Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η «ασθένεια» του Brexit εν καιρώ κορωνοϊού και το δίλημμα του Τζόνσον

Η βίαιη άφιξη της πανδημίας, ωστόσο, μετακίνησε τη συζήτηση μακριά όχι μόνο από την αποχώρηση της Βρετανίας από το ευρωπαϊκό μπλοκ, αλλά και από κάθε διεθνή εξέλιξη

Από το 2016, κεντρικό ζήτημα τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και στην ΕΕ υπήρξε το Brexit. Η βίαιη άφιξη της πανδημίας, ωστόσο, μετακίνησε τη συζήτηση μακριά όχι μόνο από την αποχώρηση της Βρετανίας από το ευρωπαϊκό μπλοκ, αλλά και από κάθε διεθνή εξέλιξη. Ειδικότερα, όσον αφορά το Brexit, οι εξελίξεις επηρεάστηκαν με τον πλέον άμεσο τρόπο από την κρίση του κορωνοϊού, αφού βασικοί παίκτες, όπως ο Βρετανός Πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον, και ο Eυρωπαίος διαπραγματευτής, Μισέλ Μπαρνιέ, βρέθηκαν θετικοί στον ιό, αναβάλλοντας τις προγραμματισμένες συζητήσεις για την εμπορική συμφωνία Βρετανίας- ΕΕ. Οι καθυστερήσεις αυτές προστέθηκαν στο ήδη ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που έθεσε ο Τζόνσον για σύναψη συμφωνίας, δημιουργώντας εύλογες ανησυχίες για την εξέλιξη της διαπραγματευτικής διαδικασίας εν μέσω της έκτακτης ανάγκης που βρίσκονται και τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. «Ακτίδα φωτός» η επιλογή παράτασης της μεταβατικής περιόδου, σενάριο το οποίο ο Βρετανός Πρωθυπουργός δεν εμφανίζεται -ακόμα- διατεθειμένος να ακολουθήσει.

Στον πάγο η διαπραγμάτευση

Η επιστροφή της ΕΕ και της Βρετανίας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτήν τη εβδομάδα, αν και δίνει την εντύπωση ότι επαναρχίζουν οι συνομιλίες για τη σύναψη μιας οριστικής συμφωνίας για τις μελλοντικές τους σχέσεις, αυτό απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Η επικοινωνία του Μισέλ Μπαρνιέ και του Ντέιβιντ Φρέι, οποίοι είναι επικεφαλής διαπραγματευτές για τις Βρυξέλλες και το Λονδίνο αντίστοιχα, δεν είχε άλλο σκοπό παρά να ορίσουν ημερομηνίες για τους επόμενους γύρους διαπραγματεύσεων που θα πραγματοποιούνται μέσω τηλεδιάσκεψης λόγω της κατάστασης με τον κορωνοϊό. Υπό κανονικές συνθήκες θα έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί τρεις γύροι διαπραγματεύσεων, αλλά λόγω της πανδημίας αυτό δεν κατέστη εφικτό. Με άλλα λόγια, ακόμα και εάν βρισκόμαστε στον Απρίλιο, καμιά ουσιαστική διαπραγμάτευση δεν έχει πραγματοποιηθεί, ενώ κανείς δεν συζήτησε για τον «ελέφαντα στο δωμάτιο», την πιθανότητα δηλαδή επέκτασης της περιόδου για το Brexit πέρα από την 31η Δεκέμβριου. Προ κορωνοϊού, ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας, Μπόρις Τζόνσον, διαφωνούσε κάθετα ακόμα και στο ενδεχόμενο να συζητήσει αυτό το σενάριο. Σε καμιά περίπτωση όμως η κατάσταση, πλέον, τόσο εντός της Βρετανίας όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν είναι η ίδια. Το μοντέλο που είχε στο μυαλό ο Τζόνσον όταν απέκλειε την πιθανότητα επέκτασης βασιζόταν σε έναν μαραθώνιο εντατικών διαπραγματεύσεων μαζί με τις Βρυξέλλες, μέχρι να κλειδώσει μια εμπορική συμφωνία. Η ιδανική γι’ αυτόν συμφωνία δε, θα ήταν η δημιουργία ενός σκληρού ρυθμιστικού συνόρου με την ΕΕ, το οποίο εκ των πραγμάτων θα απαιτεί από τις επιχειρήσεις να προσαρμοστούν σε νέες τελωνειακές διαδικασίες και ρυθμιστικούς ελέγχους. Κάτω από το βάρος της οικονομικής αβεβαιότητας που δημιουργεί η πανδημία αλλά και το lockdown, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον θα μπορούσε να αντέξει οικονομικά η χώρα του μία τέτοια συμφωνία.

