Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

«Το ολοκαύτωμα της Κουτσούφλιανης»

koutsoufliani3.jpg

Με αφορμή άρθρο μου, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα, έλαβα την παρακάτω επιστολή: «Κύριε Αυγουστή, χαίρετε.

»Ο καλός φίλος και συγχωριανός μου Ηλίας Αγγελόπουλος, συνταξιούχος εφέτης, έχει την καλοσύνη και μου στέλνει τακτικά άρθρα σας, τα οποία κάθε φορά διαβάζω και αρχειοθετώ.

»Σας γράφω με αφορμή το τελευταίο άρθρο σας με τίτλο «Η Τουρκία είναι ο μεγάλος κερδισμένος της συνθηκολόγησης των Αρμενίων. Αδέλφια του ελληνισμού είναι οι Αρμένιοι». Σε αυτό κάνετε αναφορά στο γεγονός ότι οι Αρμένιοι, εγκαταλείποντας τις εστίες τους, ύστερα από την πρόσφατη συμφωνία με τους Αζέρους, έβαλαν φωτιά στα σπίτια τους για να μην πέσουν στα χέρια των αντιπάλων τους.

»Τέτοιο περιστατικό έχουμε και στη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Οι κάτοικοι της Κουτσούφλιανης Καλαμπάκας έκαψαν τα σπίτια στις 13/5/1898, εγκαταλείποντας το χωριό τους, επειδή προτίμησαν να ζήσουν ελεύθεροι στη μητέρα Ελλάδα, παρά να μείνουν στην επικράτεια της Τουρκίας, όπως προέβλεπε η χάραξη των συνόρων από διεθνή επιτροπή μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897. Επισυνάπτω σχετικό άρθρο μου, με την ελπίδα ότι ίσως σας φανεί χρήσιμο στην περίπτωση που το ιστορικό αυτό γεγονός δεν σας είναι γνωστό.

»Με τιμή, Κωνσταντίνος Δ. Ρίζος, Επίτιμος Σχολικός Σύμβουλος Οικονομολόγων».

Ας δούμε μαζί ένα εκτενές απόσπασμα από το εξαιρετικό κείμενο «ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΗΣ ΚΟΥΤΣΟΥΦΛΙΑΝΗΣ» του κ. Ρίζου, το οποίο, κατά την άποψή μου, μας διδάσκει πολλά.

«Ο Γιάννης Βλιώρας είχε πρωτοδιοριστεί δάσκαλος τον Φεβρουάριο του 1960 στην Κουτσούφλιανη, ένα μικρό ορεινό χωριό της επαρχίας Καλαμπάκας. Την ίδια χρονιά κατά τη διάρκεια της εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940 μίλησε με ενθουσιασμό σε μαθητές και κατοίκους για το ηρωικό έπος του ΟΧΙ. Όταν τελείωσε την ομιλία του τον πλησίασε ένας γέρος ψηλός, αγέρωχος με το σκουφί του, ο γερο-Πούλιος ο Νικόλαος, ο οποίος με τρεμάμενη φωνή και δάκρυα στα μάτια τον ρώτησε: ‘‘Καλά μας τα ‘πες κυρ δάσκαλε, αλλά για μας τους Κουτσουφλιανιώτες δεν είπες τίποτε. Αυτό το ΟΧΙ του ’40 εμείς το είπαμε πρωτύτερα στον Τούρκο’’.

»Αυτό το περιστατικό ήταν η αφορμή για να γίνει γνωστό και να αναδειχτεί το ιστορικό γεγονός του ολοκαυτώματος της Κουτσούφλιανης. Το γεγονός αυτό αποτελεί τη γενναία και περήφανη στάση απέναντι στους ισχυρούς της γης των άξεστων κατοίκων ενός μικρού και απομακρυσμένου χωριού. Κατά τον αρθρογράφο της εφημερίδας ‘‘Παλιγγενεσία’’, ‘‘είναι η μόνη γενναία και ένδοξος ελληνική πράξις κατά τον οικτρόν τούτον πόλεμον (1897), αλλά και η μόνη ελπίς και παρηγορία, ότι πλήρης εκφυλισμός δεν κατέλαβεν εισέτι τον ελληνικό λαόν’’.

»Μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 και με την παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων οι Τούρκοι αποχώρησαν από τα εδάφη που είχαν κατακτήσει. Διεθνής επιτροπή ορίστηκε για τη χάραξη των νέων συνόρων. Οι Τούρκοι συμφωνούσαν στα προ του πολέμου σύνορα, με μια διαφορά. Απαιτούσαν το χωριό Κουτσούφλιανη να περιέλθει στη δικαιοδοσία τους.

»Και τούτο για δύο λόγους. Ο ένας ήταν η στρατηγική θέση του στην παραμε-θόριο. Τα πυκνά δάση και οι βουνοκορφές έδιναν ασφάλεια και ελευθερία κινήσεων στα αντάρτικα σώματα των Μακεδονομάχων.

