Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η παγίδα των προσφυγών και η επικύρωση της κατοχής

Πρόκειται για μια καλά μελετημένη μεθόδευση της Άγκυρας, η οποία αποσκοπεί να επιλύσει, άπαξ, προς ίδιον όφελος, το πρόβλημα που η ίδια δημιούργησε, επικυρώνοντας επί του εδάφους τα δεδομένα της κατοχής

Νέα τετελεσμένα στο Κυπριακό και οριστική «διευθέτηση» του θέματος της Αμμοχώστου επιχειρούν οι Τούρκοι, διά της περιβόητης επιτροπής αποζημιώσεων περιουσιών, στην οποία καλούν τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες, νόμιμους ιδιοκτήτες να προσφύγουν.

Δεν είναι τυχαίο που η προβαλλόμενη και διεθνώς «επιχείρηση» ανοίγματος της περίκλειστης πόλης συνοδεύεται ακριβώς από το... αθρόο κάλεσμα των τ/κ κατοχικών αρχών και της ίδιας της Τουρκίας προς τους Ε/κ πρόσφυγες να προσφύγουν στη συγκεκριμένη επιτροπή, προκειμένου να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.

Πρόκειται για μια καλά μελετημένη μεθόδευση της Άγκυρας, η οποία αποσκοπεί να επιλύσει, άπαξ, προς ίδιον όφελος, το πρόβλημα που η ίδια δημιούργησε διά της κατοχής και της κατ’ εξακολούθησιν παραβίασης των ψηφισμάτων των ΗΕ για την Αμμόχωστο, επενδύοντας στην ευαισθησία των Ε/κ προσφύγων ιδιοκτητών, οι οποίοι βλέπουν και τις τελευταίες ελπίδες τους για επιστροφή και επανάκτηση των περιουσιών τους να εξανεμίζονται. Επικυρώνει, δε, στην πράξη, διά της απαλλοτρίωσης των ε/κ περιουσιών, την ίδια την κατοχή, και μάλιστα με τίτλους κυριότητας.

Η πράξη, ωστόσο, με βάση την έως τώρα πρακτική της εν λόγω επιτροπής και τα αποτελέσματα των αποφάσεών της, καταδεικνύει πως η επιτροπή αποζημιώσεων αποτελεί ένα παντελώς αναποτελεσματικό και ακατάλληλο ένδικο μέσο διεκδίκησης των ε/κ περιουσιών στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ, όσον αφορά τις ε/κ περιουσίες στην Αμμόχωστο, θα πρέπει να συνυπολογίζονται και οι κίνδυνοι από το παράνομο και αυθαίρετο «ιδιοκτησιακό καθεστώς» το οποίο επιχειρούν να επιβάλουν οι κατοχικές αρχές στην περίκλειστη πόλη, υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με απόφαση του λεγόμενου επαρχιακού δικαστηρίου Αμμοχώστου του 2005, το 95% των περιουσιών στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου ανήκουν στο ΕΒΚΑΦ.

Άλλωστε, ποικιλώνυμοι «αρμόδιοι» τ/κ φορείς και τ/κ ΜΜΕ, αναφερόμενα, συστηματικά το τελευταίο διάστημα, στο ιδιοκτησιακό καθεστώς των Βαρωσίων, ενόψει του μεθοδευόμενου ανοίγματος της περίκλειστης πόλης, υποστήριζαν ότι αυτό έχει ήδη «λυθεί» οριστικά με την απόφαση του 2005, καθώς οι περιουσίες ανήκουν στο ΕΒΚΑΦ και, ως εκ τούτου, η τ/κ κοινότητα δεν έχει οιαδήποτε υποχρέωση όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα.

Θέση την οποία απορρίπτει ο νομικός Αχιλλέας Δημητριάδης, υποστηρίζοντας πως οι ισχυρισμοί αυτοί απορρίφθηκαν δις από το ΕΔΑΔ και πως οι πρόσφυγες επιβάλλεται να προσφύγουν άμεσα, ζητώντας επιστροφή των περιουσιών τους και αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης τους.

