Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ρεαλισμός, η απαισιοδοξία ως θεωρία των διεθνών σχέσεων

Παραμένει, ωστόσο, γεγονός ιστορικό, αν όχι οντολογική ή μεταφυσική αλήθεια, ότι απόψεις του Ρεαλισμού φαίνονται να έχουν μιαν άχρονη ισχύ και μια συνάφεια εξηγητική με την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων και της παγκόσμιας ιστορίας. Είτε το παγκόσμιο σύστημα είναι αναρχικό είτε ιεραρχούμενο, κι όποια κι αν είναι η φύση των μονάδων και παικτών του, η επιταγή της επιβίωσης κι η δυναμική της εθνικής ασφάλειας παραμένουν τα καίρια και κύρια προτάγματα στον ορισμό της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής τάξης

Ο ρεαλισμός δίνει την κρατούσα, πεισματικά αθεράπευτη, απαισιόδοξη εικόνα της διεθνούς πολιτικής ως εγγενώς συγκρουσιακή, που εκφράζει άλλωστε την αδρή αντίληψη των απλών ανθρώπων ότι η μόνη αρχή που ορίζει τις επιλογές στον διεθνή στίβο είναι το «συμφέρον» και ότι το διεθνές περιβάλλον, διαχρονικά, διέπει το «δίκαιο του ισχυροτέρου». Ο Ρεαλισμός, έτσι, εμμένει στην καίρια διατύπωση των Αθηναίων, στον Θουκυδίδη, στον διάλογο με τους Μηλίους, στο νησί των οποίων είχαν χωρίς αφορμή εισβάλει για ΝΑ εκβιάσουν υποταγή των ή ωμά να τους καταστρέψουν, φράση που έμεινε παροιμιακή έκτοτε: «ο ισχυρός κάνει ό,τι θέλει, κι ο αδύναμος υποφέρει ό,τι του επιβάλλεται» (the strong do what they want, the weak suffer what they must).

Μάλιστα, η θεωρία των Διεθνών Σχέσεων, ως επιστήμη ή κλάδος του επιστητού, γεννήθηκε ως αντίδραση στις ιδεαλιστικές πασιφιστικές ελπίδες που αναδύθηκαν μέσα από τα ερείπια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου σαν πολιτικό πρόγραμμα που προήγαγε τα όνειρα ιδεαλιστών οραματιστών, όπως ο Πρόεδρος Ουΐλσον των ΗΠΑ, οι διευθετήσεις συλλογικής ασφάλειας του οποίου θεσμοθετήθηκαν στην θνησιγενή Κοινωνία των Εθνών. Η ανέλιξη κι ωρίμανση της Επιστήμης των Διεθνών Σχέσεων την είδε να οδεύει χέρι με χέρι με τον Ρεαλισμό, η πρώτη διατύπωση του οποίου ως θεωρίας ήλθε με το καίριο έργο του E.H. Carr, «Η Εικοσαετής Κρίση», «The Twenty Years Crisis, 1919-1939: An Introduction to the Study of International Relations». Το βιβλίο του Carr εξαπέλυε μια καταιγιστική επίθεση ενάντια στον ουτοπισμό των Ιδεαλιστών κι ερμηνεύθηκε να δίνει σκοτεινές προφητείες για το αναπόφευκτο του επικείμενου Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η αναφορά στον Θουκυδίδη και τις δημηγορίες του μηλιακού διαλόγου υπογραμμίζει μια σταθερή προκείμενη στην θεωρία του ρεαλισμού. Την σταθερότητα, δηλαδή, το αμετακίνητο των απαισιόδοξων κι αμοραλιστικών αρχών συμπεριφοράς των παραγόντων ή δραστών της διεθνούς ζωής, που ο θεωρητικός των διεθνών σχέσεων καλείται να αναλύσει «όπως είναι» κι όχι «όπως θα έπρεπε» ή «θα θέλαμε» να είναι.

