Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Συνεχίζεται η αύξηση των τιμών

Το 2ο τρίμηνο του 2019, σε ετήσια βάση ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών της Κεντρικής Τράπεζας αυξήθηκε κατά 2,8%, με θετικό πρόσημο για όλες τις επαρχίες

Μετά την κατακόρυφη συνολική πτώση των τιμών την περίοδο 2008-2016, που κατά τον δείκτη της ΚΤΚ έφτασε το 31% ενώ κατά τον δείκτη RICS από το 2010- 2015 είχε αγγίξει το 33%, το 2017 ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι δύο δείκτες τιμών κατέγραψαν άνοδο. Περαιτέρω αύξηση στις τιμές των κατοικιών καταγράφηκε κατά τη διάρκεια του 2018, με τον δείκτη της ΚΤΚ να σημειώνει ετήσια αύξηση ύψους 2% (κατά το τρίτο τρίμηνο) και τον δείκτη RICS να παρουσιάζει ετήσια ανάπτυξη 7%, ενώ σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία η αυξητική αυτή πορεία συνεχίστηκε και το 2019.

Τι λένε οι δείκτες τιμών

Τα τελευταία δημοσιευμένα στοιχεία αφορούν το 2ο τρίμηνο του 2019, κατά το οποίο, σύμφωνα με την Κεντρική Τράπεζα, σε ετήσια βάση ο Δείκτης Τιμών Κατοικιών (ΔΤΚ) αυξήθηκε κατά 2,8%, με θετικό πρόσημο για όλες τις επαρχίες. Τόσο οι τιμές διαμερισμάτων όσο και οικιών κατέγραψαν ετήσια αύξηση της τάξης του 4,3% και 2,3%, αντίστοιχα. Στην ανάλυσή της η Κεντρική σημειώνει ότι, παρά τις συγκρατημένες αυξήσεις που σημειώνει ο γενικός ΔΤΚ, οι διαφοροποιήσεις στις αυξήσεις ανά τύπο κατοικιών (οικίες και διαμερίσματα) και ανά επαρχία φαίνεται ότι εντατικοποιήθηκαν. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ιδιαίτερα σημαντικές αυξήσεις σημειώθηκαν στις τιμές διαμερισμάτων στις επαρχίες Λάρνακας (9,4%) και Λεμεσού (7,2%). Φαίνεται δε ότι οι αυξήσεις αυτές επικεντρώνονται σε παράλιες περιοχές των συγκεκριμένων επαρχιών και οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στη ζήτηση ακινήτων από ξένους.

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τον δείκτη τιμών του RICS, το 2ο τρίμηνο του 2019 σε όλην την Κύπρο σε ετήσια βάση, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 8,1% για τα διαμερίσματα, κατά 7,7% για τα σπίτια και κατά 6,0% για τα γραφεία.

Η στροφή των επενδυτών

στον τομέα των ακινήτων

Σε δηλώσεις του στη «Σ» επί του θέματος, ο Πρόεδρος του RICS Κύπρου, Διευθύνων Σύμβουλος της AXIA Chartered Surveyors και ακαδημαϊκός, Θωμάς Δημόπουλος, σχολίασε πως μετά τα γεγονότα του 2013, ο χρηματοπιστωτικός κλάδος που είναι άρρηκτα συνδεμένος με την οικονομία των ακινήτων αναδιοργανώθηκε. Πρόσθεσε πως η τοπική οικονομία σημαδεύτηκε από την κατάρρευση σημαντικών ιδρυμάτων, έγιναν συγχωνεύσεις τραπεζών, ενώ μέσω αναδιαρθρώσεων και απόκτησης ακινήτων έναντι χρεών, οι εναπομείνασες τράπεζες έγιναν ιδιοκτήτριες σημαντικού ποσοστού ακινήτων. Μέρος των ακινήτων αυτών, συνέχισε, περιήλθε σε επενδυτικά χαρτοφυλάκια (ο αριθμός αυξάνεται συνεχώς) και πλέον διατίθεται και πάλι στην αγορά - αν και με πιο αργούς ρυθμούς από το αναμενόμενο.

Από επενδυτικής πλευράς, σύμφωνα με τον κ. Δημόπουλο, το ενδιαφέρον για τα χρηματιστήρια ατονεί, ενώ βλέπουμε και την «Ιαπωνοποίηση» της Ευρώπης που διανύει μακρά περίοδο χαμηλού ή και αρνητικού πληθωρισμού. «Τα καταθετικά επιτόκια είναι πλέον μηδενικά ή και αρνητικά, ενώ τα κυβερνητικά ομόλογα 10ετούς ή 20ετούς διάρκειας (αντίστοιχης διάρκειας με τον επενδυτικό ορίζοντα σε ακίνητα) κυμαίνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα. Απόρροια των παραπάνω είναι η στροφή των επενδυτών στα ακίνητα, που, εκτός της απόδοσης μέσω της ενοικίασης ανάλογα φυσικά με το σημείο του κύκλου όπου έγινε η επένδυση, προσφέρουν και προοπτική αύξησης της κεφαλαιουχικής αξίας», είπε.