Το διακύβευμα της

απόφασης για επέκταση

Στο ήδη σύνθετο διαπραγματευτικό τοπίο, το οποίο δυσχεραίνει περαιτέρω η κρίση του κορωνοϊού, έρχεται να προστεθεί και ο χρονικός παράγοντας. Σύμφωνα με τη συμφωνία αποχώρησης της Βρετανίας, η όποια επέκταση πρέπει να τύχει διαπραγμάτευσης αλλά και έγκρισης μέχρι το τέλος Ιουνίου. Πάντως, κυβερνητικά στελέχη στη Βρετανία διατηρούν την αισιοδοξία τους, αφού θεωρούν ότι οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να πυκνώσουν τις συζητήσεις τους, ώστε να καταφέρουν να ανταποκριθούν στα ασφυκτικά χρονοδιαγράμματα. Εντούτοις, κανείς δεν μπορεί να ξέρει μετά βεβαιότητας πόσο θα διαρκέσει η κρίση του κορωνοϊού. Οι ακαδημαϊκοί υποστηρίζουν ότι μπορεί να πάρει περισσότερο από ένα χρόνο για να αρθούν τα ακραία μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Σίγουρα, οι διαπραγματευτές δεν έχουν την πολυτέλεια του χρόνου, γι’ αυτό πρέπει να ληφθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος η απόφαση για την επέκταση. Αναλυτές επισημαίνουν ότι το Brexit δυσκολεύει την ικανότητα της Βρετανίας να διαχειριστεί την πανδημία, τόσο σε πολιτικό όσο και πρακτικό επίπεδο. Πρακτικά, η επέκταση της μεταβατικής περιόδου θα ήταν επωφελής για τη χώρα, αφού στηρίζεται στις εισαγωγές μεγάλων ποσοτήτων ιατρικών προμηθειών, τροφίμων και άλλων αναγκαίων αγαθών από χώρες της ΕΕ. Έτσι, η απόφαση για επέκταση θα διατηρήσει αυτά τα οφέλη για τη Βρετανία, σε μια χρονική περίοδο που κρίνονται περισσότερο από αναγκαία. Από την άλλη, όμως, η απόφαση για επέκταση είναι δυσμενής για την πολιτική ηγεσία. Το τίμημα για να απολαύσει τα οφέλη της επέκτασης θα είναι μεγάλο και αναμένεται ότι θα έχει πολιτικό κόστος για τον Τζόνσον. Εάν προκύψει μια τέτοια ρύθμιση, η Βρετανία θα πρέπει να συνεχίσει να υπακούει στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς και να πληρώνει τον προϋπολογισμό, χωρίς να έχει λόγο στη διαμόρφωση της πολιτικής. Οπότε τίθεται το δίλημμα στο οποίο βρίσκεται ο Βρετανός Πρωθυπουργός: Διασφάλιση της απρόσκοπτης εμπορικής δυνατότητας ή επιμονή στα χρονοδιαγράμματα για πραγματοποίηση του Brexit στο τέλος του 2020;

