Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Οι χρήσεις της βίας

Η βία είναι ενδημική στη βιομηχανία του κινηματογράφου και στην τηλεόραση - αλλά οι χρήσεις της είναι εγγενώς πολιτικές. Αποτέλεσμα όλης αυτής της βίας στην τηλεόραση είναι να ακινητοποιούμε την πολιτική μας πρωτοβουλία και την ηθική αποφασιστικότητα σε παραλυτική παθητικότητα.

Ο Henry Fonda ως desperado pistolero. Έχει μόλις σταματήσει και ληστεύει ένα τρένο, κάπου στις πλατιές πεδιάδες της Άγριας Δύσης. Μπροστά του στέκεται ένας αθώος αγρότης, τρέμοντας από φόβο. Φοράει τιράντες, για να κρατήσει τα φθαρμένα παντελόνια του πάνω από ένα σκισμένο λευκό πουκάμισο. «Μη με σκοτώσεις, παρακαλώ μη με σκοτώσεις», παρακαλεί τρεμάμενος ο αγρότης. «Έχω έξι παιδιά να θρέψω, δεν έχω τίποτα να κάνω που να αξίζει τον κόπο για να με σκοτώσετε!». Ο Fonda φαίνεται να έχει μαλακώσει με τα παρακάλια του φτωχού αγρότη. Γυρνά, σαν για να φύγει, και έπειτα, με έναν αέρα αδιαφορίας, και χωρίς πολλά πολλά, πυροβολεί τον άτυχο αγρότη με τρεις (ή περισσότερες) σφαίρες. Στη συνέχεια, φυσάει τον καπνό από το όπλο που καπνίζει και εξηγεί, στυγνά: «Δεν εμπιστεύομαι τους άνδρες που δεν εμπιστεύονται τα παντελόνια τους».

Ολόκληρος ο κινηματογράφος ξεσπάει σε δυνατά γέλια. Ένας αθώος, άοπλος, αβοήθητος άντρας, ένας πατέρας έξι μικρών παιδιών, μόλις σκοτώθηκε. Έτσι, για πλάκα. Έξι παιδιά παρέμειναν ορφανά, θρηνώντας έναν δολοφονημένο πατέρα, αντιμετωπίζοντας τώρα ένα μέλλον φτώχιας και στέρησης, κακοποίησης και λιμοκτονίας. Έτσι, για πλάκα. Και το κοινό του κινηματογράφου απολαμβάνει πλήρως και μοιράζεται αυτήν τη διασκέδαση, που απορρέει από μια εντελώς αχρείαστη, αλλά τόσο ξεκαρδιστική δολοφονία, ένα κενό νοήματος και σκοπού έγκλημα που υπηρετεί τους ψυχαγωγικούς σκοπούς ενός τυπικού γουέστερν.

Έτσι, για πλάκα.

Η βία, φυσικά, είναι ένα θεμιτό δραματικό και καλλιτεχνικό εργαλείο, τόσο στον κινηματογράφο όσο και στο θέατρο, δεδομένου μάλιστα ότι εξυπηρετεί τον δραματικό στόχο της απεικόνισης των τραγικών συνεπειών της και του τρόπου αντιμετώπισής τους από όσους πλήττονται από τη στυγνή, αδυσώπητη πραγματικότητά της. Το ελληνικό δράμα βυθίζεται στη βία και το αίμα ως κάλεσμα να εμπλακούν οι θεατές του σε μια στοχαστική διαδικασία αυτοεξέτασης, να ρίξουμε μια βαθιά ματιά πέρα από την άβυσσο, στις σκοτεινές ακρώρειες της ανθρώπινης ψυχής. Πρόκειται για μια εξαιρετικά διδακτική διαδικασία, που μας καλεί να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και πόσο επισφαλής είναι η ύπαρξή μας, πάντα μετέωροι παραπαίουμε στα πρόθυρα της αβύσσου και του γκρεμού της τραγικής πτώσης, να αναμετρηθούμε με τον τρόπο πώς ο (ηθικός) κίνδυνος ενυπάρχει στην ίδια την υφή του εαυτού μας και της ύπαρξής μας.

Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, η Ορέστεια, ο Θηβαϊκός Κύκλος ή οι Βάκχες, καθώς και το μετέπειτα υψηλό δράμα στην σκηνή και στη λογοτεχνία, όπως η Θεία Κωμωδία ή το Σαιξπηρικό δράμα, υπηρετούν από της γραφής τους την ανθρωπότητα δείχνοντάς μας τους εαυτούς μας - σε όλη μας την αθλιότητα και, ταυτόχρονα, την ηθική μεγαλοπρέπεια. Όπως και η Μέδουσα στον καθρέφτη, μπορεί να απολιθωθούμε βλέποντας την αντανάκλαση του πιο άσχημου εαυτού μας και, όμως, μας βοηθούν καίρια να εμβαθύνουμε βαθύτερα στην ηθική μας υπόσταση και στις αιτίες της Πτώσης μας, εκεί ακριβώς στην κορυφή της υποτιθέμενής μας δόξας.

Αλλά δεν υπήρχε πραγματικό δράμα εδώ. Μόνο διασκέδαση. Στο κοινό δεν δόθηκε καθόλου χρόνος ή κάποια θεατρική πλατφόρμα για να εξετάσουν τα τραγικά επακόλουθα ή τη ρήξη στο σύστημα αξιών μας, που αντιπροσώπευε αυτή η εν ψυχρώ δολοφονία. Η φρικτή πράξη της αδικαιολόγητης βίας παρουσιάστηκε ως στιγμιαίο περιστατικό, απολυμασμένο από το διαρκές κακό που προκάλεσε. Το ακροατήριο προσκλήθηκε να απολαύσει τη δολοφονία απόλυτα προστατευμένο από κάθε ηθικό και φιλοσοφικό προβληματισμό και δέος, τον «έλεο και φόβο» της τραγωδίας. Εδώ, μονάχα η πλάκα.

Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλεί καμία έκπληξη. Ολόκληρη η σύγχρονη κουλτούρα μας βασίζεται στην αγνόηση των συνεπειών των ενεργειών μας και του τρόπου ζωής μας, είτε είναι το αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής καταστροφής, του καπνίσματος και του ποτού, του ανησυχητικού ρυθμού των διαζυγίων, της παραμέλησης των ηλικιωμένων, ή των αυξανόμενων ορδών των πεινασμένων στον Τρίτο Κόσμο ή πιο κοντά σε εμάς, του αυτοκαταταστροφικού εν τέλει γεγονότος ότι καταναλώνουμε ad infinitum σε έναν πεπερασμένο πλανήτη, χωρίς όρια σε έναν κόσμο με ορατά τα όριά του. Και οι «έξυπνες» βόμβες μας να πέφτουν «βολικά» από ένα «ασφαλές» ύψος, προστατεύοντας έτσι και «απολυμαίνοντας» τον πιλότο και τους πρόθυμους θεατές, στις οθόνες της τηλεόρασης αργότερα, από κάθε ενοχλητική ματιά και σκέψη του μόνιμου κακού που είχε προκαλέσει «έξυπνα» η βόμβα, τις αιματηρές και καταστροφικές επιπτώσεις στο έδαφος. Με την ψυχρή αθωότητα ενός παιχνιδιού ηλεκτρονικού υπολογιστή, μια ηθικά αδιάφορη κάμερα απεικονίζει μόνο τον στόχο ως χειρουργική «επέμβαση». Χειρουργικά πλήγματα, που καθαρίζονται χειρουργικά και απολυμαίνονται. Απολαύστε το πλήγμα, αγνοήστε τους πληγέντες! Τώρα, πάμε να «καταφέρουμε» μερικούς ακόμα πόντους στο παιχνίδι στον «υπολογιστή» μας!

