Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ατιμώρητος διεθνής παραβάτης επαναλαμβάνει εαυτόν

Είναι σαφές από ολόκληρη τη συνέντευξη του Βρετανού Yπάτου Αρμοστή στην «Κ» ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως και τα Ηνωμένα Έθνη, με τις τελευταίες αποφάσεις και ψηφίσματά τους, με ενέργειές τους, όπως και άλλων χωρών, θεωρούν το πρόβλημα της Κύπρου, κυρίως, πρόβλημα μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία θεωρείται τρίτος και τοποθετείται στην ίδια περίπου θέση με Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο. Απλώς, μια από τις τρεις εγγυήτριες

Διαβάζοντας τη συνέντευξη του Βρετανού Υπάτου Αρμοστή στην «Καθημερινή», στις 23 Φεβρουαρίου 2020, σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, προκύπτουν ορισμένα σημεία τα οποία αξίζουν προσοχής. Ας τα παραθέσουμε. Πρώτα όσον αφορά την ουσία του προβλήματος και δεύτερον τα θέματα που αφορούν την ΑΟΖ. Επί της ουσίας οι χαρακτηριστικές αναφορές είναι οι ακόλουθες:

1) «Είναι το πιο φιλόδοξο ψήφισμα (το τελευταίο) του Συμβουλίου Ασφαλείας που υιοθετήθηκε, γιατί διευκρινίζει την ανάγκη για μηχανισμούς απ’ ευθείας επαφής σε στρατιωτικά θέματα μεταξύ Εθνικής Φρουράς και του τουρκικού στρατού».

2) «Για παράδειγμα, στέλνεται ένα δυνατό μήνυμα στήριξης της δουλειάς που γίνεται από τις δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές και της ανάγκης να γίνουν ακόμα περισσότερα πράγματα… Περισσότερη συνεργασία κατά μήκος της Πράσινης Γραμμής».

3) «Υπάρχει πολύ ξεκάθαρο μήνυμα και έχει να κάνει με το ότι χρειάζεται περισσότερη επαφή, περισσότερη συνεργασία και περισσότερα μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο κοινοτήτων».

4) «Δεν υπάρχει αρκετή συνεργασία».

5) «Η βασική τους (των ψηφισμάτων δηλαδή) πρόνοια είναι η Δικοινοτική, Διζωνική Ομοσπονδία βασισμένη στην πολιτική ισότητα και αυτή, προς το παρόν, παραμένει η μόνη βάση για συζήτηση».

6) «Δεν τίθεται κανένα ζήτημα αναγνώρισης της ‘ΤΔΒΚ’ μέσω του ψηφίσματος. Όσοι όμως πιστεύουν πως η σωστή λύση στο Κυπριακό είναι με την απομόνωση των Τ/κ, κάνουν λάθος».

7) «Δε είναι μόνο οι δύο κοινότητες, είναι και οι άλλες εγγυήτριες δυνάμεις, Ελλάδα και Τουρκία, που υπέγραψαν τη συνθήκη Εγγυήσεων. Αν η Ελλάδα, η Τουρκία και οι δύο κοινότητες θέλουν, όμως, να αλλάξει η Συνθήκη Εγγυήσεων, τότε η Βρετανία δεν θα είναι αυτή που θα σταθεί εμπόδιο».

