Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Η «απελευθέρωση» μπορεί να οδηγήσει σε πληθωριστικές τάσεις;

Αυτήν τη στιγμή προτεραιότητα είναι, από τη μια, να μην υπάρξει οπουδήποτε εκτροπή σε ό,τι αφορά την επιδημιολογική εικόνα της χώρας κατά τη διάρκεια αποκλιμάκωσης των περιορισμών και, από την άλλη, να δοθεί η δυνατότητα της γρήγορης ανάκαμψης, ειδικά με σημαντικούς τομείς της οικονομίας να παρουσιάζονται αδύναμοι

Η κρίση της πανδημίας και τα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόζονται περιορίζουν την επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά και την κατανάλωση, μειώνοντας τη ζήτηση σε προϊόντα και υπηρεσίες. Αυτό ήταν εντονότερο κατά τη διάρκεια του πρώτου κύματος εξάπλωσης του κορωνοϊού.

Την ίδια στιγμή, οι κυβερνήσεις κλήθηκαν να «αντικαταστήσουν» τεχνικά την κατανάλωση, ενισχύοντας τις κρατικές δαπάνες και προχωρώντας στην παραχώρηση επιδομάτων και χορηγιών. Αυτό οδήγησε στην αύξηση του δημόσιου χρέους, εφόσον πολλές είναι οι κυβερνήσεις που βγήκαν στις αγορές για άντληση κεφαλαίων, εκμεταλλευόμενες το περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων.

Οι Κεντρικές Τράπεζες, σε μια προσπάθεια ενίσχυσης της ρευστότητας, προχώρησαν στην επέκταση των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης, διατηρώντας τα επιτόκια σε πολύ χαμηλά επίπεδα και ενισχύοντας τις αγορές ομολόγων από τις δευτερογενείς αγορές, «διογκώνοντας» τους ισολογισμούς τους.

Το περιβάλλον των χαμηλών επιτοκίων, από τη μια, βοηθά στην ευνοϊκότερη χρηματοδότηση έργων. Από την άλλη, επηρεάζει αρνητικά την κερδοφορία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και τις αποδόσεις των επενδύσεων των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που αναζητούνται άλλες μορφές επενδύσεων, εκτός των ομολόγων και των τραπεζικών καταθέσεων.

Η δημιουργία «τεχνητής ρευστότητας» στις αγορές μείωσε με ασύμμετρο τρόπο τις αποδόσεις των ομολόγων από τη μια, ενώ από την άλλη προκάλεσε αυξήσεις στις τιμές άλλων χρηματοοικονομικών μέσων, που δεν μπορούν να υποστηριχθούν από τα θεμελιακά στοιχεία των εκδοτών (μια ματιά στους χρηματιστηριακούς δείκτες στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής το επιβεβαιώνει). Αυτό που προκαλεί ακόμη εντονότερο προβληματισμό, είναι η επόμενη μέρα της απόσυρσης των προγραμμάτων ποσοτικής χαλάρωσης από τις Κεντρικές Τράπεζες.

Σίγουρα τα μέτρα ποσοτικής χαλάρωσης είναι έκτακτα και η διατήρησή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν είναι βιώσιμη. Ούτε όμως και η απότομη απόσυρσή τους ενδείκνυται, εφόσον θα δημιουργήσει κραδασμούς στις αγορές και αλυσιδωτά προβλήματα σε αρκετές οικονομίες, όπως οι αναδυόμενες.

Οι κεντρικές τράπεζες θεωρούν τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης ως «ζωντανούς οργανισμούς» που μπορούν να αναπροσαρμόζονται ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και την πορεία των δημοσιονομικών δεικτών. Ένας άλλος παράγοντας, ο οποίος θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών, είναι οι διακυμάνσεις στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος.

Η κρίση του κορωνοϊού διαφαίνεται να οδηγεί σε αποπληθωριστικές τάσεις, εφόσον η κατανάλωση μειώνεται σημαντικά. Στην Κύπρο παρουσιάζεται και κατακόρυφη πτώση της «εισαγόμενης κατανάλωσης», εφόσον η περσινή χρονιά καταγράφεται ίσως η χειρότερη για τον τουριστικό τομέα στη σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Αλλαγή νοοτροπίας

Επιπλέον, παρατηρείται αλλαγή στη νοοτροπία των καταναλωτών, οι οποίοι είναι πιο προσεκτικοί στις αγορές και στις δαπάνες τους και προβαίνουν σε έρευνα αγοράς πριν προχωρήσουν σε αυτές.

Η κατανάλωση, πέρα από τη διάθεση των καταναλωτών, επηρεάζεται και από τη ρευστότητα που υπάρχει στην αγορά και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, καθώς και τη διάθεση των πολιτών να αποταμιεύσουν. Με τα καταθετικά επιτόκια στο ναδίρ και τον υψηλό φόρο επί των τόκων εισπρακτέων, η διάθεση για αποταμίευση είναι περιορισμένη.

Σημειώνεται ότι η διαχείριση των ρευστών διαθεσίμων, είτε αναφερόμαστε σε επιχειρήσεις είτε σε οικογένειες, θα πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε σε περιόδους ευφορίας να δημιουργούνται «αναχώματα» για τις περιόδους που οι οικονομικές προκλήσεις θα είναι περισσότερες.