Κλασικός και Δομικός ρεαλισμός – νεο-ρεαλισμός

Ο Ρεαλισμός είναι μια γενική προσέγγιση στην διεθνή πολιτική, όχι μια ενιαία θεωρία. Παρά τον διαφορισμό σε δύο βασικούς κλάδους, τον κλασικό ρεαλισμό και τον δομικό ρεαλισμό ή νεο-ρεαλισμό, όπως και σε άλλες περαιτέρω θεωρίες και παρακλάδια, οι πιο πολλοί ρεαλιστές μοιράζονται μερικές βασικές αρχές και πίστεις για την φύση της διεθνούς πολιτικής που αντιπροσωπεύουν τον χαρακτηρισμό «ρεαλισμός». Πρώτον, πρεσβεύουν ότι οι πιο σημαντικοί «δράστες» ή «παίκτες» στην διεθνή σκηνή είναι τα κράτη, κι όχι υποκρατικοί ή υπερκρατικοί παράγοντες ή θεσμοί, όπως άτομα ή υπερεθνικοί οργανισμοί, ή οι πολυεθνικές ή διακρατικές οργανώσεις και διεθνώς δρώντες παράγοντες της πολιτικής κοινωνίας.

Δεύτερον, ο ρεαλιστές, και ειδικά ο δομικός ρεαλισμός, ο οποίος και την καθιστά οριστικό στοιχείο της θεωρίας του, θεωρούν την «αναρχία», την απουσία ενός διεθνούς ηγεμόνα, ως καθοριστικό στοιχείο της διεθνούς ζωής. Χωρίς μια κεντρική εξουσία για να επιβάλλει τις συμφωνίες, να εγγυάται την ασφάλεια ή να περιορίζει την συμπεριφορά των κρατών, τα κράτη είναι αναγκασμένα να βασίζονται στα δικά τους μέσα για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους. Τρίτον, η δύναμη είναι το κατ’ εξοχήν συμφέρον ή επιδίωξη των κρατών.

Οι ρεαλιστές διαφορίζονται ως προς το αν η επιδίωξη της δύναμης είναι αυτοσκοπός ή απλώς το μέσο για να διασφαλίσουν τα κράτη την ασφάλεια κι επιβίωσή τους. Οι σκοποί της δύναμης ή επιβίωσης, κρίνουν οι ρεαλιστές, επιδιώκονται με την υιοθέτηση ελλόγων πολιτικών (rational policies) που μπορούν να αναλυθούν αντικειμενικά με όρους της λογικής των παιγνίων. Πέμπτον, για να προωθήσουν και διασφαλίσουν τις επιδιώξεις τους στην διεθνή σκηνή, τα κράτη πρέπει να βασιστούν στην προβολή της δύναμης και των δυνατοτήτων τους (project power) με την μορφή απειλών. Τέλος, πολλοί ρεαλιστές και, ιδία, οι της τελευταίας κοπής δομικοί ρεαλιστές ή νεο-ρεαλιστές, πιστεύουν ότι η δομή ή στοιχεία του διεθνούς περιβάλλοντος, κι ειδικά η κατανομή δυνατοτήτων (distribution of capabilities) ή δύναμης ανάμεσα στα κράτη, συνιστούν τις πιο σημαντικές αιτίες και τις βασικές παραμέτρους στην διεθνή πολιτική και την διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής. Mολονότι όλοι οι ρεαλιστές δίνουν πρωταρχική σημασία στα κράτη ως δράστες στην διεθνή σκηνή, οι δομικοί ρεαλιστές δίνουν έμφαση σε διεθνείς παράγοντες ή το δεδομένο «σύστημα» για τις εξελίξεις στην διεθνή πολιτική.

