Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η επάνοδος του «Μπαρμπαρός» και τα «εγγυητικά δικαιώματα» της Ελλάδας

Στη διάρκεια των συζητήσεων στη Ζυρίχη για καταρτισμό των ομώνυμων συνθηκών το 1959, μεταξύ των οποίων και η συνθήκη εγγυήσεων, κατόπιν πρότασης της ελληνικής αντιπροσωπίας, εστάλη αίτημα στη νομική υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ με το ερώτημα κατά πόσον η φράση to take action σήμαινε και ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Η απάντηση της νομικής υπηρεσίας (έκθεση Hans Kelsen) ήταν σαφής: «…Σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ανάληψη στρατιωτικής δράσης»

Είναι γνωστόν ότι η Τουρκία, προκειμένου να προσδώσει διεθνή νομιμότητα στην εισβολή του 1974 και στην κατάληψη του 37% της Κύπρου, επικαλέστηκε τη συνθήκη εγγυήσεων του 1960 και τα δήθεν εγγυητικά δικαιώματα που της παρείχε αυτή. Τα ίδια δικαιώματα επικαλείται και σήμερα αναφορικά με τις έρευνες και γεωτρήσεις που διεξάγει στη Κυπριακή ΑΟΖ για λογαριασμό του ψευδοκράτους, ενώ για τις έρευνες και γεωτρήσεις που διεξάγει στην Κυπριακή ΑΟΖ δυτικά της Κύπρου επικαλείται το διεθνές δίκαιο και δη το δίκαιο της θάλασσας, το οποίο, ας σημειωθεί, η ίδια δεν έχει υπογράψει. Το δίκαιο της θάλασσας επικαλείται και για τις παράνομες διεκδικήσεις της στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Ενώ για τις πρόσφατες εισβολές στη Συρία και το Ιράκ, η Τουρκία επικαλέστηκε και πάλι το διεθνές δίκαιο και ειδικά το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη που αναφέρεται στο δικαίωμα της αυτοάμυνας.

Η ιστορία διδάσκει ότι όλοι οι επιδρομείς και όλοι οι κατακτητές πάντοτε θα επικαλούνται κάποια συνθήκη ή κάποιο δικαίωμα για να δικαιολογήσουν την απεχθή πράξη τους και να αποκρύψουν τους πραγματικούς σκοπούς των παράνομων ενεργειών τους.

Επανέρχομαι όμως στη συνθήκη εγγυήσεων και στην αφελή προσέγγιση που επιδεικνύει μια μερίδα της ε/κ κοινότητας, περιλαμβανομένων αναλυτών, ανθρώπων των ΜΜΕ αλλά και μερίδας του πολιτικού προσωπικού, να αναφέρονται στη συνθήκη εγγυήσεων ως την αιτία της τουρκικής εισβολής του 1974, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι με αυτόν τον τρόπο συνταυτίζονται με την τουρκική άποψη και ουσιαστικά δικαιολογούν την τουρκική εισβολή. Πρόσφατα, μάλιστα, με αφορμή την κρίση που δημιούργησε η Τουρκία στην ελληνική υφαλοκρηπίδα και την εκ νέου κάθοδο του ερευνητικού «Μπαρμπαρός» στην Κυπριακή ΑΟΖ, ακούσθηκαν έντονες φωνές από μεγάλο φάσμα της κυπριακής κοινωνίας για την απουσία του ελληνικού στόλου από τις κυπριακές θάλασσες, υποχρέωση που απορρέει -κατά την άποψή τους- από το γεγονός ότι και η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη της Κύπρου.

