Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η ελληνοαμερικανική προσέγγιση στη διελκυστίνδα Ελλάδος - Τουρκίας

Μετά τη σημαντική για την Ελλάδα και τα ελληνικά συμφέροντα επισφράγιση διά του ελληνογαλλικού συμφώνου της στρατηγικής σύγκλισης Αθηνών και Παρισίων, ήρθε να προστεθεί στην αλυσίδα των κινήσεων της ελληνικής διπλωματίας σε στρατηγικό επίπεδο η ανανέωση της αμοιβαίας αμυντικής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδος και ΗΠΑ.

Η κατά τα ανωτέρω αμοιβαιότητα εκπέμπει τη διάσταση ενός στρατηγικού επιπέδου ενδιαφέροντος της υπερδύναμης για τις εξελίξεις στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, την Εγγύς και Μέση Ανατολή. Τούτο δε συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον expressis verbis μεταφέρει τις γεωπολιτικές της βλέψεις στον Ινδικό ωκεανό και την Άπω Ανατολή, με κύρια αναφορά στην αντιμετώπιση μιας ραγδαία ενδυναμούμενης και κατά ταύτα απειλούσης αμερικανικά συμφέροντα Κίνας.

Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ενισχύουν και διά της κατά τα ανωτέρω συμφωνίας την παρουσία τους στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, μαρτυρεί μια εμπεδωμένη αντίληψη αξιοπιστίας του ελλαδικού κράτους έναντι του αμερικανικού παράγοντα, καθώς και μιας θετικά προσεγγίσιμης διάστασης ως προς την περαιτέρω πορεία των ελληνοαμερικανικών σχέσεων.

Η ανωτέρω εξέλιξη οφείλει να διαβάζεται πρωτίστως και ως απόρροια της κατά την τελευταία περίοδο, αρνητικής σχέσης ΗΠΑ - Τουρκίας, που εκδηλώνεται ως υφιστάμενο κενό αξιοπιστίας του εξ ανατολών παράγοντα. Για το πολιτικό προσωπικό των ΗΠΑ, το έλλειμμα εμπιστοσύνης έναντι του τουρκικού παράγοντα, που ενισχύθηκε επ’ αφορμή του «ανοίγματος» της Άγκυρας προς τη Μόσχα, αλλά και των ανεξέλεγκτων επιθετικών κινήσεων της Τουρκίας στον ευρύτερο χώρο της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και νοτιοανατολικής Μεσογείου, προσωποποιείται στην πολιτική διάσταση του Τούρκου Προέδρου, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Η κατά τα ανωτέρω αμερικανική προσέγγιση συνιστά μια απολύτως λανθασμένη εκτίμηση, στον βαθμό που εστιάζει στο πρόσωπο, ενώ είναι ζήτημα, που αφορά και παραπέμπει στο πολιτικό σύστημα στο σύνολό του και σε έναν δομικό αναθεωρητισμό της Άγκυρας, που υφίσταται εδώ και πολλά χρόνια έναντι του ευρύτερου γεωπολιτικού της περίγυρου.

Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν το καθεστώς Ερντογάν και τις πολιτικές του ως ενοχλητική παρένθεση, τουτέστιν ως ένα provisorium για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, τηρούν δε κατά ταύτα μια ευνοϊκή στάση αναμονής, προσδοκώντας ή προβλέποντας σε μια μελλοντική αλλαγή ηγεσίας, που θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια ομαλή και προσοδοφόρα για τα αμερικανικά συμφέροντα συνεργασία, η οποία θα συνιστά συνέχεια μιας σχέσης παρελθόντων δεκαετιών, όπου ο στρατηγικός έλεγχος της Άγκυρας από την Ουάσιγκτον συνιστούσε μια παράδοση ιστορικών προδιαγραφών.

Η αμερικανική γραφειοκρατία, που διαμορφώνει το πολιτικοστρατιωτικό μομέντουμ για τις ΗΠΑ, συνήθιζε παραδοσιακά να εξυψώνει τη γεωστρατηγική και γεωπολιτική σπουδαιότητα του τουρκικού παράγοντα, τόσο στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, όσο και σήμερα.

Η ως άνω εμπεδωμένη στην Ουάσιγκτον γεωστρατηγική προσέγγιση της Άγκυρας λειτουργεί ως μυωπική αντίληψη των εξελίξεων και των δεδομένων, σε βαθμό που εμποδίζεται η αμερικανική διορατικότητα από το να αντιλαμβάνεται τη ρεαλιστική διάσταση της τουρκικής αναθεωρητικής πραγματικότητας στην ευρύτερη περιοχή.

Η Αθήνα όφειλε και οφείλει να εντάξει στη διπλωματική της φαρέτρα όλα εκείνα τα στοιχεία που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα ενός δομικά παραγόμενου υπαρκτού τουρκικού επεκτατισμού, εκμεταλλευόμενη κατά ταύτα το μομέντουμ μιας κρίσης, που διέρχονται οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ώστε να καταστεί εμφανής ο ρόλος της Τουρκίας ως παράγοντα που αντιβαίνει προς τα αμερικανικά συμφέροντα και τις πολιτικοϊδεολογικές αντιλήψεις της Ουάσιγκτον.

Συμπερασματικά, Ελλάδα και Κύπρος υποχρεούνται στην παρούσα χρονική συγκυρία, αξιοποιώντας το μομέντουμ, να μη συνιστούν μέρος της αμερικανικής οπτικής περί της θρυλούμενης «παρένθεσης» του καθεστώτος Ερντογάν, αλλά να εντάξουν σε μια κοινή πολιτική προσέγγιση των εξελίξεων, τη στοχοθεσία πρόκλησης κόστους στο τουρκικό πολιτικό σύστημα και μέσω Ουάσιγκτον, ανεξαρτήτως του ποιος είναι στην εξουσία, έχοντας ως δεδομένο ότι ο τουρκικός επεκτατισμός δεν είναι προσωπικό ζήτημα, αλλά καθεστωτική υπόθεση.

Υποστηρίξτε τη