Έτσι, δεν είναι η απεικόνιση της βίας που είναι επικίνδυνη, είτε στις ταινίες είτε στις τηλεοράσεις μας, πλημμυρισμένα όπως είναι από βία. Δεν είναι το υποτιθέμενο γεγονός ότι η παρακολούθηση της βίας υποκινεί βία που πρέπει να προκαλέσει τη στοχαστική μας προσοχή. Στο αρχαίο δράμα, ο «έλεος και ο φόβος» που προκαλούσαν οι αφηγήσεις βίας και αίματος είχαν σκοπό να καλλιεργήσουν τη χειραφέτηση του ανθρώπου από την αναπόφευκτη μοίρα που καταλύει τη σφαίρα του λόγου για να ρίξει τον πεσμένο άνθρωπο στα σαγόνια της επικρεμάμενης μοίρας, τη φρίκη του αδυσώπητου χάους. Το θέαμα της βίας μπορεί να απεικονιστεί εκπαιδευτικά, αν το ηθικό νόημα είναι αυτό που επιζητεί η απεικόνισή του, αν αυτό είναι ό,τι αναμένεται να κερδηθεί από τέτοιες φρικτές αφηγήσεις αποτρόπαιης βίας. Και εδώ, όπως και αλλού, στον όλο και πιο μονοπωλιακό μας κόσμο του θεάματος, είναι σε αυτόν που λέει την ιστορία και για ποιο σκοπό που θα πρέπει να επικεντρωθούμε.

Μην ψάχνετε για το χειραφετητικό, καταρτικό αποτέλεσμα του έλεου ή του φόβου στις τηλεοράσεις μας ή στη μεγάλη οθόνη με τα block-buster και το δέος των τετραφωνικών. Φόβο, ναι. Αλλά είναι ένας εξουθενωτικός, όχι απελευθερωτικός φόβος. Είναι ο φόβος που οδηγεί στην παθητικότητα, την ανασφάλεια και μας δείχνει ευάλωτους, και όχι ο φόβος που μας απελευθερώνει από το παράλογο, προσκαλώντας μας στον αυτοέλεγχο και την ορθολογική οικοδόμηση ενός κοινού και ταυτόχρονα ατομικού μέλλοντος, στην ελεύθερη ενάσκηση της πολιτικής εμπλοκής συνειδητοποιημένων πολιτών. Τίποτα δεν υπάρχει εδώ από την ενδυναμωτική παρώθηση της δημοκρατικής διδασκαλίας που ήταν το αρχαίο δράμα, διαφωτίζοντας τον άνθρωπο πάνω στις κοινές θεμελιώδεις αξίες της «πόλεως» και της «δίκης» που προέκυψαν από τους προπολιτικούς χρόνους του αίματος και της (θεϊκής ή ανθρώπινης) εκδίκησης. Οι τηλεοπτικές σκηνές μάς ρίχνουν πίσω σε έναν κόσμο που προκαλεί φόβο, που μας κάνει να νιώθουμε αδύναμους να προστατευθούμε μέσα από κοινή δράση και μέσω της πολιτικής μας οργάνωσης, ενάντια στις αντιξοότητες της «ourageous fortune», της αδυσώπητης τύχης. Εδώ επιστρέφει για να μας καταβροχθίσει ένας κόσμος από τον οποίο όλο και περισσότερο αποξενωνόμαστε, είτε ως συγγραφείς του ατομικού και κοινού πεπρωμένου μας είτε ως λογικοί κριτές κι αξιολογητές των σκοπών που καλούμαστε καθημερινά να υπηρετούμε

Ίσως οι χορηγοί των τηλεοπτικών προγραμμάτων να μη θέλουν να συνδέσουν τα διαφημιζόμενα προϊόντα τους με τις φρικτές εικόνες που οι τηλεοπτικές οθόνες είναι σχεδόν επιρρεπείς στο να μεταδίδουν σε ανταγωνιστική αναζήτηση της εντυπωσιοθηρίας, αρρωστημένης, ενίοτε, σαγήνης για την τηλεθέαση. Ή, στον καταγκαστικό τροχό του τηλεοπτικού ανταγωνισμού να αναζητούν το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας του τηλεοπτικού κοινού που το αίμα και το δέος αποδίδουν. Προστατευτικοί «έλεγχοι» όπως το συμβολικό κατώφλι των «εννέα η ώρα» μπορούν να ανεγερθούν από τους ρυθμιστές, ή να προστεθεί η απαγορευτική σήμανση στη βίαιη ταινία. Διότι μπορεί επίσης να συμβαίνει ότι η πολιτική σκοπιμότητα του ηγεμονικού «ηθελημένου» καταναγκασμού να απαιτεί να βιώνουμε την τρομερή - σχεδόν θεϊκή - αποτελεσματικότητα της νόμιμης δύναμής τους, στο πιο ακραίο της, την εξαιρετική αποτελεσματικότητα των πο προηγμένων όπλων τους, χωρίς να υποφέρουμε την ίδια την εφιαλτική ωμότητα της έμφυτης αγριότητάς τους. Έτσι, οι εκρήξεις εκτοξεύουν το απειλητικό τους νόημα ως μια παροδική και στιγμιαία εντύπωση, ένα φλας όψης ήχου, sight and sound, ενώ παραμένουν αποσυνδεδεμένες από τις επμένουσες εικόνες του αίματος και τις πληγές των νεκρών και των ακρωτηριασμένων. Εντυπώσεις που σωρεύονται σε διακριτές και σαφείς ιδέες, όπως θα έλεγαν οι εμπειριστές φιλόσοφοι.