Οι προοπτικές της

κάθε επαρχίας

Περαιτέρω, ερωτηθείς ποιες περιοχές φαίνεται να παρουσιάζουν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη, ο κ. Δημόπουλος είπε πως σε κάθε πόλη υπάρχουν διαφορετικές προοπτικές και αποδόσεις, ανάλογα φυσικά και με το προφίλ του κάθε επενδυτή.

Ξεκινώντας από τη Λευκωσία, ο κ. Δημόπουλος σημείωσε ότι με αναφορά από το 2000 μέχρι και σήμερα παρουσίασε τη μικρότερη διακύμανση στις αξίες σε σχέση με τις υπόλοιπες πόλεις. Αυτό, συνέχισε, οφείλεται στο ότι η ζήτηση είναι κατά βάση τοπικού χαρακτήρα και εξαρτάται λιγότερο από ξένους. Εκτός της συγκέντρωσης του μεγαλύτερου ποσοστού του τοπικού πληθυσμού, όπως είπε, συγκεντρώνει τις περισσότερες θέσεις εργασίας λόγω του διευρυμένου δημόσιου τομέα, ενώ σημαντικός παράγοντας είναι και η παρουσία δεκάδων χιλιάδων φοιτητών σε ιδιωτικά και κρατικά ακαδημαϊκά ιδρύματα.

Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του RICS, η Λεμεσός από την άλλη, έχει σημειώσει τη μεγαλύτερη αύξηση τόσο στις αξίες των ακινήτων όσο και στα ενοίκια. Όπως εξήγησε, τα έργα υποδομής που έγιναν, η αναβάθμιση του κέντρου με την παρουσία του ΤΕΠΑΚ και το διευρυμένο παραλιακό μέτωπο βοήθησαν σημαντικά στη βελτίωση της εικόνας της πόλης. Ο κ. Δημόπουλος υπέδειξε πως το πρόγραμμα με τα διαβατήρια και η ζήτηση από ξένους έπαιξαν σημαντικό ρόλο, αλλά από την άλλη η αγορά ή ενοικίαση ακινήτου από τον τοπικό πληθυσμό είναι πλέον δυσπρόσιτη, γεγονός που, όπως τόνισε, πρέπει να προβληματίσει.

Όσον αφορά την Πάφο, όπως είπε, το πλεονέκτημα αλλά ταυτόχρονα και μειονέκτημα της επαρχίας είναι το αρκετά μεγάλο απόθεμα ακινήτων σε αναλογία με τον τοπικό πληθυσμό, σε σχέση πάντα με τις άλλες πόλεις. Υπάρχουν, σημείωσε, αρκετά οργανωμένα συγκροτήματα κατοικιών / διαμερισμάτων αλλά και μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες που δημιουργούν αρκετές ευκαιρίες εργασίας, ενώ ο μέσος αριθμός διαμονής εποχικών τουριστών είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος με μικρή διαφορά από την Αγία Νάπα.

Η επαρχία Αμμοχώστου, πρόσθεσε, συγκεντρώνει ενδιαφέρον τόσο από ξένους αλλά και από ντόπιους (κυρίως κατοίκους Λευκωσίας για αγορά δεύτερης κατοικίας). Όπως εξήγησε, «το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι παρόμοιο με αυτό για την Πάφο, αφού ξεχωρίζουν τα ακίνητα που προσφέρονται για βραχυπρόθεσμη ενοικίαση μέσω των δημοφιλών διαδικτυακών πλατφορμών που ναι μεν δείχνουν σημαντικές αποδόσεις, αλλά κάποιος θα πρέπει να λάβει υπόψη και τις απαιτήσεις/ έξοδα για διαχείριση».

Τέλος, στη Λάρνακα, όπως υπέδειξε, βλέπουμε αρκετά σημαντικά έργα, όπως την κατασκευή εμπορικού κέντρου, την κατασκευή μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων με αρκετή χρονική υστέρηση σε σχέση με τις άλλες πόλεις, ενώ η απομάκρυνση των διϋλιστηρίων μετά από καθυστέρηση ετών δημιουργεί ευκαιρίες για την αναβάθμιση της πόλης με διαμόρφωση ενιαίου παραλιακού μετώπου από το Μακένζι μέχρι την Πύλα.

Συνοψίζοντας, ο κ. Δημόπουλος ανέφερε πως «οι επενδυτές ακινήτων θα πρέπει να έχουν υπόψη ότι οι υψηλές αποδόσεις συνοδεύονται και από υψηλότερο ρίσκο, ενώ αυτοί που ζητούν εκτός από την είσπραξη ενοικίου και αύξηση της κεφαλαιουχικής αξίας του ακινήτου, θα πρέπει να εξετάσουν με προσοχή τη φάση του κύκλου των ακινήτων κατά την ημερομηνία αγοράς».


Υποστηρίξτε τη