Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Έχει το δικαίωμα η Εκκλησία να αποφασίζει πώς θα ρυθμίζει "τα του οίκου" Της;

Οι εκκλησιαστικοί, λοιπόν, κανόνες (τους οποίους οι μόνοι αρμόδιοι και υπεύθυνοι να εφαρμόζουν είναι οι Αρχιερείς, με γνώμονα, συν τοις άλλοις, την ψυχοσωματική υγεία και πνευματική ωφέλεια των πιστών) θα καθορίσουν και το λατρευτικό τυπικό της Εκκλησίας, μη επιτρεπομένης, και κατά το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 110, παρ. 1), ουδεμίας ανάμειξης της πολιτείας

Οι πρόσφατες αποφάσεις Ανωτάτων Δικαστηρίων άλλων κρατών (λ.χ. Η.Π.Α., Βελγίου, κ.ά.), με τις οποίες κρίθηκαν αντισυνταγματικά τα μέτρα απαγόρευσης συμμετοχής των πιστών σε θρησκευτικές ακολουθίες, με σκοπό την προστασία τους από τον κορωνοϊό, μας δίνουν την αφορμή για να εκφράσουμε κάποιες σκέψεις μας σχετικές με το πιο πάνω άκρως επίκαιρο ερώτημα.

Θα θέλαμε κατ’ αρχάς να σχολιάσουμε, εκφράζοντας συνάμα και την απορία μας, το γεγονός ότι κάποιοι έγκριτοι Επιστήμονες και Δημοσιογράφοι (οι οποίοι, ως εκ της θέσεως και ιδιότητάς τους, επηρεάζουν τόσο την κοινή γνώμη, όσο και την Kυβέρνηση στη λήψη των σχετικών με τον κορωνοϊό αποφάσεων) προβαίνουν σε μια ετεροβαρή θα λέγαμε «εστίαση», στον, κατά την άποψή τους, μέγα κίνδυνο διασποράς του «ιού» κατά την διάρκεια των εντός των ιερών ναών τελουμένων ακολουθιών και λατρευτικών συνάξεων.

Ευλόγως, λοιπόν, θα υπέβαλλε κανείς στους ως άνω και στους εξ αυτών επηρεαζόμενους το εξής ερώτημα: «Προς τι ο φόβος και η ανησυχία; Εφόσον θεωρείτε ότι εισερχόμενοι στον ναό, προσκυνώντας τις ιερές εικόνες ή κοινωνώντας του Σώματος και Αίματος του Κυρίου κ.λπ., θα πάρετε κάποια αρρώστια, η πλέον συνεπής προς τα ‘πιστεύω’ σας στάση είναι να απέχετε παντελώς από οιανδήποτε, εντός του ναού, τελουμένη ακολουθία. Προστατεύσετε, λοιπόν, εσείς τον εαυτό σας διά της αποχής και μην ασχολείσθε με τους εθελουσίως και συνειδητώς εκκλησιαζομένους πιστούς» .

Ίσως, όμως, προβληθεί η εξής, φαινομενικά εύλογη, αντίρρηση: «Εμείς μεν καλώς προφυλασσόμαστε. Όμως ανησυχούμε μήπως ασθενήσουν οι ως άνω, κατά την άποψή μας, επιπόλαιοι και ανεύθυνοι συμπολίτες μας».

Στον ισχυρισμό αυτό μπορεί να δοθεί μια σαφώς αποστομωτική απάντηση: «Μα είναι δυνατόν το δικό σας ενδιαφέρον για την υγεία των συνειδητά εκκλησιαζομένων και συμμετεχόντων στη Μυστηριακή ζωή πιστών να είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο ενδιαφέρον και αγάπη των κατ’ εξοχήν υπευθύνων και μεριμνώντων για την ψυχική και σωματική υγεία των πνευματικών τέκνων τους (πιστών αλλά και ολιγοπίστων και απίστων μη εκκλησιαζομένων), δηλαδή από το ενδιαφέρον και την μέριμνα των Αρχιερέων και ιερέων της Εκκλησίας;