Στο ελληνικό δράμα, την Ελληνική Τραγωδία, οι ιστορίες που μιλάνε για τον κόσμο μάς βοηθούν να αντιμετωπίσουμε τις βαθύτερες φρίκες του κόσμου στον οποίο ζούμε. Βοηθούν να τις πραγματευτούμε έλλογα, ακριβώς σώζοντας την ηθική μας αξία εν όψει των σκοτεινών δυνάμεων του κινδύνου και του αναπόφευκτου. Ωστόσο, αν η αφήγηση των ιστοριών ελέγχεται από δυνάμεις που επιδιώκουν κάποιους άγνωστους και ανεξέλεγκτους σκοπούς, ελέγχεται από αυτές και η αντίληψή μας για τον κόσμο. Το ίδιο θα συμβαίνει με τη δυνατότητά μας να δράσουμε πάνω σε αυτό, να κάνουμε μια διαφορά, να κάνουμε μιαν αλλαγή, να την φέρουμε πλησιέστερα τις ηθικές μας ανάγκες, να την εξανθρωπίσουμε.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της βίας στην τηλεόρασή μας είναι να ακινητοποιούμε την πολιτική μας πρωτοβουλία και την ηθική αποφασιστικότητα σε παθητικότητα. Ο φόβος και ο συναγερμός μας εκτρέπονται σε ανήμπορη εξάρτηση και υποταγή στους πολιτικούς μας «σωτήρες», είτε πρόκειται για τους πολεμιστές εναντίον της τρομοκρατίας και των rogue states είτε μια κυβέρνηση «νόμου και τάξης» που νομιμοποιεί τον εαυτό της ανταλλάσσοντας την ανικανότητα του να προσφέρει ασφάλεια (ως «security») σε έναν παγκοσμιοποιημένο, «απελευθερωμένο από κανονιστικούς περιορισμούς» κόσμο με την προβαλλόμενη μέριμνα για την ασφάλειά μας, ως «safety». Πάει, λοιπόν, φεύγει το αίσθημα ασφάλειας «security» που απορρέει από ένα συμφωνημένο πολιτικό πρόγραμμα που καλύπτει τους κινδύνους της ζωής στο παρόν και στο μέλλον, διασφαλίζοντας κάποιες εύλογα σταθερές προσδοκίες στην ασφάλεια της εργασίας, στην υγειονομική περίθαλψη και στην αξιοπρεπή σύνταξη. Εδώ έρχεται η «προστασία», ασφάλεια ως «safety» που αποκτάται με λεγεώνες αστυνομικών, «μητρώα» που προστατεύουν εμάς και τα παιδιά μας από τους διαρκώς διαφημιζόμενους «κινδύνους από κάθε είδους κοινωνική παρέκκλιση». Πανταχού παρούσες είναι οι κάμερες παρακολούθησης, αστυνομικά αυτοκίνητα που τρέχουν παντού και συνεχώς, ακόμα και τροχονόμοι επιτηρητές, προστατεύοντας το «ασφαλές ταξίδι» μας, αν όχι στη ζωή, τουλάχιστον στον δρόμο. Ένας καλά αστυνομευόμενος δρόμος.

Ο πραγματικός κίνδυνος από όλην αυτήν τη βία που προσβάλλει την τηλεόραση και τον κινηματογράφο μας δεν είναι η υποκίνηση της βίας. Είναι μάλλον η παρότρυνση της παθητικότητας, της παραίτησης και της συντριπτικής αίσθησης ενός απροσδιόριστου φόβου. Και όλα αυτά πακετάρονται ως ψυχαγωγία. Μας γαργαλούν στην παράδοσή μας.

Υποστηρίξτε τη