Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Χάγη, μεταξύ πραγματικότητας και διεθνούς ιδεοληψίας

Η ελληνοτουρκική διένεξη, που από τη δεκαετία του 1960 και εντεύθεν σε διάφορες φάσεις της εμφανίζεται να κορυφώνεται φτάνοντας και στα όρια θερμού επεισοδίου, εμπεριέχει από τη δεκαετία του 1970 στους κόλπους της την ιδέα προσφυγής στη Χάγη εν είδει διεξόδου για την επίλυσή της. Σήμερα που η τουρκική επιθετικότητα κλιμακώνεται, επανέρχεται παρά ταύτα στην τρέχουσα πολιτική η πρόταση της παραπομπής του ζητήματος στη Χάγη ως πλαισίου ικανού να επιλύσει τη διαφορά.

Εκείνο που παρανόησαν ή δείχνουν να μην είναι σε θέση να αντιληφθούν οι προστρέχοντες στη Χάγη ως διαδικασία διευθέτησης και απονομής δικαιοσύνης, παραπέμπει στο ότι ο εν λόγω διεθνής θεσμός στην εγγενή του διάσταση δεν απονέμει δικαιοσύνη εν είδει εθνικού δικαστηρίου ή γενικώς κρατικού δικαστηρίου, των οποίων η δικαιοσύνη απονέμεται από τη δημοκρατική οργάνωση του κράτους και τη νομοθεσία που διέπει τη διάσταση της ύπαρξής του, αλλά αντιθέτως το Διεθνές Δικαστήριο λειτουργεί στη λήψη των αποφάσεών του πολιτικά, δηλαδή δικάζει κατά τρόπο ισομερούς ικανοποίησης των αντιπαρατιθέμενων.

Πέραν των ως άνω δεδομένων, εκείνο που υφίσταται ως διαγραφόμενη προοπτική περί προσφυγής στη Χάγη συνίσταται στο ότι ακόμα και σε ένα ενδεχόμενο απόφασης της Χάγης υπέρ των ελληνικών θέσεων, όπερ και εξαιρετικά δύσκολο να συμβεί κατά τρόπο καθαρό και σαφή, η εφαρμογή της απόφασης θα παραμένει μετέωρη εσαεί στον βαθμό που δεν υπάρχει διεθνές όργανο που να επιβάλει την εφαρμογή των αποφάσεων του Διεθνούς Δικαστηρίου. Εάν ένα κράτος, όπως η Τουρκία εν προκειμένω, δεν θελήσει να εφαρμόσει τη δεδομένη απόφαση του διεθνούς δικαστηρίου, δεν πρόκειται να έχει κανένα κόστος, στον βαθμό που η έννοια του κόστους ανάγεται στα συμφέροντα των κρατών και ουδέν πέραν τούτου.

Με δεδομένα τα ανωτέρω προσλαμβάνεται στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα της χώρας μια άποψη που αντιλαμβάνεται τη σημερινή Τουρκία του Ερντογάν ως ένα κράτος, το οποίο όχι μόνο θα έχει τη βούληση κοινής προσφυγής στη Χάγη για το μοναδικό επίδικο οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο, αλλά πολύ περισσότερο ότι θα διαθέτει τη βούληση, κατόπιν της εκδίκασης, να προχωρήσει σε εφαρμογή της αποφάσεως του Διεθνούς Δικαστηρίου, ακόμα και αν αυτή είναι αντίθετη με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της.

Η κατά τα ανωτέρω ιδεαλιστική συλλογιστική αγνοεί απροκάλυπτα, όχι μόνο την ιστορική διαδρομή του ελληνοτουρκικού συγκρουσιακού πλαισίου, μεστού τουρκικών παραβιάσεων της διεθνούς νομιμότητας, με προεξάρχουσα αυτήν τούτη την κατοχή της Κύπρου κατά παράβαση όλων των κανόνων του διεθνούς δικαίου, αλλά και το γεγονός ότι η υπόθεση υπεράσπισης εθνικής ακεραιότητας, δικαιωμάτων και ελευθεριών της χώρας και του λαού επαφίεται κατά πάγια αντίληψη στο ίδιο το κράτος και τις πολιτικές άμυνας και συμμαχικών πρωτοβουλιών του.

Η συνεχής επίκληση από κύκλους της ελληνικής πλευράς του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης ως πλαισίου επίλυσης της διαφοράς προσλαμβάνεται από την Τουρκία ως διέξοδος υπαγορευόμενη από την αδυναμία του ελληνικού κράτους να αντιμετωπίσει την τουρκική διεκδικητικότητα και όχι ως λειτουργία που θα δώσει λύση στη νομική διαφορά οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας μεταξύ των δυο χωρών.

Κατόπιν τούτων η Τουρκία, ούσα κράτος που δεν κινείται στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας, γίνεται αυτονοήτως επιθετικότερη και διεκδικητικότερη εκλαμβάνοντας την Ελλάδα ως χώρα που δεν είναι σε θέση να υπερασπίσει τον εαυτό της προβάλλοντας όρους αποτρεπτικής ισχύος απέναντι σε μια επιτιθέμενη δύναμη.

Η από πλευράς Αθήνας προβαλλόμενη αντίληψη πως εμείς ως χώρα που παραδοσιακά στηρίζουμε την πολιτική μας στην προβολή του διεθνούς δικαίου, οφείλουμε να έχουμε τη Χάγη ως προσανατολισμό, είναι πέραν πάσης διεθνούς πολιτικής πραγματικότητας στον βαθμό που η Χάγη, όχι μόνο δεν διαθέτει μέσα εφαρμογής των αποφάσεών της, αλλά αντιθέτως για να εφαρμοστεί το διεθνές δίκαιο πρέπει να κινηθεί η ισχύς τού κατά ταύτα εν δικαίω ευρισκομένου, μόνου και μετά συμμάχων.

Συνεπώς για τη χώρα και εν όψει των ανωτέρω τίθεται το θέμα μιας εκ βάθρων αναδιοργάνωσης της εθνικής άμυνας και ενδυνάμωσης της αποτρεπτικής της ισχύος, καθώς και εκπόνησης σχεδίου εθνικών διαστάσεων, που να υπερβαίνει κυβερνήσεις και παρατάξεις και να στοχεύει στην υπεράσπιση παντί τρόπω της διεθνούς νομιμότητας, καθώς και στην εν ευθέτω χρόνω εφαρμογή του απολύτως νομιμοποιημένου δικαιώματος της Ελλάδος, κατ’ επιταγήν του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, για επέκταση της θαλάσσιας ζώνης της στα 12 ναυτικά μίλια.

Μια τέτοια πολιτική δεν κινείται με όρους παρόντος, αλλά σε συνθήκες και δυνατότητες μακρόπνοης διαδρομής μιας ισχυρής και άρα αξιόπιστης Ελλάδος στον κόσμο των κρατών, σε ένα διεθνές σύστημα, όπου η ειρηνική συνύπαρξη προϋποθέτει ισχυρή παρουσία και αποφασιστική στάση του κράτους, που την επιθυμεί και την επιδιώκει.

*Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών, για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Υποστηρίξτε τη