Η Μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης: Σχεδιασμός ή διευθέτηση;
Η κατεύθυνση-όραμα που προτείνεται εδώ καθορίζεται από τρεις παράγοντες. Από τα σημερινά δεδομένα όσον αφορά το αυτοδιοικητικό μοντέλο, από τις διεθνείς τάσεις και από τις δυνατότητες που αντικειμενικά προσφέρει ο τόπος.
Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί η παρουσίαση του κοινοτικού μοντέλου σε κάποιο ιστορικό βάθος, ώστε να είναι εμφανής ο μηχανισμός που διέπει τη λειτουργία του. Η περιγραφή θα είναι επιγραμματική με κίνδυνο να θεωρηθεί υπεραπλουστευτική και αυτό γιατί σε ένα δεύτερο σκέλος θα γίνει προσπάθεια να κατατεθεί μία πρόταση κατεύθυνσης για την επικείμενη μεταρρύθμιση στην τοπική αυτοδιοίκηση. Για να μπορέσει να υπάρξει μία πρόταση σχετικά με την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης, πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητός ο μηχανισμός δημιουργίας και λειτουργίας των ανθρώπινων κοινοτήτων. Φυσικά η όποια πρόταση δεν πρόκειται να έχει τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά, γιατί αυτό είναι δουλειά επιστημόνων που πρέπει να επιστρατευθούν από την κεντρική εξουσία. Το πνεύμα όμως της μεταρρύθμισης και το όραμα που επιχειρεί να πραγματώσει μια τέτοια αλλαγή μπορεί να καθοριστεί από τον κάθε πολίτη ως πρόταση και ως αίτημα.
Η Κοινότητα ως όρος επιδέχεται διττή ερμηνεία. Από τη μία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως συσσωμάτωση ανθρώπων που, υπό συνθήκες, επιλέγουν να ζήσουν σε έναν τόπο. Ως αποτέλεσμα αυτής της επιλογής διαμορφώνονται μεταξύ τους κοινωνικές και παραγωγικές σχέσεις. Από την άλλη μπορεί να ερμηνευτεί ως ένα ιστορικό μόρφωμα, το οποίο διαμορφώνεται στη βάση ιστορικών περιστάσεων. Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελεί η κοινοτική οργάνωση κατά την περίοδο (και στην επικράτεια) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πολιτισμικό αποτέλεσμα αυτής της κοινωνικής δομής θεωρεί η σύγχρονη κοινωνία ως παραδοσιακό πολιτισμό. Η οθωμανική διοίκηση καθιέρωσε το κοινοτικό διοικητικό μοντέλο παρέχοντας περιορισμένα δικαιώματα αυτοδιοίκησης για τη διευκόλυνση της συλλογής των φόρων. Αυτό ταυτόχρονα είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ένα είδος αλληλεγγύης ανάμεσα στους κατοίκους προκειμένου να ανταποκριθούν στις ληστρικές απαιτήσεις της κεντρικής εξουσίας. Ωστόσο η κοινοτική συνύπαρξη συνετέλεσε στη ανάπτυξη κοινωνικών, πολιτιστικών και πολιτικών σχέσεων. Μετατράπηκε σε έναν θεσμό διαμόρφωσης αξιών αποκτώντας μία οντολογική διάσταση, που γίνεται αντιληπτή ως το κοινοτικό πνεύμα. Γι’ αυτό η καταγωγή αποτελεί σημείο αναφοράς. Γιατί κάθε κοινότητα ανέπτυξε τη δική της τοπική χαρακτηριολογία ως αποτέλεσμα των ειδικών της συνθηκών. Εξ ου και η αποκοπή από τον τόπο καταγωγής περιγράφεται ως ξεριζωμός.
