Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ψυχολογική διάσταση εθνοτικών συγκρούσεων

«Οι συγκρούσεις για πραγματικά συμφέροντα επισυμβαίνουν κάτω από ορισμένες ψυχολογικές προθέσεις και σε ορισμένα ψυχο-πολιτιστικά πλαίσια, που παρεμβαίνουν για να επηρεάσουν ουσιαστικά την ένταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης και τελικά να καθορίσουν το αποτέλεσμα»

Είναι αναμφισβήτητο ότι εθνοτικές ομάδες, όπως οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι (oμοίως και ως άτομα), έρχονται σε εχθρικές αλληλεπιδράσεις για πραγματικά συμφέροντα. Πολιτικοί και θεσμικοί παράγοντες (κρατική δομή, πολιτικοί θεσμοί που εισάγουν διακρίσεις, πολιτική μεταξύ ομάδων, πολιτικές ελίτ κ.λπ.), παράγοντες ασφαλείας (ενδοκρατικές ανησυχίες για την ασφάλεια, δίλημμα ασφαλείας, περιφερειακό στρατιωτικό περιβάλλον, προβλήματα προσφύγων κ.λπ.) και εθνικοί παράγοντες (γεωγραφία, δημογραφία, φυσική γεωγραφία κ.λπ.) είναι καθοριστικοί παράγοντες των δομικών κινήτρων πίσω από την εμφάνιση της εθνοτικής σύγκρουσης, ενώ σημαντικοί, επίσης, είναι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες, όπως προβλήματα υπερπληθυσμού, έλλειψη πόρων, οικονομική υπο-ανάπτυξη, μη ολοκληρωμένα κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, μεταξύ άλλων παραγόντων.

Ωστόσο, σε σοβαρές εθνοτικές συγκρούσεις, τα υλικά συμφέροντα δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τη σοβαρότητα, την αγριότητα και την παρατεταμένη φύση αυτών των συγκρούσεων. Οι συγκρούσεις για πραγματικά συμφέροντα επισυμβαίνουν κάτω από ορισμένες ψυχολογικές προθέσεις και σε ορισμένα ψυχο-πολιτιστικά πλαίσια, που παρεμβαίνουν για να επηρεάσουν ουσιαστικά την ένταση και τη διάρκεια της σύγκρουσης και τελικά να καθορίσουν το αποτέλεσμα.

Οι άνθρωποι πολεμούν για πραγματικά συμφέροντα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτό, η ένταση των συναισθημάτων και τα χρονικά διαστήματα που οι διαφωνούντες πηγαίνουν για να υπερασπιστούν ή να αποκτήσουν αυτά που πιστεύουν ότι τους οφείλονται είναι απόδειξη ότι η επιδίωξη συμφερόντων έχει μια σημαντική παράλληλη και υποκείμενη ψυχολογική συνιστώσα που δεν είναι καλά κατανοητή. Αν και ο προσδιορισμός των διαρθρωτικών παραγόντων σε σοβαρές συγκρούσεις είναι σπάνια λανθασμένος, οι εξηγήσεις για τη σύγκρουση που βασίζονται μόνο σε αυτές τις εκτιμήσεις είναι συχνά ελλιπείς και επομένως παραπλανητικές.

Οι δομικοί παράγοντες συχνά αποτελούν τα καταλυτικά στοιχεία ή τις «εγγύτατες αιτίες» (proximae casae), που μετατρέπουν τη λανθάνουσα σύγκρουση σε προφανή ή εμφανή σύγκρουση. Συγκεκριμένα, χαρακτηριστικά όπως η πολιτική μεταβατικότης κι αλλαγή, επικείμενη στρατιωτική απειλή ή αυξανόμενα οικονομικά προβλήματα είναι μερικοί από τους παράγοντες που μπορούν να λειτουργήσουν ως έναυσμα. Σε σοβαρές καταστάσεις εθνοτικών συγκρούσεων, ωστόσο, αυτές τείνουν να συμβαίνουν σε ένα προκαθορισμένο ψυχοπολιτισμικό περιβάλλον. Η ψυχοπολιτισμική θεωρία μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ένταση και τη διάρκεια της παρατεταμένης κοινωνικής σύγκρουσης. Αυτή η άποψη επιβεβαιώνεται από τον κοινωνιολόγο αναλυτή των εθνοτικών συγκρούσεων, Morton Deutsch, ο οποίος υπέδειξε: «Οποιαδήποτε ολοκληρωμένη προσέγγιση για την κατανόηση των συγκρούσεων θα περιλαμβάνει αναγκαστικά την εξέταση τόσο αντικειμενικών όσο και υποκειμενικών παραγόντων».