Όμως, αν εξετάσει κάποιος λίγο πιο προσεκτικά τα στατιστικά στοιχεία, και δεν αναφερόμαστε μόνο στην Κύπρο, δεν παρουσιάζονται αποπληθωριστικές τάσεις σε όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες (ενδεχομένως αυτό να ήταν φαινόμενο του πρώτου κύματος της πανδημίας). Υπάρχει μια σημαντική μετατόπιση της ζήτησης προς τα προϊόντα έναντι των υπηρεσιών.

Τους τελευταίους μήνες παρουσιάζεται μια σημαντική αύξηση στην αξία των εμπορευμάτων (commodities). Αυτό είναι ξεκάθαρο από τις τιμές του πετρελαίου πέρσι και φέτος στις διεθνείς αγορές, αλλά και των κρυπτονομισμάτων και των μετοχών στο χρηματιστήριο. Την ίδια στιγμή, καταγράφεται σημαντική μείωση στην ισοτιμία του δολαρίου, το οποίο συνδέεται με πολλές εμπορικές πράξεις.

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, μπορεί οι τιμές για την παροχή υπηρεσιών όπως για παράδειγμα τα αεροπορικά ταξίδια να έχει μειωθεί σημαντικά, δεν ισχύει όμως το ίδιο και για τα προϊόντα. Οπόταν, γίνεται ο συνειρμός ότι με την «απελευθέρωση» από τα περιοριστικά μέτρα και την ενίσχυση της ζήτησης στον τομέα των υπηρεσιών, ενδεχομένως να υπάρξει ενίσχυση των πληθωριστικών τάσεων (εκτός κι αν υπάρξει εκ νέου αλλαγή και μετατόπιση της ζήτησης από τα προϊόντα προς τις υπηρεσίες).

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, πολλά από τα ελλείματα που προέκυψαν στις εθνικές οικονομίες χρηματοδοτήθηκαν μέσω έκδοσης χρέους. Αν κάποιος εξετάσει παλαιότερες περιόδους, ίσως με εξαίρεση την τελευταία οικονομική κρίση κατά την οποία υπήρχαν αυξημένα ποσοστά δημόσιου χρέους, ο πληθωρισμός ενισχυόταν.

Σύμφωνα με της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στόχος είναι ο πληθωρισμός να κυμαίνεται κοντά στο 2%. Υπενθυμίζεται ότι πριν από το ξέσπασμα της πανδημίας οι κεντρικές τράπεζες είχαν ξεκινήσει την απόσυρση των μέτρων ποσοτικής χαλάρωσης (tapering) με τη σταδιακή αύξηση των επιτοκίων. Αλλαγή του επιτοκίου θα επηρεάσει και τις ισοτιμίες συναλλάγματος, όπως για παράδειγμα αυτής του δολαρίου, νόμισμα με το οποίο συνδέονται οι αξίες πολλών προϊόντων.

Γίνεται αντιληπτόν ότι ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων, ειδικά αν γίνει με ασύμμετρο τρόπο, θα αφήσει εκτεθειμένους δανειολήπτες, είτε είναι κράτη ή ιδιώτες. Οι κεντρικές τράπεζες θα προχωρήσουν σε σταδιακή απόσυρση των μέτρων, ώστε να μπορούν οι αγορές να αφομοιώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις αλλαγές.

Δομικά προβλήματα

Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, είναι ξεκάθαρον ότι συνεχίζουν να υπάρχουν δομικά προβλήματα. Η Κύπρος στατιστικά είναι ασήμαντη, οπότε η καταγραφή του πληθωρισμού, που θα οδηγήσει στην απόσυρση των μέτρων από την ΕΚΤ, θα γίνει σε πανευρωπαϊκό επίπεδο - οποιεσδήποτε αποφάσεις για αλλαγή στα επιτόκια θα επηρεάσουν τη χώρα μας.

Σημειώνεται, επίσης, ότι μπορεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να έχει παραχωρήσει χαλαρώσεις σε ό,τι αφορά τους στόχους του δημοσιονομικού συμφώνου για το 2021, όμως με τη βελτίωση της επιδημιολογικής εικόνας θα προχωρήσει στο «μάζεμα» των χαλαρώσεων, οπότε θα ζητήσει απ’ όλες τις χώρες κράτη-μέλη το πλάνο για επαναφορά των δημοσιονομικών δεικτών.

Φυσικά, αυτήν τη στιγμή προτεραιότητα είναι, από τη μια, να μην υπάρξει οπουδήποτε εκτροπή σε ό,τι αφορά την επιδημιολογική εικόνα της χώρας κατά τη διάρκεια αποκλιμάκωσης των περιορισμών και, από την άλλη, να δοθεί η δυνατότητα της γρήγορης ανάκαμψης, ειδικά με σημαντικούς τομείς της οικονομίας να παρουσιάζονται αδύναμοι. Οι ανακοινώσεις στην Αγγλία που οδήγησαν σε κρατήσεις για καλοκαιρινές διακοπές και οι συμφωνίες με το Ισραήλ είναι μια αρχή.

Είναι αναμενόμενο, είναι θέμα ψυχολογίας, ότι θα υπάρξει μια θετική αντίδραση μετά την άρση των μέτρων, όμως πρέπει να επικεντρωνόμαστε στη μεγάλη εικόνα.

Υποστηρίξτε τη