναγκαία ερμηνεία αφορούσε στο κατά πόσον αυτή η πρόνοια «εκτός εάν αποφασίσωσιν άλλως», αποτελούσε απόλυτο δικαίωμα της Βουλής να αποφασίζει ακόμη και εκλογή «μόνιμου αναπληρωτή» του Προέδρου της Βουλής. Ιδιαίτερα γιατί αυτός ο τίτλος ή το αξίωμα, μόνιμος Αναπληρωτής του Προέδρου, δεν προβλέπεται στο Σύνταγμα.

Μάλιστα ηγέρθη προβληματισμός στις πολλές και ξεχωριστές (έξι) αποφάσεις των Δικαστών της πλειοψηφίας, και για το εάν το δικαίωμα αυτό, το έχει η Βουλή γενικά και ειδικά με την όποια συγκεκριμένη αδυναμία ή απουσία του Προέδρου. Πιο ειδικά επέτρεπε να κριθεί εάν ήταν δυνάμει αυτής της πρόνοιας, δυνατή η «μόνιμη» εκλογή Αναπληρωτή του Προέδρου της Βουλής.

Η πλειοψηφία του Δικαστηρίου ακολούθησε τη γραμματική ερμηνεία κατ’ αποκλεισμόν της ευρύτερης «πολιτικής αξιολόγησης» του δικαιώματος της Βουλής. Τούτο δε χάριν, ως κρίθηκε, ασφαλείας του δικαίου. Έκρινε δε ότι ο κανόνας είναι πως εάν δεν υπάρχει απόφαση της Βουλής για μόνιμο αναπληρωτή του Προέδρου, τότε προεδρεύει ο εκάστοτε πρεσβύτερος Βουλευτής επί πρόσκαιρης απουσίας του Προέδρου. Το πότε αποφασίζουν «άλλως» και για πόσο χρόνο να μην προεδρεύει ο Πρεσβύτερος, αλλά ένας μόνιμος αναπληρωτής του Προέδρου, κρίθηκε από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό. Μάλιστα έγινε και η υπόδειξη ότι ο χρόνος που ορίζεται με την απόφαση της Βουλής ώστε κάποιος Βουλευτής να ασκεί καθήκοντα «Αναπληρωτή» Προέδρου, μπορεί να τερματισθεί, οποτεδήποτε το θεωρούσε η Βουλή τούτο επιβεβλημένο.

Η μειοψηφία του Δικαστηρίου έκρινε, αντίθετα, ότι η προϋπόθεση «εάν αποφασίσωσιν άλλως» υποδηλώνει τη λήψη συγκεκριμένης απόφασης για ορισμό Βουλευτή, άλλου από τον πρεσβύτερο εάν και όταν προκύπτει προσωρινή απουσία του Προέδρου και καθίσταται τούτο αναγκαίο. Εάν το Σύνταγμα επέτρεπε την εκλογή μόνιμου Αναπληρωτή θα το κατέγραφε ρητά. Άλλωστε θέμα αναπλήρωσης γεννάται, εφόσον απουσιάζει ο Πρόεδρος και για τη διάρκεια της απουσίας του. Αυτή η εκάστοτε πιθανή, πρόσκαιρη απουσία του Προέδρου της Βουλής, αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία για την πλήρωση του κενού. Ενός κενού πρόσκαιρης απουσίας, που αντιμετωπίζεται όταν και εάν υπάρξει, με την άσκηση της εξουσίας που παρέχεται στο Σώμα να έχει άλλον προεδρεύοντα.

Το ερώτημα όμως με τα σημερινά δεδομένα περιστρέφεται περί την απόφαση - δήλωση του Προέδρου της Βουλής ότι, από 19.10.2020 «δεν θα ασκεί τα καθήκοντά του». Είναι όμως δικαίωμά του, ετσιθελικά, να αποφασίσει τούτο; Είναι πρόβλεψη επιτρεπτή κατά το Σύνταγμα; Ο όρος για «πρόσκαιρη απουσία ή αδυναμία» για συγκεκριμένους λόγους της άσκησης των καθηκόντων του Προέδρου της Βουλής, δεν περιλαμβάνει τη δυνατότητα για μονομερή απόφαση από τον ίδιο, για μη εκπλήρωση καθηκόντων ή ορθότερα «αποποίηση» των καθηκόντων του. Απλώς συσσωρεύει προβλήματα στην ομαλή λειτουργία της Βουλής ως το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της προβλέπουν. Προβλήματα δυσλειτουργίας που η Βουλή δεν μπορεί να τα αγνοήσει. Άλλωστε τα του «οίκου» της, είναι αρμόδια να τα χειρίζεται (με βάση και τα Άρθρα 72 και 73 του Συντάγματος) η ίδια η Βουλή ως συλλογικό θεσμικό όργανο που εκπροσωπεί όλο το φάσμα των πολιτικών πεποιθήσεων του λαού. Σ’ αυτό το συλλογικό όργανο, που ήδη έχει ένα παραιτηθέν Μέλος του, ανήκει το καθήκον να λειτουργήσει με βάση την αρχή της Νομιμότητας.

Η παραίτηση που αποφάσισε ο κ. Συλλούρης έδωσε λύση, παραμένει όμως ο προβληματισμός.

*Δικηγόρος

Υποστηρίξτε τη