Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

«Εμείς οι Λιβανέζοι νομίζαμε ότι μπορούμε ν’ αντεπεξέλθουμε σε όλα. Κάναμε λάθος»

Άρθρο Λιβανέζας που δημοσιεύθηκε New York Times λίγες ώρες πριν από την έκρηξη

Όποιος γνωρίζει τον Λίβανο έχει ακούσει ότι οι Λιβανέζοι είναι ανθεκτικοί στις δοκιμασίες. Μια φήμη που έχει κερδηθεί υπερβαίνοντας μια μεγάλη και πολυετή λίστα προκλήσεων: έναν 15-ετή εμφύλιο, πολιτικές εντάσεις με τη Συρία, πολέμους με το Ισραήλ αλλά και την κατάρρευση των κρατικών υποδομών.

Η οικονομική κατάρρευση, που επιδεινώθηκε από την κρίση του κορωνοϊού τον προηγούμενο Μάρτιο, είναι η τελευταία καταστροφή που έχει συμβεί στον λαό του Λιβάνου.

Χρόνια οικονομικών ελιγμών και κακοδιαχείριση του χρέους από πλευράς κυβέρνησης, των τραπεζών και της Κεντρικής Τράπεζας οδήγησαν σε μια εξάντληση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, και τα οποία προκάλεσαν υποτίμηση της λιβανέζικης λίρας -για χρόνια συνδεδεμένη με το δολάριο- κατά 80% από τον Οκτώβριο του 2019 μέχρι σήμερα.

Οι άνθρωποι έχουν χάσει αποταμιεύσεις ζωής μέσα σε μια νύχτα και οι τιμές των τροφίμων και των βασικών αγαθών έχουν αυξηθεί πάνω από 50% για τρίτο συνεχόμενο μήνα.

Η οικονομία του Λιβάνου βασίζεται στις υπηρεσίες.

Η χώρα παράγει λίγα και εισάγει πολλά.

Η κατακόρυφη πτώση της λιβανέζικης λίρας και η έλλειψη πρόσβασης σε δολάρια σημαίνει ότι πολλά καταστήματα δεν μπορούν να αντέξουν πλέον οικονομικά και να παραμείνουν ανοιχτά.

Οι μισθοί - που δεν έχουν μειωθεί εντελώς - έχουν χάσει την αγοραστική τους δύναμη.

Ο τουρισμός, που κάποτε ήταν ένας από τους πυλώνες της οικονομίας, έχει πληγεί σοβαρά τους τελευταίους μήνες από την επιδείνωση της πολιτικής και οικονομικής κατάστασης αλλά και της πανδημίας.

Σχεδόν 1.000 εστιατόρια αναγκάστηκαν να κλείσουν και 25.000 άνθρωποι έχασαν τη δουλειά τους μόνο στον τομέα της εστίασης.

Τα εμβάσματα, τα οποία κάποτε έφερναν αρκετά δολάρια στη χώρα και βοηθούσαν στην αντιστάθμιση του ελλείμματος προϋπολογισμού, έχουν μειωθεί εδώ και κάποια χρόνια λόγω των χαμηλών τιμών του πετρελαίου στον Κόλπο, όπου εργάζονται πολλοί Λιβανέζοι. Στοιχεία για το 2020 δεν υπάρχουν ακόμη, αλλά τα εμβάσματα πρόκειται να είναι μειωμένα λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης στις τράπεζες και των ταξιδιωτικών περιορισμών, που δεν επιτρέπουν χρήματα να φτάσουν στη χώρα, είτε μέσω τραπεζικών είτε μέσω ιδιωτικών μετακινήσεων.

Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι ότι μεγάλο μέρος της μεσαίας τάξης -περί τα 3,25 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 65% της χώρας- έχει γλιστρήσει στη φτώχια.

Οι φτωχοί είναι τώρα άποροι. Βρίσκονται κοντά στην πείνα.

Έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ομάδες στο Facebook, με ανθρώπους που επιδιώκουν να ανταλλάξουν ό,τι έχουν, για να εξασφαλίσουν αυτό που τόσο απεγνωσμένα χρειάζονται: φανταχτερά φορέματα για βρεφική φόρμουλα, ένα σύνολο ποτηριών για μια σακούλα ρυζιού. Ένας άνδρας λήστεψε ένα φαρμακείο για να εξασφαλίσει πάνες για το μωρό του. Ένας άλλος λήστεψε κάποιον με μαχαίρι μόνο για να επιστρέψει στον τελευταίο με λυγμούς και μια συγγνώμη, λέγοντας ότι δεν είναι σε θέση να ταΐσει την οικογένειά του κι ότι έκανε αυτήν την πράξη για να επιβιώσει.

Οι μαζικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν στις 17 Οκτ. 2019 -ενάντια στη διαφθορά της κυρίαρχης ελίτ και του σεχταριστικού συστήματος που υποστηρίζουν- κατάφεραν να ανατρέψουν την κυβέρνηση, όμως η νέα κυβέρνηση που διορίστηκε στη θέση της έχει κάνει ελάχιστα για να ανακουφίσει ή να αντιμετωπίσει τις επιδεινούμενες συνθήκες διαβίωσης.

Η δυστυχία είναι πλέον αισθητή σε ολόκληρη τη χώρα, στις σειρές των καταστημάτων με κλειστά παράθυρα, στα σκουπίδια που συσσωρεύονται σε διαφορετικές γειτονιές καθώς οι βασικές υπηρεσίες του κράτους χάνονται στο σκοτάδι των νυχτερινών δρόμων της Βηρυτού, όπου περικοπές ηλεκτρικού ρεύματος διαρκούν πολλές φορές 20 ώρες την ημέρα.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι αυτή είναι η ίδια Βηρυτός που έχει δει τόσες πολλές δόξες για την απαράμιλλη και πολυδιαφημισμένη στα δυτικά μίντια, κουλτούρα των μπαρ της και τη νυχτερινή ζωή.

Τα άρθρα αυτά επανειλημμένα πλασάρανε τον ίδιο μύθο που είμαστε τόσο πρόθυμοι να πιστέψουμε για τον εαυτό μας εμείς οι ίδιοι: οι Λιβανέζοι ξέρουν πώς να χορεύουν ενώ οι σφαίρες πετούν, πώς να επαναπροσδιορίσουν ακόμη και αποθήκες πολέμου σε νυχτερινά κέντρα, πώς να βρουν έναν τρόπο γύρω από κάθε έλλειψη επειδή οι Λιβανέζοι είναι επινοητικοί και ανθεκτικοί.

Είναι μια ιδέα που έχει χρησιμεύσει τόσο ως παρηγοριά για τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που είχαμε να αντιμετωπίσουμε, όσο και ως ένα σημείο υπερηφάνειας για το πόσο αποτελεσματικά διαχειριζόμαστε τα προβλήματά μας.

Αλλά τώρα έχει καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχει τίποτα πραγματικά ανθεκτικό για τον Λίβανο, εκτός από τους πολιτικούς και τους αρχαίους πολεμάρχους του, οι οποίοι αρνούνται να παραιτηθούν, ακόμη και αφού η κερδοσκοπία τους έχει χρεοκοπήσει τη χώρα και τον λαό της.

Και ενώ οι τράπεζες του Λιβάνου έχουν από καιρό θεωρηθεί ανθεκτικές από τους οικονομολόγους, η σημερινή κατάσταση αποκαλύπτει ότι αυτή η ονομασία ανήκει μόνο στους ίδιους τους τραπεζίτες.

Ακόμη και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο λεγόμενος "δανειστής της έσχατης ανάγκης," δεν μπορεί να φέρει τις τράπεζες να συμφωνήσουν σχετικά με τον έλεγχο των οικονομικών ατασθαλιών τους, για να ξεκλειδωθεί ένα δάνειο. Δύο υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι έχουν μέχρι στιγμής παραιτηθεί λόγω των καθυστερημένων διαπραγματεύσεων.