»Ο άλλος ήταν η προπαγάνδα των Ρουμάνων. Το νεαρό ρουμανικό κράτος προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να επεκταθεί προς νότο. Άρχισε έτσι μια προσπάθεια προσηλυτισμού στην εθνική ρουμανική ιδέα των ‘‘αλύτρωτων αδερφών’’, όπως ονομάστηκαν έτσι τότε οι βλαχόφωνοι. Όλοι οι κάτοικοι της Κουτσούφλιανης ήταν βλάχοι με ελληνική συνείδηση. Πράκτορες της ρουμανικής προπαγάνδας επισκέφτηκαν και την Κουτσούφλιανη, όπου κατάφεραν με πονηριά να αποσπάσουν τις υπογραφές από δύο-τρεις ανυποψίαστους κατοίκους του χωριού και να αποστείλουν ένα υπογεγραμμένο κείμενο, γραμμένο στα τουρκικά, στον σουλτάνο, στις αρχές του Ιουνίου 1897, στο οποίο, δήθεν τον παρακαλούσαν να τους πάρει υπό την σκέπη του γιατί δεν άντεχαν άλλο την ελληνική κυριαρχία στο χωριό.

»Οι αντιπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων χάραξαν τα νέα σύνορα έτσι ώστε η Κουτσιούφλιανη να περιέλθει στην Τουρκία. Οι Κουτσουφλιανιώτες, όταν έμαθαν και επίσημα το δυσάρεστο νέο, μαζεύτηκαν όλοι στην εκκλησία του χωριού και έψαλαν δεήσεις στον Ύψιστο. Οι πρόκριτοι του χωριού δακρυσμένοι συνέστησαν με θερμά λόγια στους Κουτσουφλιανιώτες την ‘’μέχρις εσχάτων’’ ένωση με την Μητέρα Ελλάδα, λέγοντας ότι εάν αποτύχουν οι ενέργειες της επιτροπής και της Ελληνικής Κυβέρνησης, τότε να πυρπολήσουν το χωριό και να μετοικήσουν στο ελληνικό έδαφος.

»Παράλληλα, συνέταξαν έγγραφο, το οποίο υπέβαλαν στην επιτροπή και ζητούσαν να παραμείνει το χωριό τους στην Ελλάδα. Οι εργασίες της επιτροπής διακόπηκαν τον Νοέμβριο του 1897 με επίσημη δικαιολογία τις έντονες χιονοπτώσεις και το δριμύ ψύχος στην περιοχή. Συνεχίστηκαν την άνοιξη, οπότε οριστικά περιέλαβαν την Κουτσούφλιανη στην τουρκική κυριαρχία.

»Μετά την οριστικοποίηση της απόφασης οι 700 τότε κάτοικοι της Κουτσούφλιανης πραγματοποίησαν το σχέδιό τους, δηλαδή τον εμπρησμό του χωριού τους. Οι γυναίκες φορτώθηκαν ό,τι μπορούσαν να πάρουν από τα νοικοκυριά τους, πήραν και τα παιδιά και τράβηξαν νότια. Οι άνδρες έσκαψαν το νεκροταφείο του χωριού, ανέσυραν από τους τάφους όσους είχαν θάψει πρόσφατα και έκαψαν τις σορούς για να μην τις βεβηλώσουν οι Τούρκοι. Φορτώθηκαν τα οστά των προγόνων τους, τις εικόνες και τα ιερά κειμήλια και πήραν τον δρόμο της φυγής, της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Οι τελευταίοι άνδρες, πριν κατηφορίσουν κι αυτοί, έβαλαν φωτιά στα σπίτια και στις καλύβες. Ήταν Τετάρτη, 13 Μαΐου 1898, παραμονή της εορτής της Αναλήψεως.

»Οι Κουτσουφλιανιώτες πρόσφυγες βρήκαν φιλόξενο καταφύγιο στον περιβάλλοντα χώρο της μονής Λιμποχόβου, λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα. Εκεί σταδιακά έστησαν τα σπιτικά τους και ίδρυσαν το καινούργιο χωριό τους, που το ονόμασαν Νέα Κουτσούφλιανη. Σήμερα έχει μετονομασθεί σε Παναγία και βρίσκεται δίπλα στην εθνική οδό Τρικάλων-Ιωαννίνων, περίπου 60 χιλιόμετρα από τα Τρίκαλα. Το 1998 γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια του ολοκαυτώματος με την παρουσία του τότε Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, ενώ κάθε χρόνο στις 13 Μαΐου τιμάται η επέτειος του κατορθώματος με πανηγυρικές εκδηλώσεις».

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ Καλαμάτας τ.519/Μάιος 2017.

*Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, από το Μονάγρι Λεμεσού

Υποστηρίξτε τη