Τι λέει η ίδια η Επιτροπή

Βεβαίως, αψευδή… μάρτυρα για το κατά πόσον αποτελεί αποτελεσματικό, ή όχι, ένδικο μέσο, αποτελεί η ίδια η Επιτροπή, η οποία, στην επίσημη ιστοσελίδα της, αναφέρει:

«Έως τις 18 Νοεμβρίου 2020, 6.756 αιτήσεις έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή και 1.213 από αυτές έχουν ολοκληρωθεί μέσω φιλικών διακανονισμών και 33 μέσω επίσημης ακρόασης. Η Επιτροπή χορήγησε αποζημίωση 312.118.627 GBP - στους αιτούντες. Επιπλέον, έχει αποφασίσει για ανταλλαγή και αποζημίωση σε δύο περιπτώσεις, για επιστροφή σε τρεις περιπτώσεις και για επιστροφή και αποζημίωση σε επτά περιπτώσεις. Σε μία περίπτωση έχει εκδώσει απόφαση για αποκατάσταση μετά την επίλυση του Κυπριακού και σε μια περίπτωση έχει αποφασίσει για μερική επιστροφή».

Εξάλλου, σύμφωνα πάντα με την ίδια την επιτροπή, σε προηγούμενη ανάρτησή της, συνολικά 6.657 αιτήσεις κατατέθηκαν έως την 10ην Ιανουαρίου 2020 στην ‘επιτροπή ακίνητης ιδιοκτησίας’, 970 εκ των οποίων ολοκληρώθηκαν μέσω φιλικού διακανονισμού και 33 μέσω ακροάσεων. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της επιτροπής, οι όροι εντολής της ανανεώθηκαν με τον «νόμο 44/2019», έτσι ώστε να δέχεται αιτήσεις μέχρι την 21η Δεκεμβρίου 2021.

Όπως σημειώνεται, το 2019 ο αριθμός των αιτήσεων ανήλθε σε 148, σε σύγκριση με 117 το 2018 και 81 το 2017. Από την αρχή του 2020 και μέχρι τις 10 Ιανουαρίου δεν φαίνεται να υποβλήθηκε καμία αίτηση στην επιτροπή. Το σύνολο των αποζημιώσεων για το 2019 ανήλθε σε 6.634.500 στερλίνες, σε σύγκριση με 29.725.000 την προηγούμενη χρονιά και 37.500.782 το 2017.

Από τα ως άνω στοιχεία διαπιστώνεται ότι μόνο σ’ ένα ελαχιστότατο ποσοστό αποφασίστηκε πραγματική αποζημίωση των διεκδικητών, ενώ από τη συνολική έκταση των 35 εκ. τ. μ. κατεχόμενης γης μόλις ένα σχεδόν μηδαμινό ποσοστό επιστρέφεται. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον δικηγόρο Αχιλλέα Δημητριάδη, από τις συμφωνίες για υποθέσεις αξίας περίπου 300 εκ. στερλινών, πληρώθηκαν μόνον τα 200 εκ. και εκκρεμούν οι πληρωμές 100 εκ. Γι’ αυτές, ήδη έχουν αρχίσει προσφυγές στο ΕΔΑΔ για καθυστέρηση στην καταβολή των ποσών που έχουν αποφασιστεί.

Αυτό που γίνεται στην πραγματικότητα, επισήμανε στη «Σ» της Κυριακής ο νομικός Σίμος Α. Αγγελίδης, «δεν είναι διεκδίκηση», αλλά «ξεπούλημα», αφού δεν ορίζεται σε καμιά περίπτωση η απώλεια χρήσης. Εν τοις πράγμασι, αυτό που αποφασίζεται είναι απαλλοτρίωση των περιουσιών, γεγονός που συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος επί της ιδιοκτησίας. «Πάμε να πουλήσουμε, όχι να αποζημιωθούμε, και μάλιστα σε εξευτελιστικές τιμές», τόνισε ο κ. Αγγελίδης.