Ταυτότητα και εχθρότητα: ο φόβος της εξαφάνισης

Όπως το έθεσε η Elisabeth Crighton, «οι παρατεταμένες εθνοτικές συγκρούσεις καθοδηγούνται από την ταυτότητα», το αποτέλεσμα ενός υποκείμενου «φόβου εξαφάνισης» (Horowitz) που μεγαλώνει από την εμπειρία μιας ευάλωτης εθνοτικής ομάδας που ζει με (πραγματικές ή μυθολογικές) αναμνήσεις δίωξης και σφαγής. Στο μνημειώδες του «Ethnic Groups in Conflict», ο Donald Horowitz θεωρεί τον «φόβο της εξαφάνισης ως καθοριστικό παράγοντα σε καθυστερημένες εθνικές ομάδες σε εθνοπολιτικές αποικίες που αντιστέκονται στον αντι-αποικιακό αγώνα της κυρίαρχης ομάδας» και συχνά συνεργάζονται με τον αποικιακό ηγέτη.

Ο Horowitz αναγνωρίζει αυτήν την ανήσυχη αντίσταση να αποδεχτεί η υστερούσα ομάδα μια ταχεία πρόοδο από την αποικιακή κυριαρχία στην ανεξαρτησία, ως συμπτωματική των φόβων των καθυστερημένων ομάδων ότι η πρώιμη απελευθέρωση θα οδηγούσε στην κυριαρχία τους από την προεξέχουσα εθνοτική ομάδα, η οποία είναι πάντα αυτή που διεξάγει τον απελευθερωτικό αγώνα. Η πολιτική αντίσταση στην ανεξαρτησία ήταν αγωνιώδης για ομάδες όπως οι T/κ, επειδή λειτουργούσαν υπό τις πιέσεις ενός πολύ κοινού φόβου της εξόντωσης που χαρακτηρίζει τις καθυστερημένες εθνικές ομάδες. Ο Horowitz αναλύει αρκετά αυτές τις ανησυχίες σχετικά με την επιβίωση, την κατάρρευση και την υποταγή στην οποία ανιχνεύει τη σημασία των ανταγωνιστικών αξιών στη δίωξη μιας ομάδας για τη σχετική θέση της έναντι αντίπαλων εθνοτικών ομάδων: εάν η αδυναμία του ανταγωνισμού γίνεται αντιληπτή από την οπισθοδρομική ομάδα για τη ζύμωση της απόλυτης καταστροφής, αυτό το συναίσθημα είναι αρκετά αληθινό και δίνει εντολή στη συμπεριφορά των ομάδων, ωστόσο εξωπραγματικοί και αβάσιμοι θεμελιωμένοι μπορεί να θεωρηθούν από εξωτερικούς παρατηρητές.

Αντλώντας από ψυχο-αναλυτικές θεωρίες για τις ρίζες των εθνοτικών συγκρούσεων και της επιθετικότητας (όπως η «Ανάλυση Επιθετικότητας» του Leonard Berkowitz), επισημαίνει ότι κάποιος πρέπει να χρησιμοποιήσει πιο κατάλληλα τον όρο «άγχος» εδώ, υποδηλώνοντας έναν παράλογο και αβάσιμο φόβο, «μιαν αγχωτική αντίληψη της οποίας η αντίδραση αντιπροσωπεύει μια δυσανάλογη απόκριση στο εξωτερικό ερέθισμα». Ο Horowitz προτείνει ότι για να κατανοήσουμε το πλαίσιο του άγχους από το οποίο προκύπτουν ακραίες απαιτήσεις από εθνοτικές ομάδες σε σοβαρά διαιρεμένες κοινωνίες πρέπει να καταστεί πιο κατανοητή η πολιτική τέτοιων κοινωνιών.

Ο Vamir Volkan, ένας Τουρκοκύπριος ψυχαναλυτής που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας, έχει προσεγγίσει την κυπριακή σύγκρουση ως ένα παράδειγμα επίμονης περίφραξης ταυτότητας της τουρκοκυπριακής (και της ελληνοκυπριακής) κοινότητας πίσω από προστατευτικούς και συμβολικούς φραγμούς και σύνορα που είναι ψυχολογικά ερείσματα για να τους προστατεύσουν από την απώλεια ταυτότητας και εθνοτική μόλυνση (Vamir Volkan, Κύπρος - Πόλεμος και προσαρμογή: Μια ψυχαναλυτική ιστορία δύο εθνικών ομάδων σε συγκρούσεις University Press of Virginia, 1979).

Από της γεννήσεώς της μπορεί να αναγνωρίσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία ως μια χώρα απογοητευμένης ελπίδας και διογκωμένου φόβου. Αυτοί είναι και οι δύο παράγοντες που βασίζονται στο πρόβλημα της ταυτότητας, γύρω από την οποία καλλιεργούνται τόσο αντικειμενικοί όσο και υποκειμενικοί παράγοντες στη σύγκρουση. Η «Ελπίδα» αντιπροσωπεύει σχηματικά τις πικρά απογοητευμένες ανταγωνιστικές φιλοδοξίες για μια πολιτική χειραφετημένη ταυτότητα, δηλαδή την αυτοδιάθεση και για τις δύο κοινότητες, που ερμηνεύονται από τους Ελληνοκύπριους στις γραμμές ενός «Wilsonian» αυτοπροσδιορισμού των για ολόκληρο το νησί, δίνοντάς τους την πλειοψηφία και από τους Τουρκοκύπριους στη λενινιστική φιλοσοφία που προβλέπει την αυτοδιάθεση για όλες τις εθνοτικές ομάδες, οδηγώντας έτσι στην διχοτόμηση του νησιού - σημειώστε- αντέχοντας την τρέχουσα προδιάθεση κατά της διάσπασης των νησιών.