Κάθε κοινότητα είχε να αντιπαλέψει με τους περιορισμούς που έθετε το φυσικό περιβάλλον. Τα μοναδικά εφόδια που διέθετε γι’ αυτό ο άνθρωπος ήταν τα εργαλεία του και το μεράκι του. Όσο καλύτερα και περισσότερα ήταν αυτά, τόσο καλύτερα ανταποκρινόταν στους φυσικούς καταναγκασμούς. Έτσι αναπτύχθηκαν και καθιερώθηκαν δεξιότητες, πρακτικές και συνήθειες που ενσωματώθηκαν σταδιακά στην τοπική παράδοση. Η συναίρεση όλων αυτών των λειτουργιών μετουσιώνει τον τόπο σε πολιτισμικό χώρο. Η αντίληψη αυτού του κοινού πολιτισμικού χώρου διαμορφώνει το αίσθημα του συν-ανήκειν στους πολίτες. Με την αστικοποίηση των προηγούμενων δεκαετιών το κοινοτικό μοντέλο έπαψε να είναι το κυρίαρχο και οι περισσότεροι κάτοικοι των κοινοτήτων μεταφέρθηκαν στις πόλεις. Κατά τη μετακίνηση αυτή οι άνθρωποι μετέφεραν στις πνευματικές τους αποσκευές με νοσταλγία την κοινοτική λειτουργία. Έτσι, στον νέο τόπο εγκατάστασης «χτίσανε» μια εξωραϊσμένη ετεροτοπία για να καταφέρουν να νιώσουν ότι ανήκουν εκεί. Εν τέλει μια σύγχρονη πόλη δεν είναι παρά ένα άθροισμα από φαντασιακές ετεροτοπίες των ανθρώπων που την κατοίκησαν.
Ποια πρόταση όμως κομίζει αυτό το άρθρο που μπορεί να αποτελέσει μια μικρή έστω συνεισφορά στον δημόσιο διάλογο; Η κατεύθυνση-όραμα που προτείνεται εδώ καθορίζεται από τρεις παράγοντες. Από τα σημερινά δεδομένα όσον αφορά το αυτοδιοικητικό μοντέλο, από τις διεθνείς τάσεις και από τις δυνατότητες που αντικειμενικά προσφέρει ο τόπος.
Το σημερινό αυτοδιοικητικό μοντέλο φάνηκε από τα παραπάνω ότι είναι εντελώς ξεπερασμένο καθώς δεν συντρέχει κανένας κοινός παράγοντας με την περίοδο ίδρυσης των κοινοτήτων. Η συσσωμάτωση ανθρώπων σε κοινότητες των μερικών εκατοντάδων βασιζόταν στο μέτρο της απόστασης που μπορούσε να διανύσει μία ζωήλατη άμαξα ως τις γεωργικές εκτάσεις που θα καλλιεργούνταν. Αν λοιπόν η επερχόμενη μεταρρύθμιση έρχεται να αλλάξει αυτό το δεδομένο με τις συνενώσεις, η καθυστέρηση είναι τρομακτική.
Από τις ανακοινώσεις του Υπουργείου και από τον έως τώρα δημόσιο διάλογο ο χαρακτήρας που μοιάζει να έχει η μεταρρύθμιση είναι μιας λογιστικής διευθέτησης με σκοπό τη βιωσιμότητα των νέων αυτοδιοικητικών οντοτήτων. Κάτι που φυσικά θα πρέπει να είναι στόχος. Αν όμως μόνο ο οικονομικός παράγοντας καθορίζει αυτό το μέτρο, είναι δραματική η απουσία οράματος. Αν οι νέες δημοτικές οντότητες θα χαρακτηρίζονται απλώς από διοικητική βιωσιμότητα, όσοι σχεδιάζουν αυτήν τη μεταρρύθμιση θα πρέπει να είναι σίγουροι ότι σε λίγα χρόνια δεν θα κατοικούνται οι βιώσιμες αυτές κοινότητες από κανέναν.
Είναι αυτονόητο πλέον ότι για να μπορεί να υπάρξει μία κοινότητα πρέπει να παρέχει στους κατοίκους της τη δυνατότητα ανάπτυξης οικονομικών, κοινωνικών, πολιτισμικών και πολιτικών δραστηριοτήτων. Η διεθνής τάση στην απασχόληση είναι η δημιουργία ελκυστικού εργασιακού περιβάλλοντος. Τέτοιο περιβάλλον είναι αυτό που συναιρεί τις παραπάνω δραστηριότητες αρμονικά. Οι μεγαλουπόλεις αδυνατούν να προσφέρουν εργασιακά κίνητρα στη γενιές που μόλις μπήκαν ή μπαίνουν στην αγορά εργασίας. Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος της εργασιακής μετανάστευσης στις ανεπτυγμένες χώρες. Αν συνυπολογιστεί η πρόσφατη καθιέρωση της τηλεργασίας, η επιλογή τόπου εγκατάστασης των εργαζομένων αλλάζει κριτήρια.