Όπως επισημαίνει, εξάλλου, σε ανάλυσή του για την επιτροπή αποζημιώσεων, επί τη βάσει της απόφασης του ΕΔΑΔ για την υπόθεση Δημόπουλος, ο κ. Αγγελίδης: «Οι θεραπείες που παρέχει η ‘επιτροπή αποζημιώσεων’ περιέχουν ουσιαστική διαφορά σε σχέση με την αποζημίωση την οποία οι ενδιαφερόμενοι διεκδίκησαν στο ΕΔΑΔ. Εκεί, δεν διεκδίκησαν την πώληση της ιδιοκτησίας τους, αλλά αξίωσαν αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης, απόλαυσης και εκμετάλλευσης της περιουσίας, ενώ πάντοτε διατηρούσαν τον τίτλο ιδιοκτησίας. Αντίθετα, η αποζημίωση την οποία παρέχει η ‘επιτροπή’, αφορά μια εξευτελιστική και ελάχιστη αποζημίωση που ‘προσφέρει’ η Τουρκία, η οποία, σε περίπτωση αποδοχής, οδηγεί σε εξαγορά της περιουσίας και έτσι λαμβάνει η Τουρκία τον τίτλο τελεσίδικα».

Με αυτόν τον τρόπο, διευκολύνεται η Τουρκία να υλοποιήσει τα διχοτομικά της σχέδια και επί του εδάφους, επιλύοντας το ακανθώδες ζήτημα του περιουσιακού, πριν ακόμη την επίλυση του κυπριακού προβλήματος.

Ειδικότερα, όσον αφορά την Αμμόχωστο, η Τουρκία επιχειρεί να νομιμοποιήσει τη θέση της ότι οι περιουσίες αυτές αποτελούν ιδιοκτησιακό στοιχείο των Βακουφίων και, ως εκ τούτου, της ανήκουν.

Αξίζει να υπομνησθεί, επιπρόσθετα, ότι η ίδια η επιτροπή αποζημιώσεων, αναφερόμενη στους όρους εντολής της, επισημαίνει πως: «Επιδιώκει να ικανοποιήσει τις νόμιμες αξιώσεις των ιδιοκτητών ακινήτων, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της τουρκοκυπριακής κοινότητας».

Γίνεται, με άλλα λόγια, σαφής αναφορά στα δικαιώματα της τουρκοκυπριακής κοινότητας, αλλά και στο στοιχείο της νομιμότητας των αξιώσεων των ιδιοκτητών ακίνητης περιουσίας, για την ερμηνεία των οποίων, βεβαίως, αυτή αποφασίζει.

Ειρήσθω εν παρόδω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 152 β του ψευδοσυντάγματος του 1976, προτού καν γίνει η ανακήρυξη της παράνομης «ΤΔΒΚ» τον Νοέμβριο του 1983, όλη η γη που υπάρχει στην κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου ανήκει στο τουρκικό «state» και όχι σε οιονδήποτε άλλο. Όπερ έδει δείξαι…

Ψυχολογικός εκβιασμός

Περαιτέρω, ο κ. Αγγελίδης επισημαίνει ότι η ίδια η απόφαση του ΕΔΑΔ για την υπόθεση Δημόπουλος ανατρέπει κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό το ‘ψευδο-επιχείρημα’ και ενδεχομένως ψυχολογικό εκβιασμό ότι κάποιος πρέπει να προσφύγει στην επιτροπή και ότι, εάν δεν προσφύγει μέχρι την εκπνοή των όρων εντολής της, τότε χάνει την περιουσία του, καθώς, στην παράγραφο 128, αναφέρονται τα εξής: «128. [...] αυτή η απόφαση δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως να αναγκάζει τους αιτητές να χρησιμοποιήσουν την Επιτροπή Αποζημιώσεων. Μπορεί να επιλέξουν να μην το πράξουν αυτό και να αναμένουν την πολιτική λύση».

Μάλιστα, προσθέτει, «το ΕΔΑΔ επιβεβαιώνει ότι ο τίτλος της περιουσίας δεν μπορεί να μεταφερθεί με νόμιμο τρόπο στην εισβάλλουσα δύναμη. Δυστυχώς, στην ίδια παράγραφο, αναδεικνύει ένα δυσάρεστο ζήτημα, το οποίο δεν συνάδει με το διεθνές δίκαιο, εκτός εάν εμείς οι ίδιοι το αποδεχθούμε:

‘112. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι αιτητές σε αυτές τις υποθέσεις έχουν απολέσει την ιδιοκτησία με οποιαδήποτε επίσημη έννοια. Το Δικαστήριο θα απέφευγε οποιαδήποτε εισήγηση ότι η στρατιωτική κατοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια μορφή εχθρικής κατοχής κατά την οποία ο τίτλος ιδιοκτησίας θα μπορούσε νόμιμα να μεταβιβαστεί στην εισβάλλουσα δύναμη. Όμως θα ήταν μη ρεαλιστικό να αναμένει κανείς ότι ως αποτέλεσμα των υποθέσεων αυτών, το Δικαστήριο θα έπρεπε, ή μπορούσε, να διατάξει αμέσως την τουρκική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι οι αιτητές θα λάμβαναν πρόσβαση και πλήρη κατοχή των περιουσιών τους, ανεξαρτήτως από το ποιος διαμένει τώρα εκεί ή κατά πόσον η περιουσία βρίσκεται σε κατ’ ισχυρισμόν στρατιωτικά ευαίσθητη ζώνη ή χρησιμοποιείται για ζωτικό δημόσιο συμφέρον».

Η δεσμευτικότητα της θεραπείας

Όσον αφορά τη δεσμευτικότητα της θεραπείας, ο κ. Αγγελίδης σημειώνει πως «στην περίπτωση καλόπιστης διεκδίκησης στην οποία θα προβεί κάποιος πρόσφυγας/εκτοπισμένος, ενώπιον της ‘επιτροπής’, με σκοπό να διεκδικήσει το δικαίωμα απώλειας χρήσης και επιστροφής του στην ιδιοκτησία του, ο ψευδονόμος ‘67/2005’ προβλέπει ότι, εάν κάποιος διαφωνεί με την απόφαση της ‘επιτροπής’, τότε δικαιούται να προσφύγει στο ‘Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο’ του ψευδοκράτους και, σε περίπτωση που διαφωνεί, τότε μπορεί να προσφύγει στο ΕΔΑΔ».

Εν τοιαύτη περιπτώσει, «υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο και κίνδυνος, μια τέτοια πορεία με τελική προσφυγή στο ΕΔΑΔ να μην έχει κανένα αποτέλεσμα. Τούτο, γιατί το ΕΔΑΔ έχει ήδη αποφασίσει στην υπόθεση Δημόπουλος, ότι όλες οι θεραπείες που προσφέρει η ‘επιτροπή αποζημιώσεων’, δηλαδή η εξαγορά, η ανταλλαγή και η επιστροφή είναι, δήθεν, αποτελεσματικές και αποδεκτές θεραπείες, τις οποίες επικροτεί και αποδέχεται ιδιαίτερα, αφού έχει ήδη αποφασίσει ότι ‘επαφίεται’ στην Τουρκία να επιλέξει ποία μορφή θεραπείας θα δώσει στην κάθε περίπτωση.

Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω ήδη διαμορφωθείσας άποψης του ΕΔΑΔ, υπάρχει ο κίνδυνος, κάποιος που καλόπιστα διεκδικεί από την ‘επιτροπή’, για παράδειγμα, το δικαίωμα επιστροφής/αποκατάστασης στην περιουσία του, να βρεθεί με μια δεσμευτική προς τον ίδιο απόφαση για αποζημίωση, ακόμα και από το ΕΔΑΔ, το οποίο δύναται να αποδεχθεί την αποζημίωση που έχει επιδικάσει η ‘επιτροπή’ ή, έστω, να την αυξήσει κατ’ ελάχιστον».

Διαδικασία φθοράς – ευθύνες της ΚΔ

Στο πλαίσιο αυτό, ο νομικός Γιώργος Κολοκασίδης χαρακτηρίζει τις προσφυγές ως μια οδυνηρή διαδικασία φθοράς, η οποία έχει, κατά κανόνα, εξαιρετικά πενιχρότερα, από το επιδιωκόμενο, αποτελέσματα, αφού, ο αιτών, προκειμένου να συντομεύσει τον χρόνο εκδίκασης της υπόθεσής του, αναγκάζεται να συναινέσει σ’ ένα είδος διακανονισμού, ο οποίος πόρρω απέχει από τους αρχικούς επιδιωκόμενους στόχους της προσφυγής.

Σ’ αυτό το σημείο, τονίζει, είναι επικριτέα «η επαμφοτερίζουσα στάση της Κυβέρνησης στο θέμα, η οποία, θα όφειλε, υπό τις υφιστάμενες συνθήκες καταπίεσης και κατοχής, που εξωθούν εκβιαστικά τους πρόσφυγες / ιδιοκτήτες να αποδεχθούν, για ένα ελάχιστο ποσό, την απαλλοτρίωση της περιουσίας τους, η οποία περιέρχεται στην κυριότητα της Τουρκίας, να εκφράσει επιφυλάξεις ως προς το νόμιμο του αποτελέσματος της προσφυγής. Γιατί, στην ουσία, η αποξένωση των περιουσιών συνιστά επικύρωση της κατοχής».

