Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Διασφάλιση από ενδεχόμενο «cliff effect» (φαινόμενο κατακρήμνισης) στα ΜΕΔ εν μέσω πανδημίας

«Οι κυπριακές τράπεζες είναι εξοπλισμένες με σωρεία εργαλείων για έγκαιρη ανίχνευση πιστωτικών ανοιγμάτων που επιδεινώνονται, προληπτική επικοινωνία με δανειολήπτες και αποτροπή του φαινομένου κατακρήμνισης (cliff effect)».

Η παρούσα κατάσταση

Στην Κύπρο η άνευ κριτηρίων αναστολή πληρωμών δόσεων έληξε πριν τρεις εβδομάδες αφήνοντας:

Α) τους μισούς περίπου δανειζόμενους της αγοράς, οι οποίοι σύμφωνα με στοιχεία που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), δεν είχαν αιτηθεί γι’ αναστολή των δόσεων τους εντός της χρονικής προθεσμίας του Ιουνίου 2020, με την επιλογή να αιτηθούν τη νέα αναστολή δόσεων που είναι σε εφαρμογή από τις αρχές του τρέχοντος μήνα, νοουμένου ότι πληρούν τα σχετικά κριτήρια, και

Β) του υπόλοιπους δανειζόμενους της αγοράς οι οποίοι είχαν κάνει χρήση της αναστολής πληρωμών δόσεων, με την επιλογή να αιτηθούν για επέκταση της σχετικής αναστολής, η οποία όμως είναι περιορισμένης εφαρμογής εφόσον η συνολική αναστολή δόσεων, περιλαμβανομένης της περιόδου κατά το 2020, δεν πρέπει να ξεπερνά τους 9 μήνες. Αυτοί οι δανειζόμενοι, επομένως, ουσιαστικά προσβλέπουν σε δυο ενέργειες, είτε να επανεκκινήσουν την αποπληρωμή των δόσεων τους ή να επικοινωνήσουν με το δανειστή τους για σκοπούς εξέτασης πιθανής αναδιάρθρωσης του δανείου τους.

Από το 48% των δανειζομένων που αιτήθηκαν για αναστολή πληρωμών δόσεων κατά το 2020, ένα σημαντικό ποσοστό δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή των μηνιαίων δόσεων τους και ο λόγος έγκειται στις εξωγενείς συνθήκες που δημιούργησε το δεύτερο κύμα της πανδημίας.

Ορισμένες μονάδες στον ξενοδοχειακό, λιανικό και τομέα αναψυχής Παγκύπρια πήραν τη θαρραλέα απόφαση να σηκώσουν στους ώμους τους το βαρύ φορτίο των λειτουργικών δαπανών και να επαναρχίσουν τη λειτουργία τους τον περασμένο Μάϊο, απέναντι σε σωρεία μέτρων που είχε λάβει η κυβέρνηση για να κόψει την αλυσίδα μετάδοσης του ιού, περιλαμβανομένων του κλεισίματος των συνόρων, περιορισμού διακίνησης και αναστολής εργασιών ορισμένων επιχειρήσεων.

Σε κατασκευαστικά έργα που υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, οι εργοληπτικές εταιρείες συνέχισαν τις εργασίες τους για να μειώσουν τις ζημιές στις οποίες ξεκίνησαν να υπόκεινται με την έναρξη των περιοριστικών μέτρων.

Οι επιχειρήσεις στους τομείς των εστιατορίων, ρουχισμού και ακίνητης ιδιοκτησίας επένδυσαν εκτενώς σε διαδραστικές ιστοσελίδες στις οποίες προσφέρουν τώρα τα προϊόντα τους και οι πελάτες έχουν τη δυνατότητα να τα βλέπουν όσο πιο «ζωντανά» γίνεται (στην περίπτωση ακινήτων γίνονται πλέον και εικονικές ξεναγήσεις).

Παρόλα αυτά, είναι αμφίβολο κατά πόσο οι επιχειρήσεις αυτές ήταν τόσο κερδοφόρες τους τελευταίους 9 μήνες ώστε να είναι σε θέση να επανεκκινήσουν την αποπληρωμή των δόσεων τους.

Επίσης, είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι επιχειρήσεις οι οποίες αποφάσισαν ότι το λειτουργικό κόστος είναι πολύ βαρύ για να το σηκώσουν και ανέστειλαν τις εργασίες τους καθ’ όλη τη διάρκεια της πανδημίας, δεν θα είναι σε θέση ν’ αποπληρώνουν τις δόσεις του δανείου τους. Το ίδιο ισχύει και για τους ιδιοκτήτες και τους υπάλληλους αυτών των επιχειρήσεων οι οποίοι στις πλείστες των περιπτώσεων έχουν λάβει στεγαστικό δάνειο, χρηματοδότηση αυτοκινήτου και άλλες μη εξασφαλισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις όπως για παράδειγμα τρεχούμενο λογαριασμό και πιστωτική κάρτα.

Απαραίτητη η αποτρεπτική αντιμετώπιση

Σ’ αυτό το παγκόσμιο σκηνικό ο επικεφαλής του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Αντρέα Ενρία, έχει θέσει τις αρχές στις οποίες θα μπορέσουμε και πάλι να οδηγήσουμε τις οικονομίες μας σε ανάκαμψη και πρόοδο. Η χρηματοδότηση και το κόστος της είναι καταλύτες στην επιχειρηματική δραστηριότητα. Για να είναι σε θέση οι τράπεζες να προσφέρουν στην αγορά χρηματοδότηση με χαμηλό κόστος, θα πρέπει να έχουν υγιές ισολογισμό και ποιοτικά περιουσιακά στοιχεία.