Η επιχειρηματολογία

των Brexiteers

Η συζήτηση για την επέκταση ή μη της μεταβατικής περιόδου αναβίωσε το κλίμα πόλωσης μεταξύ των Brexiteers και Remainers. Ενώ είναι εύκολο και φαίνεται λογικό να ταχθεί κάποιος υπέρ της επέκτασης, αφού θα είναι επωφελής για τη χώρα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα επιχειρήματα όλων όσοι υποστηρίζουν Brexit στις 31 Δεκεμβρίου. Κάποιοι Συντηρητικοί υπέρμαχοι του Brexit θεωρούν ότι η κρίση του κορωνοϊού είναι μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για τη Βρετανία να παίξει το χαρτί του «no deal», ενόσω είναι και οι δύο πλευρές αποδυναμωμένες. Ο Ίαν Ντάνκαν Σμιθ, πρώην ηγέτης των Τόρις, υποστηρίζει ότι όσο η κρίση του κορωνοϊού συνεχίζεται, η ΕΕ θα χρειαστεί κάθε δυνατή βοήθεια για να την ξεπεράσει και η Βρετανία είναι η μεγαλύτερή της αγορά για εξαγωγή προϊόντων. Εφόσον θα χρειάζονται πάση θυσία μια συμφωνία, ο Σμιθ θεωρεί ότι πρέπει να συνεχίσουν οι διαπραγματεύσεις ειδικά αυτήν την περίοδο. Με παρόμοιο τρόπο, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο κορωνοϊός προκάλεσε αποδιοργάνωση, έφερε διαφωνίες και αποδυνάμωσε την ΕΕ, άρα είναι η κατάλληλη στιγμή για το Ηνωμένο Βασίλειο να εξασφαλίσει μια καλή συμφωνία. Την ίδια ώρα όμως παραμένει στη δημόσια συζήτηση η άποψη των σκληροπυρηνικών υποστηρικτών του Brexit ότι ποτέ δεν είναι αργά για μιαν αποχώρηση χωρίς συμφωνία, αφού από τη μια θεωρούν ότι τα χρονοδιαγράμματα οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε ένα «no deal», ενώ υποστηρίζουν ότι έτσι κι αλλιώς η κρίση του κορωνοϊού θα διαλύσει τη βρετανική οικονομία, άρα είναι άνευ λόγου να ανοικοδομηθεί στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και όχι ανεξάρτητη. Τέλος, επανέρχεται το επιχείρημα των σκληροπυρηνικών υπερμάχων του Brexit ότι η κρίση ουσιαστικά ανέδειξε το πόσο δυσλειτουργική και ανοργάνωτη είναι η ΕΕ, επιβεβαιώνοντας ότι ήταν σωστή η απόφαση που λήφθηκε το 2016 για αποχώρηση.

Το Βrexit στην Υγεία

Αντικείμενο συζήτησης αποτέλεσε και η αδυναμία της Βρετανίας για πραγματοποίηση μαζικών διαγνωστικών τεστ, τακτική που ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προτρέψει τις χώρες να ακολουθήσουν. Ο Βρετανός Υπουργός Υγείας, Ματ Χάνκοκ, απαντώντας στις επικρίσεις, υποστήριξε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο ιστορικά είχε περιορισμένη διαγνωστική βιομηχανία. Όμως, αναλυτές εντοπίζουν έναν άλλο λόγο για να ερμηνεύσουν τη στάση της βρετανικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα, θεωρούν ότι από το δημοψήφισμα του 2016, η κυβέρνηση έκανε πολλές προσπάθειες για να καλλιεργήσει την άποψη στους πολίτες ότι η Βρετανία είναι ένα ανεξάρτητο κράτος, που ακολουθεί τον δικό του δρόμο. Έτσι, υπάρχει η εκτίμηση ότι σε αυτήν την τακτική οφείλεται η διαμόρφωση μιας αμφιλεγόμενης στρατηγικής της κυβέρνησης, στην οποία υπήρχαν σημάδια ότι προσπαθούσε να αποστασιοποιηθεί από την προσπάθεια των πρώην εταίρων της, με εξόφθαλμο παράδειγμα την αποχή από τον συντονισμό για προμήθεια περισσότερων αναπνευστήρων. Αν και η κυβέρνηση Τζόνσον υποστήριξε ότι δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα λόγω της μη αποτελεσματικής επικοινωνίας, αναλυτές θεωρούν ότι το Brexit επηρέασε τις αποφάσεις που λήφθηκαν και συγκεκριμένα έγινε προσπάθεια, ώστε να είναι εμφανής η διαφοροποίηση της χώρας από τις πρακτικές των κρατών μελών της ΕΕ. Μάλιστα ειδικοί επισημαίνουν ότι οι χειρισμοί της κυβέρνησης καταδεικνύουν την άρνηση τόσο να μοιραστεί τεχνογνωσία με τις άλλες χώρες όσο και να συνεργαστεί με οποιοδήποτε εξωτερικό παράγοντα, συμπεριλαμβανομένου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Υποστηρίξτε τη