Προσφυγές για την Αμμόχωστο

Όσον αφορά τις προσφυγές για την Αμμόχωστο, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, περίπου 281 Ελληνοκύπριοι αποτάθηκαν στην επιτροπή αποζημιώσεων, όσον αφορά σπίτια και επιχειρήσεις που βρίσκονται εντός της περίκλειστης πόλης.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας «Χουριέτ», ο επικεφαλής της επιτροπής, Ayfer Said Erkmen, ανέφερε ότι οι αιτήσεις που έχουν υποβληθεί έως τον Αύγουστο 2020 αφορούν περίπου 2.318 στρέμματα, έκταση που αντιστοιχεί στο 50% ολόκληρης της πόλης.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, περίπου 193 από τους αιτούντες διεκδικούν επιστροφή των ακινήτων τους, ενώ οι υπόλοιποι ζήτησαν αποζημιώσεις ύψους 1,4 δισεκατομμυρίου ευρώ.

Δύο πτυχές

Κάθετα εναντίον της προσφυγής στην επιτροπή αποζημιώσεων και της επανεγκατάστασης Ε/κ προσφύγων στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου τάσσεται ο πρώην δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γεώργιος Αρέστη, ο οποίος, αναφερόμενος στο θέμα, επισημαίνει ότι αυτό διακρίνεται από δύο πτυχές, τη νομική και την πολιτική, εξίσου σημαντικές και κεφαλαιώδεις.

Σε παρέμβασή του στις Τομές στα Γεγονότα, ο κ. Αρέστη επισήμανε ότι το βάρος της εισβολής ασφαλώς το φέρουν οι πρόσφυγες, η οργή, όμως, δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει σε ενέργειες οι οποίες θα αποτελέσουν ταφόπλακα για την επιστροφή της Αμμοχώστου.

Όπως εξήγησε, το θέμα έχει δύο πτυχές: Μια νομική πτυχή, η οποία αγγίζει τα θέματα και τα προβλήματα της επιτροπής, και μια πολιτική πτυχή… Όσον αφορά την πρώτη, ο κ. Αρέστη επικαλέστηκε επιστολή Τ/κ δικηγόρου σε Ε/κ πρόσφυγα αιτητή, στην οποία επισημαίνει όλους τους δυνατούς κινδύνους που ενδέχεται να ανακύψουν με την προσφυγή. Ένας από αυτούς, υπογραμμίζει, είναι ότι, όπου δίνεται αποζημίωση, αυτό συνιστά απαλλοτρίωση, πράγμα που σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης χάνει το δικαίωμά του επί της περιουσίας.

Επιπρόσθετα, τόνισε, είναι διακηρυγμένα θέση και στόχος της Τουρκίας ότι η περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου ανήκει στο ΕΒΚΑΦ και εκεί θα καταλήξει. Στο σημείο αυτό, ο κ. Αρέστη υπέμνησε απόφαση του παράνομου επαρχιακού δικαστηρίου Αμμοχώστου του 2005, σύμφωνα με την οποία το 95% των περιουσιών στην περίκλειστη πόλη ανήκει στο ΕΒΚΑΦ.

Δηλαδή, διευκρίνισε, «και αν ακόμη κάποιος ξεπεράσει τα προβλήματα της επιτροπής, θα έχει να αντιμετωπίσει το ΕΒΚΑΦ. Όταν πάει ο Ε/κ πρόσφυγας / ιδιοκτήτης και εγκατασταθεί εκεί, το ΕΒΚΑΦ θα κάνει εναντίον του μιαν αστική υπόθεση και Κύριος οίδεν ποια θα είναι η απόφαση. Το πιθανότερο είναι ότι η απόφαση θα βγει υπέρ του ΕΒΚΑΦ».

