Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Γιώργος Σεφέρης: «Ένας κόσμος που μιλά Ελληνικά, είναι ελληνικός»

Ο Γιώργος Σεφέρης γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου 1900 και έφυγε από τη ζωή στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στυλιανού και της Δέσποινας (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Είχε δύο μικρότερα αδέρφια, την Ιωάννα και τον Άγγελο. Ο πατέρας του ήταν δικηγόρος και καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Το 1914 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Σεφέρης τέλειωσε το Πρότυπο Κλασικό Γυμνάσιο. Στα δεκαοκτώ του έφυγε για να σπουδάσει νομικά στο Παρίσι. Μετά τις σπουδές του ακολούθησε τη διπλωματική σταδιοδρομία, γι’ αυτό έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μακριά από την Ελλάδα. Ως πρέσβης στο Λονδίνο έζησε όλο το βρόμικο παρασκήνιο που παιζόταν σε βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού, την ώρα που οι αντάρτες της Ε.Ο.Κ.Α. έδιναν τον υπέρ πάντων αγώνα για λευτεριά και ΕΝΩΣΗ με τη μητέρα Ελλάδα! Η σταθερή στήριξή του στον ενωτικό αγώνα των Κυπρίων θα ξεκινήσει αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, όταν τον Σεπτέμβριο του 1945 συνοδεύει τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό σε επίσκεψή του στο Λονδίνο, και τον παρακινεί να θέσει ζήτημα Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα.

Οι πατριωτικές απόψεις και προτάσεις του Σεφέρη ουδέποτε εισακούσθηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή και πάντα παραμεριζόταν, γιατί ήταν πολύ φιλοκύπριος και πολύ φιλοενωτικός (έτσι τον αποκαλούσαν οι βολεμένοι πολιτικοί θαμώνες του Κολωνακίου). Γι’ αυτό και του απαγόρευσαν τη συμμετοχή (όντας πρέσβης στο Λονδίνο) στις διαπραγματεύσεις της Ζυρίχης και του Λονδίνου για το Κυπριακό (11 και 18 Φεβρουαρίου 1959).

Ο Γιώργος Σεφέρης, λόγω της ιδιότητας και της καταγωγής του, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα τι πάει να πει τόπος ελληνικός. Πάντα στα έργα του Σεφέρη, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εμφιλοχωρεί η Σμύρνη, η Μικρά Ασία και η Κύπρος, την οποία θεωρούσε τόπο ελληνικό. Ο Σεφέρης πάντα υποστήριζε πως, ένας κόσμος που μιλά Ελληνικά, είναι ελληνικός…

Η Κύπρος θυμίζει στον Σεφέρη τους τόπους που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αυτό το συναίσθημα κυριαρχεί μέσα του κατά την επίσκεψή του στο νησί, το 1953, όπου παρέμεινε 40 ημέρες και τη φωτογράφισε απ’ άκρου σ’ άκρον. Στον Σεφέρη ανήκει η φωτογραφία στην πλατεία του χωριού Άλωνα με το σύνθημα «Την Ελλάδα θέλομεν κι ας τρώγωμεν πέτρες», που ήταν και είναι η, με μία φράση, «απεικόνιση» των αισθημάτων και των προτεραιοτήτων των Ελλήνων της Κύπρου για την Ελλάδα…. Όσο κι αν αυτή εξακολουθητικά μάς πληγώνει!

Το έργο του Γιώργου Σεφέρη είναι τεράστιο, η συμβολή του στη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στα πέρατα της Γης ανεκτίμητη. Η πιο μεγάλη στιγμή της μεγάλης αυτής διαδρομής ήταν το 1963, όταν ο Γιώργος Σεφέρης βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Βασιλική Ακαδημία των Επιστημών (βραβείο που αργότερα αποδόθηκε και σε έναν άλλο μεγάλο ποιητή της Ρωμιοσύνης, τον Οδυσσέα Ελύτη). Η ανακοίνωση της βράβευσής του έγινε την Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου, ενώ η επίσημη απονομή στις 10 Δεκεμβρίου στη Στοκχόλμη. Η απονομή του βραβείου Νόμπελ αποτέλεσε μείζον γεγονός για την Ελλάδα.

«Για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας. Η επιλογή του, μεταξύ 80 υποψηφίων απ’ όλον τον κόσμο, είχε την υποστήριξη όλων των μελών της Επιτροπής, με εξαίρεση ενός μέλους. Ο γραμματέας της Επιτροπής, Österlund, υποστήριξε πως η επιλογή Σεφέρη υπήρξε μια ευκαιρία να αποδώσουν έναν θαυμάσιο φόρο τιμής στη σύγχρονη Ελλάδα, μια γλωσσική περιοχή που περίμενε πάρα πολύν καιρό για μια βράβευση σε αυτό το επίπεδο.

Ο Γιώργος Σεφέρης στην ομιλία του κατά τη διάρκεια της απονομής στο Δημαρχείο της Στοκχόλμης μίλησε για την ελληνική παράδοση και τις πολλές όψεις της Ελλάδας, ενώ συνόψισε τις πεποιθήσεις του, τόσο για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας (και ευρύτερα της ελληνικής ηθικής συνείδησης) από την αρχαιότητα έως τη σημερινή εποχή, όσο και για την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στον σύγχρονο κόσμο. «Χρωστώ», είπε μεταξύ άλλων, «την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα· που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες, όπου πνίγεται ο παλμός της ανθρώπινης καρδιάς…». Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα….

Ο Νομπελίστας ποιητής, εκείνη τη σημαντικότερη στιγμή της λογοτεχνικής του διαδρομής, επέλεξε να μιλήσει για τις «πολλές όψεις της Ελλάδος» επιλέγοντας ως «οδόσημα» τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, αναδεικνύοντας, με τον τρόπο αυτό, το τεράστιο απόθεμα και μεγαλείο ψυχής που πάντα τον διέκρινε: «Σας μίλησα γι' αυτούς τους ανθρώπους, γιατί οι σκιές τους δεν έπαψαν να με συντροφεύουν από τότε που άρχισε το ταξίδι μου για τη Σουηδία και γιατί οι προσπάθειές τους αντιπροσωπεύουν, στον νου μου, τις κινήσεις ενός κορμιού αλυσοδεμένου επί αιώνες, όταν επιτέλους σπάσουν τα δεσμά του και ψηλαφεί, ξαναζωντανεύει κι αναζητάει τις φυσικές του κινήσεις...».

Τον Γιώργο Σεφέρη, όμως, θα τον θυμόμαστε και για κάτι ακόμη. Ήταν 28 Μαρτίου 1969 όταν ο Σεφέρης έκανε την περίφημη δήλωση κατά της χούντας στο BBC. Μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση και για το περιεχόμενο, αλλά και γιατί βγήκε από τα χείλη ενός τόσο σημαντικού ανθρώπου, την ίδια ώρα που πολλοί πνευματικοί άνθρωποι της εποχής σιωπούσαν και διά της σιωπής τους νομιμοποιούσαν το καθεστώς… Μετέπειτα, όμως, παρίσταναν, εκ του ασφαλούς, τους αντιστασιακούς!

*Αναπληρωτής Καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, από το Μονάγρι Λεμεσού

Υποστηρίξτε τη