Είναι, για παράδειγμα, ποτέ δυνατόν ένας ξένος τρίτος να ενδιαφέρεται και φροντίζει για την υγεία ενός παιδιού περισσότερο απ’ ό,τι οι γονείς του; Βέβαια, αν ο ξένος είναι γιατρός, προφανώς, ως ειδικός, θα γνωρίζει πολύ περισσότερα απ’ αυτούς για τα τυχόν προβλήματα υγείας του τέκνου τους. Όμως, έστω και αν στερούνται ιατρικών γνώσεων οι γονείς, έχοντας πλησμονή αγάπης προς το τέκνο τους θα καταφύγουν, προφανώς, στους έχοντες γνώση ειδικούς και θα ζητήσουν τη συνδρομή, όχι μόνον ενός, αλλά, αν χρειαστεί, πολύ περισσότερων ιατρών, χάριν ακριβώς της υγείας του τέκνου τους.

Κατ’ αναλογίαν και οι Αρχιερείς, ως υπεύθυνοι ποιμένες, στo πλαίσιo ακριβώς της φροντίδας τους για την ψυχική και σωματική υγεία των πνευματικών τους τέκνων, θα ζητήσουν και αυτοί τη συμβουλή των ειδικών Επιστημόνων, προκειμένου να διαμορφώσουν άποψη επί ζητημάτων ποιμαντικής - λατρευτικής φύσεως, που άπτονται και της ιατρικής επιστήμης.

Βέβαια, θα ζητήσουν και αξιοποιήσουν τις γνώσεις εγκρίτων Επιστημόνων, οι οποίοι, όμως, θα πρέπει προεχόντως και απαραιτήτως να σέβονται την αξία και ελευθερία του ανθρωπίνου προσώπου και συνάμα να έχουν σαφή επίγνωση των ορίων της Επιστήμης, η οποία, προφανώς, αδυνατεί να ερμηνεύσει τα άρρητα, αθέατα, υπερφυσικά και υπέρλογα Μυστήρια της Εκκλησίας. Εν προκειμένω είναι πολύ εύστοχα τα όσα σε ανοικτή επιστολή του ανέφερε ο Καθηγητής Ιατρικής και αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, Αθανάσιος Αβρααμίδης, στις 2/2/1988, όταν ήταν σε μεγίστη έξαρση ο προβληματισμός περί μεταδόσεως του ιού του AIDS, διά μέσου της Θείας Κοινωνίας: «Σε θέματα πίστεως, όταν μάλιστα πρόκειται για τα μυστήρια της Χριστιανικής πίστεως, δεν είναι ευχερές να υπεισέλθει η Ιατρική, διότι τα μυστήρια τελούνται με την επενέργεια πνευματικών δυνάμεων, οι οποίες είναι εκτός του πεδίου των δυνατοτήτων της επιστήμης, άρα και της Ιατρικής». (Αθ. Αβραμίδης, AIDS… με απλά λόγια, εκδ. Ακρίτα, Αθήνα2 1996, σελ. 187).

Σε άλλο δε σημείο της επιστολής του αναφέρει: «(… ) ιατρικώς δεν υπάρχει ούτε μια βεβαιωμένη περίπτωση απλού πιστού στον οποίο να έχει μεταδοθεί αρρώστια με τη Θεία Μετάληψη. Ούτε και ιερέα ο οποίος, μάλιστα, μετά την Κοινωνία των πιστών κάνει την ‘κατάλυση’ και καταπίνει όλα τα υπόλοιπα της Θείας Κοινωνίας μέχρι τρυγός, μαζί με ό,τι από το στόμα τού κάθε μεταλαμβάνοντος διά της Αγίας λαβίδας κατέληξε στο άγιο ποτήριο. Ούτε ακόμη και τότε που ‘έβραζε’ η φυματίωση, ‘εθέριζε’ η σύφιλη και η λέπρα ήταν ευρύτατα διαδεδομένη», (ό.π.).