Επίφαση νομιμότητας

Αναφερόμενος στο γεγονός ότι τα ίδια τα ευρωπαϊκά θέσμια υπέδειξαν ότι, για να προσφύγει κάποιος στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, πρέπει να εξαντλήσει όλα τα παρεχόμενα ένδικα μέσα, συμπεριλαμβανομένης της επιτροπής αποζημιώσεων, ο κ. Αρέστη εξήγησε ότι «αυτή η επιτροπή έγινε με βάση τις προδιαγραφές που καθόρισαν οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ, ώστε να έχει μια επίφαση νομιμότητας και ανεξαρτησίας. Όμως, για να εξαντλήσεις τα νομικά ένδικα μέσα, δεν αρκεί να πας στην επιτροπή. Αν δεν είσαι ικανοποιημένος από την επιτροπή, πρέπει να πας στο ανώτατο δικαστήριο του ψευδοκράτους, πράγμα που σημαίνει ότι εισέρχεσαι στα εσωτερικά ένδικα μέσα του ψευδοκράτους και της κατοχής, και εδώ εγείρεται ένα άλλο θέμα, με μεγάλη σημασία. Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι κάποιος ξεπερνά τα νομικά προβλήματα και εγκαθίσταται. Τι αναμένει με την εγκατάστασή του; Αναμένει ότι θα παραμείνει. Δυστυχώς, δεν θα παραμείνει. Να σας φέρω το παράδειγμα της Καρπασίας. Το 1975, με την 3η Βιέννη, συμφωνήθηκε, με την ευλογία του τότε ΓΓ των ΗΕ, Κουρτ Βαλντχάιμ, ότι όλοι οι Τουρκοκύπριοι που ήταν στις ελεύθερες περιοχές θα πήγαιναν στον βορρά και όλοι οι εγκλωβισμένοι εκείνη τη στιγμή θα παρέμεναν στις εστίες τους, με διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Οι εγκλωβισμένοι της Καρπασίας ήταν τότε 13-14 χιλιάδες, σήμερα δεν είναι ούτε 1000. Γιατί, λοιπόν, τώρα, χωρίς καν να υπάρξει μια συμφωνία με τη σφραγίδα των ΗΕ, να αναμένεται ότι οι Τούρκοι θα σεβαστούν την εγκατάσταση των Ε/κ στην περίκλειστη περιοχή της Αμμοχώστου;

»Φρονώ, ότι θα υπάρξει μεγαλύτερο πρόβλημα. Θα πάνε υπό τουρκική διοίκηση και, ως εκ τούτου, θα έχουν να κάνουν με τις αρχές ασφαλείας εκεί, με την αστυνομία, με τα δικαστήρια, με τις πολεοδομικές αρχές του ψευδοκράτους κ.λπ. Εκτίμησή μου είναι ότι θα τους αναγκάσουν να φύγουν».

Καταλήγοντας, ο κ. Αρέστη υπέμνησε ότι, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η απόλαυση των δικαιωμάτων αυτών συνεπάγεται υποχρεώσεις και δικαιώματα και έναντι των μελλοντικών γενεών, και όχι μόνον ατομικά δικαιώματα του παρόντος.

Εξάλλου, ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Χρίστος Κληρίδης, επισήμανε ότι οι προσφυγές «αποτελούν ατομικό δικαίωμα, αλλά δεν συστήνονται», λόγω και των πολιτικών αποτελεσμάτων τους, καθώς, όπως επισήμανε, «οι μαζικές αποζημιώσεις μπορεί να έχουν αντίθετο αποτέλεσμα». Χαρακτήρισε, δε, αναποτελεσματικό ένδικο μέσο την επιτροπή αποζημιώσεων.

Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας

Στον αντίποδα των μαζικών προσφυγών στην επιτροπή αποζημιώσεων, χρήζει μνείας η πρόσφατη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας, που εδρεύει προσωρινά στη Λευκωσία, ημερ. 12.10.2020, σύμφωνα με την οποία καλείται η Τουρκία να πληρώσει σε τέσσερεις Κύπριους πολίτες αποζημίωση πέραν των εβδομήντα εκατομμυρίων ευρώ. Η απόφαση κρίνεται ως βαρύνουσας σημασίας, καθότι προέρχεται από αρμόδιο Δικαστήριο - χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και, ως εκ τούτου, μπορεί να προωθηθεί για εκτέλεση σε όλα τα κράτη-μέλη της Ένωσης, σε βάρος περιουσιακών στοιχείων της Τουρκίας.

Υποστηρίξτε τη