Ο παράγων δύναμη

Ο κλασικός ρεαλισμός δίνει αποκλειστική έμφαση στην δύναμη ως τον πιο σημαντικό παράγοντα στην διεθνή πολιτική. Η αιτία όμως για την ανταγωνιστική ή συγκρουσιακή επιδίωξη μεγιστοποίησης της δύναμης έγκειται στην ανθρώπινη φύση. Για τον βασικό εισηγητή της θεωρίας, Hans Morgenthau, κινούμενο από τον πεσιμισμό της θνησιγενούς δημοκρατίας της Βαϊμάρης απ’ όπου προερχόταν, οι άνθρωποι είναι εγγενώς μοχθηροί, διψώντας για δύναμη και για κυριαρχία πάνω στους άλλους. Τα άτομα, και οι συλλογικοί θεσμοί που αυτοί δημιουργούν, λειτουργούν σύμφωνα με τους ουσιοκρατικούς καθορισμούς (κι έτσι ανιστορικούς και αμετάλλακτους) της ανθρώπινης φύσης. Λογικώς ενεργούντα κράτη ορίζουν τα συμφέροντά τους με όρους δύναμης και μετρούν τις δυνατότητες επιβίωσής τους σε σύγκριση με την δύναμη άλλων δραστών στο διεθνές περιβάλλον. Επιδιώκουν λοιπόν να διασφαλίσουν τις συνθήκες ασφάλειας κι επιβίωσής τους δημιουργώντας ισορροπία δυνάμεων (balance of power ή equilibrium), ενίοτε με συμμαχίες, που συχνά διασφαλίζoυν την ειρήνη ή τουλάχιστον βοηθούν να δημιουργήσουν συνθήκες αλληλεξάρτησης ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις.

Οι δομικοί ρεαλιστές ή νεορεαλιστές, όπως ο εισηγητής της θεωρίας Kenneth Waltz, συμφωνούν ότι η αναρχία χαρακτηρίζει το διεθνές σύστημα, όπου δεν υφίσταται μια υπερεθνική εξουσία για να ρυθμίζει κανονιστικά την συμπεριφορά των ανεξαρτήτων κρατών που το συνιστούν. Το γεγονός αυτό διαμορφώνει την προς το ίδιον πάντα συμφέρον συμπεριφορά των κρατών που είναι αναγκασμένα να προσπαθούν να αποκτήσουν δύναμη, δηλαδή, να μεγιστοποιήσουν δυνατότητες όπως η στρατιωτική ή οικονομική δύναμη, ή η δυνατότητα να ελέγχουν ή επηρεάζουν την συμπεριφορά άλλων δραστών στην διεθνή σκηνή όπως και το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτοί ενεργούν. Ο ασταμάτητος κι ανελέητος ανταγωνιστικός αγώνας για δύναμη συνιστά το πρωτεύον χαρακτηριστικό του αμετάβλητου, αν-ιστορικού κι άχρονου περιβάλλοντος της παγκόσμιας «άτακτης» τάξης του Ρεαλισμού.

Οι πόλεμοι κι οι συγκρούσεις είναι φυσικές εκδηλώσεις αυτού του συστήματος καθώς τα κράτη αγωνίζονται για δύναμη, έδαφος, και πρώτες ύλες, συχνά εις βάρος άλλων κρατών. Η συνεργασία ανάμεσα στα κράτη είναι πιο σπάνια και αναπόφευκτα ολιγόζωη, με την συχνή μεταβολή των παραμέτρων του εθνικού συμφέροντος. Ο πειρασμός να κυριαρχήσει ένα κράτος πάνω σε άλλα αυξάνει, καθώς αυξάνεται η δύναμη κι οι δυνατότητες που αυτή συνεπάγεται, να επηρεαστεί πιο καταλυτικά η συμπεριφορά των πιο αδυνάμων κρατών.