Ο «φόβος» κυριαρχεί επίσης. Κάθε κοινότητα, όπως διείδε ο Horowitz, παρακινείται αρνητικά από έναν «παράλογο φόβο εξαφάνισης» στα χέρια της άλλης, καθώς και οι δύο κοινότητες θεωρούν εαυτές ως ευάλωτες εθνοτικές μειονότητες, οι Τουρκοκύπριοι σε μια Δημοκρατία που κυριαρχείται από την ελληνοκυπριακή πλειοψηφία και οι Ελληνοκύπριοι ως μειονότητα σε σχέση με την περιφερειακή ηγεμονική δύναμη, μια απειλούσα Τουρκία.

Επομένως, τα υποκειμενικά στοιχεία δεν μπορούν να αγνοούνται σε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της κλιμάκωσης, της διάρκειας και της έντασης της κυπριακής σύγκρουσης, καθώς ο ρόλος της ταυτότητας είναι ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη των ψυχολογικών διαδικασιών που τελικά δημιουργούν τις ψυχοπολιτισμικές διαθέσεις που προκαλούν την έγερση στις εθνοτικές ομάδες βίαιων αλληλεπιδράσεων. Και βέβαια δεν μπορούν να αγνοούνται και να μην καθησυχάζονται με θεραπευτικά μέτρα σε όποιους συνταγματικούς σχεδιασμούς για την δημιουργία ενός κοινού κράτους με προσδοκίες ειρηνικής συνύπαρξης των έμφοβων και σε αμοιβαία καχυποψία συνιστωσών εθνοτήτων – δεδομένου ότι εξ αρχής έχει αποκλειστεί από τους «εξωτερικούς σχεδιαστές», συνήθως την αποικιακή «μητριά», ενός ενιαίου κράτους με μειονοτικά δικαιώματα για την πληθυσμιακά και κοινωνικά υστερούσα εθνοτική μειοψηφία.

Επαρκεί μια «ρεαλιστική» εξήγηση κι επίλυση του εθνοτικού προβλήματος για διαρκή ειρήνη;

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, η διάκριση μεταξύ της διαρθρωτικής και της υποκειμενικής πτυχής της σύγκρουσης που περιλαμβάνει εθνοπολιτικές αντιπαλότητες πρέπει να θεωρείται αναλυτική. Η κατανόηση της φύσης και των επιπτώσεων της εξουσίας στην εθνοπολιτική και τη διεθνή πολιτική είναι απαραίτητη για την καλύτερη κατανόηση της δυναμικής της αλληλεπίδρασης μεταξύ εθνοτικών συγκρούσεων και του διεθνούς περιβάλλοντος. Σε τελική ανάλυση, όσο πιο συχνά οι εθνικές ομάδες δεν καταφέρνουν να καταλήξουν σε μια διευθέτηση εντός του εσωτερικού περιβάλλοντος, οι εθνοτικές συγκρούσεις τείνουν να γίνουν στοιχεία διεθνούς διπλωματίας και ασκούν εξωτερική παρέμβαση, η οποία αναπόφευκτα αντικατοπτρίζει «ρεαλιστικές» εκτιμήσεις της περιφερειακής γεωπολιτικής ισορροπίας και το συμφέρον οι ξένες διαμεσολαβητικές δυνάμεις έχουν στην συγκεκριμένη μορφή επίλυσης συγκρούσεων.

Εξωτερική παρέμβαση και γεωπολιτικές επιρροές

Συμπεραίνουμε με το αξιωματικό μας συμπέρασμα, και απάντηση, εξάλλου, του ρεαλιστικού στρατοπέδου ενάντια στις κοινωνικές κονστρουκτιβιστικές και ψυχολογικές αντιλήψεις για τις παρατεταμένες συγκρούσεις, όσο υπαρκτές κι αν υπεδείχθησαν οι επιρροές τους, ότι ενώ οι ρίζες της σύγκρουσης μπορούν να γίνουν κατανοητές ή «κατανοητές» ως κοινωνικά δομημένες και ψυχολογικές αντιλήψεις, οι συνέπειές τους ωστόσο είναι «πραγματικές». Ποιος είναι ή θα αποβεί τελικά, λοιπόν, ο ρεαλιστικός απολογισμός της κυπριακής σύγκρουσης;

Υποστηρίξτε τη