Ας δούμε όμως τι καθορίζει η συνθήκη εγγυήσεων και πώς ερμηνεύθηκε από τον ίδιο τον ΟΗΕ και άλλους οργανισμούς και νομικούς οίκους. Στο άρθρο IV της συνθήκης, στο οποίο καθορίζονται τα εγγυητικά δικαιώματα των εγγυητριών δυνάμεων, αναφέρεται το εξής: «…Εκάστη των εγγυητριών δυνάμεων επιφυλάσσει εις εαυτήν το δικαίωμα να ενεργήσει (to take action) προς τον αποκλειστικό σκοπό αποκατάστασης της τάξης των πραγμάτων της καθιερωμένης διά της παρούσης συνθήκης». Το ότι η διατύπωση αυτή δεν έδινε κανένα δικαίωμα στρατιωτικής παρέμβασης στις εγγυήτριες δυνάμεις αποδεικνύεται από τα παρακάτω στοιχεία και γεγονότα:

Στη διάρκεια των συζητήσεων στη Ζυρίχη για καταρτισμό των ομώνυμων συνθηκών το 1959, μεταξύ των οποίων και η συνθήκη εγγυήσεων, κατόπιν πρότασης της ελληνικής αντιπροσωπίας, εστάλη αίτημα στη νομική υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας του ΟΗΕ με το ερώτημα κατά πόσον η φράση to take action σήμαινε και ανάληψη στρατιωτικής δράσης. Η απάντηση της νομικής υπηρεσίας (έκθεση Hans Kelsen) ήταν σαφής: «…Σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ανάληψη στρατιωτικής δράσης».

  1. Το 1963, όταν ο Μακάριος ετοίμαζε τα 13 σημεία αναθεώρησης του Συντάγματος, απέστειλε τον Γλαύκο Κληρίδη στην Αγγλία προκειμένου να πάρει νομική συμβουλή από έγκριτο νομικό οίκο εξειδικευμένο στα θέματα διεθνούς δικαίου. Ο Γλαύκος Κληρίδης απευθύνθηκε στον διεθνούς φήμης δικηγόρο Frank Soskice, o οποίος του έδωσε την απάντηση: «Υπό τις συνθήκες αυτές, ακόμα και αν οι λέξεις ΄΄να αναλάβουν δράση΄΄ θεωρηθούν ότι σημαίνουν στρατιωτική δράση, τέτοια δράση δεν μπορεί να αναληφθεί χωρίς προηγούμενη συγκατάθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας».
  2. Στις 19 Δεκεμβρίου 1963 ο Γλαύκος Κληρίδης συναντά τον ύπατο αρμοστή της Βρετανίας προκειμένου να συζητήσουν τα 13 σημεία αναθεώρησης του Συντάγματος. Σε ερώτηση του Γλαύκου Κληρίδη κατά πόσον η Βρετανία σε περίπτωση ενδοκοινοτικών συγκρούσεων θα μπορούσε να διαθέσει στρατεύματα ως εγγυήτρια δύναμη προκειμένου να επιβάλουν την τάξη, η απάντηση του ύπατου αρμοστή ήταν «η βρετανική κυβέρνηση δεν δικαιούται να επέμβει στρατιωτικώς στην Κύπρο, άνευ προγενεστέρας συγκατάθεσης του Συμβουλίου Ασφαλείας».
  3. Στις 20 Ιουλίου 1974 συνήλθε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ προκειμένου να μελετήσει τη κατάσταση που δημιουργήθηκε με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και εξέδωσε ομόφωνα το γνωστό ψήφισμα 353, με το οποίο απορρίπτει τις αιτιάσεις της Τουρκίας για ειρηνευτική επιχείρηση που πραγματοποιήθηκε με βάση τα δικαιώματα που της

παρείχε η συνθήκη εγγυήσεων και την καλεί να αποσύρει τα στρατεύματά της από την Κύπρο.

  1. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση της Τιτίνας Λοϊζίδου, όπως και στις επόμενες που ακολούθησαν, απορρίπτει επίσης τις αιτιάσεις της Τουρκίας περί του δικαιώματος επέμβασης που απορρέει από τη συνθήκη εγγυήσεων και της επιδικάζει τις γνωστές αποζημιώσεις.