Σε παρόμοια σαφή οριοθέτηση προέβη την ίδια περίοδο ο Πανελλήνιος Ιατρικός Σύλλογος σε απάντησή του (αρ. πρωτ. 964/ 29-2-1988) σε σχετική ερώτηση του Υπουργείου Υγείας της Ελλάδος, δηλώνοντας απερίφραστα ότι: «Το θέμα της ‘ΘΕΙΑΣ ΜΕΤΑΛΗΨΗΣ’ (…) ρυθμίζεται αποκλειστικά και μόνο από τους μυστηριακούς εκκλησιαστικούς κανόνες, ουδεμία δε επέμβαση της πολιτείας είναι δυνατή, κατά το Σύνταγμα» (ό.π., σελ. 193).

Οι εκκλησιαστικοί, λοιπόν, κανόνες (τους οποίους οι μόνοι αρμόδιοι και υπεύθυνοι να εφαρμόζουν είναι οι Αρχιερείς, με γνώμονα, συν τοις άλλοις, την ψυχοσωματική υγεία και πνευματική ωφέλεια των πιστών) θα καθορίσουν και το λατρευτικό τυπικό της Εκκλησίας, μη επιτρεπομένης, και κατά το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 110, παρ. 1), ουδεμίας ανάμειξης της πολιτείας. Αναφέρει σχετικά το ως άνω άρθρο: «Η Αυτοκέφαλος Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου θα συνεχίση έχουσα το αποκλειστικόν δικαίωμαν ρυθμίσεως και διοικήσεως των εσωτερικών αυτής υποθέσεων [και άρα και των ζητημάτων των σχετικών με την λατρευτική της ζωή] και της περιουσίας αυτής συμφώνως τοις Ιεροίς Κανόσι και τω εν ισχύι Καταστατικώ Χάρτη αυτής». Η, πολιτεία μάλιστα, σύμφωνα με το Σύνταγμα, οφείλει να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη διαμόρφωση και εκδήλωση της θρησκευτικής συνειδήσεως, εφόσον: «Έκαστος είναι ελεύθερος και έχει το δικαίωμαν να πρεσβεύη την πίστιν αυτού και να εκδηλώνη την θρησκείαν ή τις θρησκευτικές αυτού πεποιθήσεις διά της λατρείας, διδασκαλίας, ασκήσεως ή τηρήσεως των τύπων, είτε ατομικώς είτε συλλογικώς κατ’ ιδίαν ή δημοσία…» (άρθ. 18, παρ. 4).

Γι’ αυτό, εξάλλου, πιστεύουμε, ο Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως κατ’ εξοχήν ερμηνευτής και εφαρμοστής του Συντάγματος, δήλωσε (βλ. σχετικές ανακοινώσεις των Μ.Μ.Ε., στις 11/12/2020), ότι δεν συνιστά παραβίαση του Συντάγματος η εντολή που έδωσε με Εγκύκλιό του ο Μητροπολίτης Μόρφου, όπως παραμένουν ανοικτοί οι ναοί της Μητροπολιτικής του Περιφέρειας, κατά την διάρκεια τέλεσης των Ιερών Ακολουθιών.

Η απάντηση, λοιπόν, στο ερώτημα που θέσαμε ως τίτλο του άρθρου μας είναι μία και αδιαμφισβήτητη: Ναι! Η Εκκλησία έχει το απόλυτα κατοχυρωμένο από το Σύνταγμα δικαίωμα να αποφασίζει πώς θα ρυθμίζει «τα του οίκου Της» και να αφήνει κατ’ επέκτασιν ανοικτές τις θύρες των ναών, για να εισέρχονται και λαμβάνουν ευλογία όσοι πιστοί θέλουν και πιστεύουν στην αγιαστική χάρη Της (Βλ. και Δ΄ Κανόνα, Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου).

*Ιερέας Κεντρικών Φυλακών Κύπρου

Υποστηρίξτε τη