Ξεκάθαρα μέσα από τις πιο πάνω τοποθετήσεις επικεντρώνεται στο Κυπριακό μόνο στη διάσταση του προβλήματος ως ζητήματος διαφοράς μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Μονοδιάστατα, δηλαδή, εστίασε στην εσωτερική πτυχή του Κυπριακού. Στο θέμα της ρύθμισης των σχέσεων των δύο κοινοτήτων μετά την λύση. Εξ ου και κυριαρχεί η θέση για συνεχή βελτίωση των σχέσεων και της συνεργασίας των δύο κοινοτήτων πριν από τη λύση. Ως να έχει διαγραφεί η τουρκική στρατιωτική κατοχή, απόρροια της οποίας είναι η παράνομη παρουσία του τουρκικού στρατού. Ο οποίος αναφέρεται, απλώς, ως «τουρκικός στρατός». Ο οποίος βρέθηκε εδώ ως… διά μαγείας. Και μάλιστα θεωρεί ότι η υπάρχουσα συνεργασία των δύο κοινοτήτων «δεν είναι αρκετή». Φυσικά, η επαφή και η συνεργασία των δύο κοινοτήτων χρειάζεται. Αλλά αυτή έχει ένα όριο – να μην οδηγεί στην άμεση ή έμμεση αναγνώριση της «ΤΔΒΚ» και να προάγει την λύση αρχών στο Κυπριακό. Πουθενά όμως δεν γίνεται αναφορά στη λύση αρχών και των δύο πτυχών του προβλήματος, στη λύση αρχών στο Κυπριακό, η οποία θα πρέπει να επιλύει και το θέμα των εποίκων. Και το θέμα της ασφάλειας. Και το θέμα των κατοχικών στρατευμάτων. Τα περί Κύπρου ψηφίσματα του ΟΗΕ ζητούν και αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων. Γι’ αυτά, ούτε λέξη. Περιορίζεται αποκλειστικά να υπογραμμίσει μια μόνο βασική πρόνοια των ψηφισμάτων περί λύσης «ΔΔΟ βασισμένης στην πολιτική ισότητα» χωρίς αναφορά ότι δεν ερμηνεύεται από τα ψηφίσματα η ισότητα ως αριθμητική τέτοια. Η ΔΔΟ και η πολιτική ισότητα αφορούν μόνον την εσωτερική πτυχή και μάλιστα μια πτυχή της μόνο, αυτήν της διακυβέρνησης. Στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με τον Γ.Γ. του ΟΗΕ, τα ψηφίσματα προνοούν για μια λύση, η οποία θα αποδώσει ένα «κανονικό κράτος». Και κανονικό κράτος δεν νοείται παρά κράτος λειτουργικό, βιώσιμο, ασφαλές, χωρίς ξένους στρατούς, κηδεμόνες, προστάτες και επικυρίαρχους. Ακόμα και εκεί που αναφέρεται στη Συνθήκη Εγγύησης ουδεμία γίνεται αναφορά στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Σε ό,τι φορά το θέμα της ΑΟΖ αναφέρει:

  1. «Είμαστε ενάντια στις τουρκικές γεωτρήσεις στη διεθνώς αναγνωρισμένη κυπριακή ΑΟΖ».
  2. «Είμαστε ξεκάθαροι ότι η Κύπρος ως ανεξάρτητη χώρα με κυριαρχικά δικαιώματα που υπέγραψε τη Συμφωνία των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας δικαιούται να έχει αποκλειστική οικονομική ζώνη. Αυτό είναι ξεκάθαρο. Βεβαίως η Τουρκία δεν υπέγραψε την εν λόγω συμφωνία…».

Ξεκάθαρος για τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας στη νόμιμη ΑΟΖ της. Ξεκάθαρα ενάντια στις τουρκικές γεωτρήσεις. Θέμα ερμηνείας, όμως, τι υπονοεί η τελευταία αναφορά στην Τουρκία. Δηλαδή, η άρνηση της Τουρκίας να υπογράψει τη Συμφωνία δημιουργεί ένα ιδιότυπο άλλοθι στην Άγκυρα; ΄Η μήπως το ότι δεν υπέγραψε τη Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας δυσκολεύει τη λήψη μέτρων εναντίον της; ΄Η κάτι άλλο; Η ερμηνεία πρέπει να δοθεί από τους ίδιους τους Βρετανούς. Και φαντάζομαι ότι, αν κάτι ιδιαίτερο ισχύει για την Τουρκία, τότε θα ισχύει και για τις άλλες 3-4 χώρες, που επίσης δεν υπέγραψαν αυτήν τη Συνθήκη.

Είναι σαφές από ολόκληρη τη συνέντευξη ότι το Ηνωμένο Βασίλειο, όπως τα Ηνωμένα Έθνη, με τις τελευταίες αποφάσεις και ψηφίσματά τους, με ενέργειές τους, όπως και άλλων χωρών, θεωρούν το πρόβλημα της Κύπρου, κυρίως, πρόβλημα μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Η Τουρκία θεωρείται τρίτος και τοποθετείται στην ίδια περίπου θέση με Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο. Απλώς, μια από τις τρεις εγγυήτριες. Ξεχάστηκε ότι η πεμπτουσία του Κυπριακού είναι η εισβολή – κατοχή και τα παράγωγά της. Ξεχάστηκε ότι η Τουρκία είναι εισβολέας και κατακτητής. Διεθνής παραβάτης κατ’ εξακολούθησιν. Ατιμώρητος και, ως εκ τούτου, επαναλαμβάνει εαυτόν σε διάφορα σημεία του πλανήτη, όπως π.χ. Συρία, Λιβύη και αλλού. Για όλα αυτά, όμως, έχουμε, ως Κύπρος, μερίδιο ευθύνης.

Υποστηρίξτε τη