Η καθυστέρηση στην αναγνώριση και η ανεπαρκής διαχείριση της επιδείνωσης περιουσιακών στοιχείων μπορεί κάλλιστα να καθηλώσει τον ισολογισμό των τραπεζών με μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που θα δυσχεραίνει τη θέση των τραπεζών να στηρίξουν τους βιώσιμους πελάτες τους και να υποβοηθήσουν την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Ενόψει της σοβαρότητας των αλυσιδωτών συνεπειών που μπορεί να προκαλέσει η ραγδαία αύξηση ΜΕΔ, ο κ. Ενρία είναι σε επικοινωνία με τις συστημικές τράπεζες κάθε κράτους μέλους και υπογραμμίζει ως την κορωνίδα της αποτελεσματικής αντιμετώπισης της πανδημίας:

Ø την έγκαιρη αναγνώριση καθυστερήσεων πληρωμών,

Ø την επανακατηγοριοποίηση λογαριασμών ανά περίπτωση,

Ø λογικές αποθεματικές πρακτικές,

Ø αναδιαρθρώσεις ανάλογα με τις περιστάσεις των δανειοληπτών, και

Ø αποτελεσματικά μέτρα εξυγίανσης που διαχωρίζουν μεταξύ βιώσιμων και μη βιώσιμων προβληματικών δανείων.

Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (ΚΤΚ) έχει επίσης επισημάνει στις τράπεζες από τον περασμένο Μάρτιο με σχετική εγκύκλιο, ότι το χαρτοφυλάκιο δανείων τους χρήζει συνεχούς ανάλυσης για προσδιορισμό όσο το δυνατόν γρηγορότερα πιστώσεων οι οποίες πρέπει να τύχουν αναδιάρθρωσης ώστε οι δανειολήπτες να μπορούν ν’ ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους γι’ αποπληρωμή.

Το πλαίσιο εφαρμογής

Οι κυπριακές τράπεζες είναι εξοπλισμένες με σωρεία εργαλείων για έγκαιρη ανίχνευση πιστωτικών ανοιγμάτων που επιδεινώνονται, προληπτική επικοινωνία με δανειολήπτες και αποτροπή του φαινομένου κατακρήμνισης (cliff effect).

Καταρχήν, η ΚΤΚ έχει εκδώσει την Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2015, μια ενδελεχή ανάλυση της πρακτικής για κάθε στάδιο πριν, κατά τη διάρκεια και αφότου υπάρχει καθυστέρηση στην αποπληρωμή δόσεων και τον κώδικα δεοντολογίας που αναμένεται ν’ ακολουθούν οι τράπεζες.

Επιπλέον, η ΕΑΤ εξέδωσε την Καθοδήγηση της (Guidelines) περί το 2018 αναφορικά με καθυστερήσεις πληρωμών και εκποιήσεις και πιο πρόσφατα έχει εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές αναφορικά με πρακτικές αναστολής πληρωμών και διαχείρισης ΜΕΔ.

Για περαιτέρω στήριξη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε τον περασμένο Δεκέμβριο το αναθεωρημένο σχέδιο δράσης γι’ αντιμετώπιση ΜΕΔ (Tackling NPLs Action Plan), οι πυλώνες του οποίου περιλαμβάνουν:

α) την ανάπτυξη δευτερογενών αγορών για προβληματικά περιουσιακά στοιχεία και κλειδί μιας τέτοιας ανάπτυξης είναι η βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων και της δυνατότητας σύγκρισης δεδομένων,

β) τη δημιουργία εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων («κακών τραπεζών») για μεταφορά περιουσιακών στοιχείων μειωμένης αξίας στα οποία περιλαμβάνονται εξασφαλίσεις με εμπορικά ακίνητα και μεγάλα πιστωτικά ανοίγματα,

γ) την ενίσχυση αποτρεπτικών πλαισίων που εξασφαλίζουν έγκαιρη αντιμετώπιση προτού οι επιχειρήσεις αρχίσουν να καθυστερούν στις πληρωμές των δανείων τους, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος τα δάνεια να γίνονται μη εξυπηρετούμενα σε περιόδους κυκλικής ύφεσης.

Οι τράπεζες έχουν επίσης δημιουργήσει εσωτερικές πολιτικές συναφείς με την Οδηγία της ΚΤΚ και την κατεύθυνση των Ευρωπαϊκών ιδρυμάτων αναφορικά με τη διαχείριση καθυστερήσεων πληρωμών, αναδιαρθρώσεων και χάρτη ανάκαμψης.

Επόμενα βήματα

Στο επίκεντρο όλων των πιο πάνω εργαλείων βρίσκονται οι μηχανισμοί ανίχνευσης και η ποιότητα των δεδομένων. Η επανακατηγοριοποίηση δανειοληπτών και η αναδιάρθρωση δανείων είναι εφικτή νοουμένου ότι η μείωση της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών γίνει αντιληπτή και στη βάση αξιόπιστης πληροφόρησης. Οι τράπεζες θα πρέπει, επομένως, να διασφαλίσουν ότι οι εσωτερικές τους πολιτικές και συστήματα είναι ενισχυμένα με αποτελεσματικές διαδικασίες που θα τους επιτρέψουν ν’ ανταποκριθούν στις πρωτόγνωρες προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπα τα χαρτοφυλάκια τους. Αυτές οι προκλήσεις αποτελούν αναμφίβολα ευκαιρία για τις τράπεζες διαμόρφωσης των παραδοσιακών τους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με καινοτόμες προτάσεις που θα προσθέτουν αξία στα περιουσιακά τους στοιχεία.

*Δικηγόρος και Director Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών, Κεφαλαίων και Χρηματαγορών στην Προύντζος & Προύντζος ΔΕΠΕ, EY Law

Υποστηρίξτε τη