Ένας από αυτούς, ο Alain Bifani, πρώην γενικός διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, αποκάλυψε ότι οι τραπεζίτες έχουν βγάλει λαθραία κοντά στα 6 δισεκατομμύρια δολάρια εκτός χώρας, την ίδια στιγμή που απαγορεύουν σε μικρούς καταθέτες να αποσύρουν έως και 100 δολάρια.

Η Christine Tohme είναι επιμελήτρια και ιδρυτής του Ashkal Alwan, ενός οργανισμού που υποστηρίζει την τοπική τέχνη και πολιτιστική παραγωγή.

Ξεκίνησε να λειτουργεί από το αυτοκίνητό της το 1993, δύο χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Τα τελευταία 27 χρόνια, παρά την έλλειψη κρατικής χρηματοδότησης, ο οργανισμός «έτρεξε» ένα αναγνωρισμένο πρόγραμμα σπουδών τέχνης που δέχεται αιτούντες από όλο τον κόσμο. Φέτος, το πρόγραμμα αναγκάστηκε να λήξει νωρίς, όταν τα κεφάλαια που προορίζονταν για φοιτητές κατασχέθηκαν από τις τράπεζες. «Όλοι δουλέψαμε τόσο σκληρά για να κάνουμε τα πράγματα καλύτερα και να δούμε πού είμαστε τώρα», δήλωσε η κ. Tohme.

«Είμαι τόσο λυπημένη, που δεν μπορώ να ονειρευτώ ή να δω κάποιο μέλλον. Είμαι εξαντλημένη».

Αυτή η εξάντληση είναι η ίδια στις φωνές και τα πρόσωπα όλων όσων συναντώ. Ίσως η ανθεκτικότητα ήταν πάντα το ψέμα που έχουμε τροφοδοτήσει και συνεχίζουμε να λέμε στον εαυτό μας για να συνεχίσουμε να λειτουργούμε κάτω από ένα κράτος τόσο διεφθαρμένο, που δεν μπορεί να παρέχει το ελάχιστο, είτε δημόσιο είτε κοινωνικό.

Ένα κράτος που νοιάζεται τόσο λίγο για τους πολίτες του, που ολιγώρησε να δώσει οικονομική βοήθεια -την οποία είχε υποσχεθεί στις πεινασμένες οικογένειες κατά τη διάρκεια της πανδημίας- μέχρι η υποτίμηση να μειώσει την πραγματική αξία της από τα $180 σε περίπου $50.

Και τότε δεν διανεμήθηκε ποτέ.

Οι διαμαρτυρίες στα τέλη του 2019 ήταν απόδειξη ότι η άρνηση αποδοχής του μύθου περί λιβανέζικης ανθεκτικότητας είναι επίσης άρνηση αποδοχής των συνθηκών που καθιστούσαν ευθύς εξ αρχής απαραίτητο να βασιστούμε στην ιδέα αυτή.

Η άρνηση εξεύρεσης ιδιωτικών λύσεων σε προβλήματα που πρέπει δικαίως να επιλυθούν από το κράτος.

Αν τα πράγματα φαίνονται ζοφερά τώρα, τουλάχιστον υπάρχει το ακόλουθο: έχουμε τελικά καταλάβει και αναγνωρίσει ο καθένας μας ότι αυτός ο μύθος για την ανθεκτικότητά μας είναι μια δικαιολογία και μια ανεπιτυχής παρηγοριά, για μια ζωή που την ζούμε μόνο κατά το ήμισυ κι ανεξάρτητα από το πόσο ελκυστικός τελικά μπορεί να ακούγεται αυτός ο μύθος.

Εδώ ο αυθεντικός σύνδεσμος.

*Λιβανέζα αρθρογράφος - μεταφράστρια/ 4 Αυγούστου 2020 / The New York Times - Σελ Α23

Υποστηρίξτε τη