Την δύναμη οι κλασικοί ρεαλιστές θεωρούν ότι τα κράτη επιζητούν και ως αυτοσκοπό και ως μέσο για την επιβίωση. Εδώ οι νεο-ρεαλιστές, όπως ο Waltz, διαφορίζονται από τον Morgenthau και την σχολή του, «οικοδομώντας», όπως δηλώνει ο ίδιος ο Kenneth Waltz, «τον δομικό ρεαλισμό στην προκείμενη ότι η επιβίωση είναι το μόνο μέλημα και κίνητρο των κρατών και η δύναμη είναι ένα από τα μέσα για να την διασφαλίσουν».

Η κύρια όμως διαφορά των νεορεαλιστών είναι η έμφαση που δίνουν όχι στην φύση των ανθρώπων, όπως οι κλασικοί ρεαλιστές, αλλά στην δομή του παγκόσμιου συστήματος (system structure), που ορίζεται ως η κατανομή δυνατοτήτων (distribution of capabilities) ανάμεσα στους δράστες στην παγκόσμια σκηνή, κι ειδικά τους πρωταγωνιστές δράστες ή τις Μεγάλες Δυνάμεις, και που παίζει καταλυτικό ρόλο στον καθορισμό του ενδεχομένου του πολέμου ή της ειρήνης. Για τους δομικούς ρεαλιστές, όπως ο Waltz, ένα διπολικό σύστημα (bipolar) οργανωμένο με συμμαχίες γύρω από δύο ανταγωνιστικούς πόλους δύναμης, όπως στον Ψυχρό Πόλεμο, διασφαλίζει περισσότερο την ειρήνη, ενώ ένα πολυπολικό (multipolalr) σύστημα είναι πιο πιθανό να οδηγήσει σε πόλεμο.

Οι άχρονες αλήθειες του Ρεαλισμού: μια ανιστορική θεωρία της ιστορίας

Πρωταρχική επιστημολογική κι οντολογική προκείμενη του Ρεαλισμού είναι ότι αποκαλύπτει την άχρονη αλήθεια του παγκόσμιου πολιτικού συστήματος και των αρχών που διέπουν την διεθνή συμπεριφορά και που ένας παίκτης στο διεθνές σύστημα μόνο αυτοκαταστροφικά μπορεί να αγνοήσει.
Κριτικές έχουν ασκηθεί κατά του ρεαλισμού και της απαισιόδοξης και παραιτημένης εικόνας του ανθρώπου που αυτός υποβάλλει. Η «κριτική», αποδομητική θεωρία για τον ρεαλισμό, υποδεικνύει τις κονστρουξιονιστικές (και όχι… ρεαλιστικές) προκείμενές του, και ιδία το συμφέρον που έχουν οι ταγοί του να θέλουν να τον υποβάλλουν ως άχρονη αλήθεια, κι έτσι να τον αναπαράγουν, νομιμοποιώντας την κυριαρχική συμπεριφορά τους. Αυτή άλλωστε είναι και η πιο καίρια κριτική του ρεαλισμού, στην οποία συμφωνούν η κριτική σχολή, οι μεταδομιστές και μετανεωτερικοί στοχαστές, οι κονστρουξιονιστές, η «Αγγλική Σχολή» και οι Μαρξιστές.

Παραμένει, ωστόσο, γεγονός ιστορικό, αν όχι οντολογική ή μεταφυσική αλήθεια, ότι απόψεις του Ρεαλισμού φαίνονται να έχουν μιαν άχρονη ισχύ και μια συνάφεια εξηγητική με την εξέλιξη των διεθνών σχέσεων και της παγκόσμιας ιστορίας. Είτε το παγκόσμιο σύστημα είναι αναρχικό είτε ιεραρχούμενο, κι όποια κι αν είναι η φύση των μονάδων και παικτών του, η επιταγή της επιβίωσης κι η δυναμική της εθνικής ασφάλειας παραμένουν τα καίρια και κύρια προτάγματα στον ορισμό της διεθνούς πολιτικής και οικονομικής τάξης.

*Φιλόσοφος, συγγραφέας

Υποστηρίξτε τη