Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Εν όψει Πενταμερούς: Η ουσία του προβλήματος

Το κυπριακό πρόβλημα, το οποίο ανήκει ως γνωστόν στα παλαιότερα, εμφανιζόμενα δε και ως πλέον δυσεπίλυτα προβλήματα της διεθνούς πολιτικής, επανέρχεται και πάλι στο προσκήνιο μετά την παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα, όλως ιδιαιτέρως του βρετανικού τοιούτου, στο πλαίσιο μιας συνάντησης των λεγομένων ενδιαφερομένων, που προσδιορίζεται ως κατά ταύτα πενταμερής διάσκεψη. Η κατά τα ανωτέρω πενταμερής περιλαμβάνει, τόσο τις δυο κοινότητες, όσο και τις οριοθετημένες από τις συνθήκες ίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εγγυήτριες δυνάμεις, Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία.

Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η φιλοσοφία και στρατηγική στόχευση τής κατά τα ανωτέρω διάσκεψης, καθώς και ποιες μπορεί να είναι εν προκειμένω οι επιπτώσεις της στην πορεία του προβλήματος.

Η ουσία του ζητήματος στην κατά τα ανωτέρω διαδικασία, που παραπέμπει στην κατοχή της Κύπρου από τουρκικά στρατεύματα, ουδόλως πρόκειται να συζητηθεί. Τούτο, δε, δεδομένης της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς στην κατοχή ή διεθνούς καταγγελίας της, προβάλλεται εμμέσως πλην σαφώς ως μια τρόπον τινά «νομιμοποιημένη διαδικασία».

Η Τουρκία και ο εκλεκτός της Τουρκοκύπριος ηγέτης, Ερσίν Τατάρ, προσέρχονται έχοντας στη φαρέτρα τους τη βασική προσέγγιση μιας λεγόμενης επίλυσης του Κυπριακού στο πλαίσιο μιας συνύπαρξης δύο ανεξαρτήτων κρατικών οντοτήτων, ενός τουρκικού βορείου και ενός ελληνικού νοτίου. Οι δυο «κρατικές» οντότητες προόρισθαι να συνδέονται στη φιλοσοφική διάρθρωση μιας συνομοσπονδιακής δομής από μια κοινή εκπροσώπηση προς τα έξω, η οποία θα αποτυπώνει την κατά περίπτωση βούληση των δυο εν προκειμένω κρατιδίων, όταν αυτά θα είναι σε θέση να αποτυπώνουν την κοινή τους βούληση.

Εξυπακούεται πως οι «κρατικές» κατά τα ανωτέρω οντότητες της συνομοσπονδίας τελούν σε καθεστώς κρατικής ισότητας και πολιτικής ισοτιμίας.

Το ανωτέρω μάς υπομιμνήσκει την τραγική πορεία της κυπριακής υπόθεσης, όπου μια μειονότητα του 18% διάσπαρτη σε όλη την κυπριακή επικράτεια πέτυχε με τις Συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου του 1960 να μετατραπεί σε κοινότητα ίση και ισότιμη της ελληνικής πλειοψηφίας, έκτοτε δε διεκδίκησε και σήμερα επιχειρεί να μεταβληθεί σε αναγνωρισμένη κρατική οντότητα. Εάν τα ανωτέρω δεν συνιστούν στο σύντομο για την ιστορία της διεθνούς πολιτικής διάστημα των 60 ετών μια παταγώδη αποτυχία της ελληνικής διπλωματίας, τότε διερωτάται κανείς ποιο θα ήταν εν προκειμένω το αληθές περιεχόμενο του όρου διπλωματική και πολιτική αποτυχία.

Είναι σαφές, θα λέγαμε εξόχως πρόδηλο πως και αυτή η κατά τα ανωτέρω άνιση, μεσούσης της τουρκικής κατοχής διαπραγματευτική συνάντηση, δεν πρόκειται να οδηγήσει σε θετικές εξελίξεις δεδομένων των αγεφύρωτων διαφορών που εκδηλώνονται στις θέσεις των συμμετεχόντων.

Όμως, ανεξαρτήτως της κατά τα ανωτέρω άνευ αποτελέσματος έκβασης της διαδικασίας, γεγονός είναι πως η πορεία αναζήτησης λύσεως του προβλήματος και η μεθοδολογία που και εν προκειμένω εφαρμόζεται, καταγράφεται ως διαδικαστική προσέγγιση που θα επανέλθει κατά τον α’ ή β’ τρόπο, πανομοιοτύπως καιρώ τω δέοντι. Πρόκειται σαφώς για μιαν ακόμα διαδικασία εκτροπής από την ουσία του κυπριακού προβλήματος, που καταγράφεται, ως γνωστόν, ως ζήτημα εισβολής και κατοχής.

Η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία μαζί με την Αθήνα παραμένουν προσανατολισμένες στο ατυχές και αβέβαιης διαδρομής πλαίσιο μιας διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας, το οποίο επίσης διαχρονικά προσκρούει στη διαδηλωμένη θέληση της Άγκυρας να παραμένει στο πλαίσιο της λύσης ως εγγυήτρια δύναμη δεν είναι δυνατόν να προσδοκούν, δεδομένων των ανωτέρω επιλογών, λύση που να προδιαγράφει τη βιωσιμότητα του κράτους και την επιβίωση της Κύπρου, προπάντων δε του κυπριακού Ελληνισμού.

Ο κυπριακός Ελληνισμός οφείλει οπλισμένος με υπομονή και αντοχή να οργανώσει την πορεία του προς το μέλλον εκπονώντας στρατηγικές ενδυνάμωσης και αντοχής της κυπριακής κρατικής οντότητας, έχοντας ως όπλο την ελληνική συνείδηση και πολιτιστική ταυτότητα, χαράσσοντας ως Ελληνισμός, που ευλόγως παραπέμπει σε Αθήνα και Λευκωσία, στρατηγικές αξιοποίησης ή και δημιουργίας μελλοντικών ευκαιριών, που να επιτρέψουν σε Κύπρο και Ελλάδα να επιτύχουν λύση ταυτόσημη με τα διεθνή θέσμια της αυτοδιάθεσης, της εθνικής ελευθερίας και της έμπρακτης προσήλωσης στις δημοκρατικές αρχές και το κράτος δικαίου.

*Ομότιμος Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Υποστηρίξτε τη