Το επικίνδυνο είναι η ανάπτυξη που αφορά τις κοινότητες να έχει αποκλειστικά παραδοσιακό χαρακτήρα. Δεν αρκεί να ανοίξει ένα brunch-άδικο για να έρθει η ανάπτυξη. Και δεν αποτελεί ανάδειξη της παράδοσης το ότι το brunch-άδικο έχει διάκοσμο χάλκινα σινιά και το brunch το λέει μπούκωμα. Η ανάπτυξη στις πρώην αγροτικές κοινότητες δεν είναι απαραίτητο καν να έχει παραδοσιακό χαρακτήρα. Όπως φάνηκε στο πρώτο σκέλος του άρθρου, η αρχική δημιουργία αυτών των κοινοτήτων δεν αποτελούσε παραδοσιακή αναβίωση αλλά επίλυση των αναγκών.
Γεωγραφικά, η Κύπρος ενώνει τρεις ηπείρους. Κλιματολογικά, συνδυάζει στοιχεία και των τριών αυτών ηπείρων. Γεωλογικά, προσφέρει θαυμάσια ποικιλομορφία σε πολύ μικρές αποστάσεις. Οικονομικά, προσφέρει ένα ελκυστικό φορολογικό σύστημα. Αυτή είναι μια περιγραφή που φαίνεται ιδανική. Η πιο αντικειμενική ματιά όμως των χιλιάδων ξένων που επέλεξαν την Κύπρο για χώρα μόνιμης εγκατάστασης μπορεί να επιβεβαιώσει την αξιολόγηση. Επομένως, για μία ολοένα αυξανόμενη κοινότητα ανθρώπων διαθέσιμων να μετοικίσουν, η Κύπρος θα μπορούσε να είναι προορισμός. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε να γίνει αυξάνοντας διαρκώς τον πληθυσμό των τεσσάρων μεγάλων πόλεων συνενώνοντας τις όμορες κοινότητες.
Θα πρέπει η μεταρρύθμιση αυτή να πυροδοτήσει ένα αναπτυξιακό όραμα. Την ανάπτυξη δήμων διάσπαρτων στην κυπριακή επικράτεια. Καθένας με τον δικό του γεωφυσικό χαρακτήρα. Δήμους που να ενσωματώνουν υπάρχουσες κοινότητες χωρίς να καθορίζονται από αυτές ώστε οι κάτοικοί τους να συγκατοικήσουν στη νέα αυτοδιοικητική οντότητα. Οι συνενώσεις θα πρέπει να υπακούουν σε οικοδομικό σχεδιασμό που να έχει σκοπό να δημιουργήσει μία οικιστική μονάδα. Είναι προτιμότερο να σχεδιαστούν οι δήμοι με γνώμονα την ευζωία παρά τους ισολογισμούς. Ακόμα και τα ονόματα που θα δοθούν στους νέους δήμους θα πρέπει να αποπνέουν το όραμα της πολιτείας. Δεν θα πρέπει να προσδιορίζονται με βάση τον προσανατολισμό έναντι κάποιου μεγάλου δήμου π.χ. Δυτική Λεμεσός ή ορεινή Λεμεσός.
Κλείνοντας αξίζει να γίνει μια αναφορά στη διχόνοια που κατατρώει τον τόπο. Ο στείρος τοπικισμός δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Ούτε πρόσφερε έως τώρα. Αν για να δεχθούν οι κάτοικοι, του Καλοπαναγιώτη επί παραδείγματι, να συνενωθούν με όμορες κοινότητες θα πρέπει να βαφτίσουν τον νέο δήμο, μόνο έριδες θα καλλιεργήσουν. Αν οι Πλάτρες αξιώνουν, ασυζητητί, τον ρόλο μητρόπολης δε θα έχουν επιτύχουν ομόνοια. Τέλος, η ουσία της ύπαρξης μιας αυτοδιοικητικής μονάδας βρίσκεται στη συμμετοχή των πολιτών της στις πολιτικές διεργασίες. Ας είναι ο Δήμος το στοιχείο της παράδοσης που θα αναβιώσει μέσα από αυτήν τη μεταρρύθμιση.