Υπεροχή του καταστατικού χάρτη

Και βέβαια δεν ήταν αναγκαίο να επισημανθούν τα πιο πάνω επιχειρήματα για να πεισθεί κάποιος καλοπροαίρετος, ακόμα και με ελάχιστες νομικές γνώσεις, ότι η συνθήκη εγγυήσεων, όπως και οποιαδήποτε άλλη συνθήκη, δεν επιτρέπει στρατιωτική παρέμβαση σε άλλο κράτος. Και τούτο, επειδή, ως γνωστόν, ο Καταστατικός Χάρτης του ΟΗΕ, ως το κορυφαίο κείμενο διεθνούς δικαίου, υπερισχύει όλων των άλλων συνθηκών ή νομικών κειμένων. Και ο Καταστατικός Χάρτης είναι σαφής στο θέμα της χρήσης ένοπλης βίας στις διεθνείς σχέσεις, αφού μόνο σε δύο περιπτώσεις επιτρέπει τη χρήση στρατιωτικής βίας. Πρώτον, στην περίπτωση της ατομικής ή συλλογικής αυτοάμυνας (άρθρο 51) και, δεύτερον, στην περίπτωση που το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφασίσει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης, αφού διαπιστώσει ότι απειλείται σοβαρά η διεθνής ασφάλεια και ειρήνη (άρθρο 42 του κεφ. VII). Να διευκρινίσουμε βέβαια ότι η συλλογική αυτοάμυνα, δηλαδή η συμμετοχή και άλλων κρατών στην άμυνα μιας χώρας όταν αυτή δεχτεί επίθεση, επιτρέπεται αφού προηγουμένως έχει υπογραφεί σχετική αμυντική συμφωνία μεταξύ των ενδιαφερομένων κρατών, η συμφωνία έχει κατατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 104 του Καταστατικού Χάρτη στον ΟΗΕ και έχει καταστεί μέρος του διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό λειτουργούν και τα συλλογικά συστήματα ασφάλειας, όπως π.χ. το ΝΑΤΟ.

Καλό, λοιπόν, είναι να είμαστε όλοι πιο προσεκτικοί όταν αναφερόμαστε στη συνθήκη εγγυήσεων ως την αιτία της τουρκικής εισβολής του 1974, διότι κατ’ αυτόν τον τρόπο συντασσόμαστε με τη θέση της Τουρκίας και άθελά μας προσδίδουμε και εμείς διεθνή νομιμότητα στην τουρκική εισβολή στην πατρίδα μας. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν πρέπει να καλούμε την Ελλάδα να επέμβει στρατιωτικά στην Κύπρο ως έχουσα το δικαίωμα αυτό από το γεγονός ότι είναι εγγυήτρια δύναμη, γιατί πέραν του ότι δεν έχει το δικαίωμα αυτό, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, ουσιαστικά δικαιολογούμε και πάλι την Τουρκία, η οποία ισχυρίζεται ότι έκαμε χρήση των επεμβατικών δικαιωμάτων τόσο το 1974, όσο και σήμερα με τις παράνομες δραστηριότητές της στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τονίζω και διευκρινίζω ότι η Ελλάδα έχει ιστορικούς, ηθικούς αλλά και γεωπολιτικούς λόγους (για τη δική της ασφάλεια) να βρίσκεται παρούσα στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ας επικαλούμαστε, λοιπόν, αυτούς τους λόγους για την αναγκαιότητα παρουσίας της Ελλάδας στην Κύπρο και όχι τη συνθήκη εγγυήσεων, την οποία επικαλείται και η Τουρκία για να δικαιολογήσει τις παράνομες και εγκληματικές ενέργειές της εναντίον της Κύπρου από το 1974 μέχρι και σήμερα.

*Αντιστράτηγος ε.α.

Υποστηρίξτε τη