Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ιστορίες από την πολιτοφυλακή της ΕΟΚΑ & το παραλιμνίτικο τσιαττιστό της Παθητικής Αντίστασης

Αναμνήσεις του Τάσου Αβραάμ Ρουσιά και της αδελφής του, Κατελούς, για το αγωνιστικό πνεύμα της εποχής και τα φρικτά βασανιστήρια

Το έπος του εθνικοαπελευθερωτικού, αντιιμπεριαλιστικού, ενωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59 έδωσε ήρωες, μάρτυρες και πολλούς αγωνιστές, άλλους επιφανείς αλλά άλλους αφανείς, με διαφορετική εμβέλεια δράσης.

Σήμερα, η στήλη καταγράφει τις αναμνήσεις μερικών στιγμών ενός αφανούς και σεμνού αγωνιστή, του Τάσου Αβραάμ Ρουσιά, από το Παραλίμνι. Η ιστορία του προσθέτει μιαν ακόμη ψηφίδα κατανόησης του ηρωικού πνεύματος της εποχής και των αγνών κινήτρων που ώθησαν τον Κυπριακό Ελληνισμό στον εθνικό ξεσηκωμό.

Ο Τάσος Ρουσιάς γεννήθηκε σε πολύτεκνη αγροτική οικογένεια στο Παραλίμνι το 1939 και είχε 7 αδέλφια. Φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου μέχρι την τρίτη τάξη, και μετά προσλήφθηκε στη Shell στο Βαρώσι. Ο Ρουσιάς εργαζόταν ως οδηγός στις εγκαταστάσεις της πετρελαϊκής εταιρείας. Μετά την εισβολή θα γίνει ένας από τους πιο φημισμένους φουρνάρηδες της περιοχής.

ΕΟΚΑ & σύλληψη το 1958

Ο Τάσος ήταν από τα νεαρότερα μέλη της οργάνωσης στο Παραλίμνι, υπεύθυνος για κυκλοφορία φυλλαδίων και παροχή στήριξης στους μεγαλύτερους αγωνιστές. Θυμάται πως έμεναν σκοποί σε σπίτια, όπως στου Μάγκα ή στο σπίτι του μάστρε-Μιχάλη, και επιτηρούσαν την περιοχή για να ειδοποιήσουν άλλους αγωνιστές για τις κινήσεις των Βρετανών. «Ήμουν ομαδάρχης τρόπον τινά. Έπιανα το ποδήλατο να πάω από το ένα φυλάκιο στο άλλο φυλάκιο».

Οι Βρετανοί συνέλαβαν τον Ρουσιά μαζί με άλλους τον Οκτώβριο του 1958. Σύμφωνα με τον Δημοσθένη Σπαρτιάρτη, που συνελήφθη μαζί με τον Ρουσιά, η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα προδοσίας («Το Παραλίμνι: Ιστορία-Πολιτισμός», Πρακτικά 2ου Συνεδρίου, Δήμος Παραλιμνίου, 2011, σ. 351). Ο Αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας-Διγενής, στο «Χρονικόν Αγώνος ΕΟΚΑ 1955-59», που κυκλοφόρησε το 1971, αναφέρει: «Την 9/10/1958.- Κέρφιου. Συνελήφθησαν οι Γ. Κ. Πογιατζής, Δημοσθένης Σπαρτιάτης, Τάσος Αβρ. Ρουσιά, Γεώργιος Ν. Σταυρή, Νικόλας Βίκτωρα, Ανδρέας Μιχ. Σκαπούλλαρου. Η ομάς των καταζητουμένων που ευρίσκετο εις Άγιον Μέμνονα, Μάκης Α. Μάρκου, Δημοσθένης Κατσούρης, Θωμάς Χατζηνικολάου και Γεώργιος Καλογήρου, εσκέπτετο να κτυπήση το βράδυ εις Δερύνειαν οιονδήποτε όχημα θα ήρχετο εκ Παραλιμνίου. Το αστυνομικόν αυτοκίνητον όταν έφθασεν εις Δερύνειαν εδέχθη τας χειροβομβίδας της ομάδος του χωρίου. Αμέσως εσταμάτησεν και οι Αστυνομικοί κατήλθον τούτου, προφυλαχθέντες από τας εκρήξεις των χειροβομβίδων. Εντός του αυτοκινήτου ευρίσκετο ο συλληφθείς Δημοσθένης Σπαρτιάτης, όστις επωφεληθείς της συγχύσεως εξήλθε του αυτοκινήτου και ήρχισε να τρέχη».

Η αδελφή του, Κατελού Ρουσιά, γέννημα του 1935, θυμάται την ώρα της σύλληψης του αδελφού της. Οι Άγγλοι, που πιθανόν να είχαν πληροφορίες, έκαναν αναγνώριση της περιοχής με πολύ χαμηλές αναγνωριστικές πτήσεις αεροπλάνου για εντοπισμό ύποπτων αυτοκινήτων. Θυμάται πως την ώρα της σύλληψης αυτή έπλενε σιτάρι και ο Τάσος επέστρεφε κρατώντας φυλλάδια της οργάνωσης. Η σύλληψή του έγινε από ένοπλους Άγγλους και Τούρκους αστυνομικούς, οι τελευταίοι σε ρόλο διερμηνέα για τα ελληνικά.

Την ώρα που συνέλαβαν τον Τάσο, μια γιαγιά γειτόνισσά τους, η Κατελού από το γένος Τρίαρου, αντέδρασε στη σύλληψή του και αυθόρμητα είπε αυτό το ποίημα:

«Φύετε που την Κύπρο μας Εγγλέζοι αιμοβόροι,

θέλετε που τους κόπους μας να τρώτε με το ζόρι;

Άη Παντελεήμονα τζιαι σεις Αγιοί Σαράντα,

έτσι ‘ννα μας τους έχετε τούτους δαμέσα πάντα;

Θκιώξετέ τους να φύουσιν, στ’ ανάθεμα να πάσιν,

να νεπαυτεί τούντο νησί που λλόου τους να πνάσει».

Οι Άγγλοι φαίνεται ήθελαν να μάθουν ποιοι βρίσκονταν πίσω από πρόσφατες επιθέσεις στο Παραλίμνι όπου συμμετείχαν πολλά μέλη της ΕΟΚΑ. Την 1η Οκτωβρίου 1958 έγινε επίθεση από μεγάλη ομάδα του χωριού κατά αυτοκινητοπομπής της 751 Μονάδας Διαβιβάσεων της Βρετανικής Βασιλικής Αεροπορίας (RAF), που κατευθυνόταν από τον στρατιωτικό καταυλισμό του Κάβο Γκρέκο στο Βαρώσι μέσω Παραλιμνίου. Ο Διγενής αναφέρει πως στην ενέδρα «έλαβον μέρος οι Θεορής Σιάκκας, Γεώργιος Καλογήρου, Θωμάς Χατζηνικολάου, Μάκης Λ. Μάρκου, Δημοσθένης Κατσούρης, Γεώργιος Μαλλούρη, Στάθης Α. Στάθη, Γεώργιος Κ. Πογιατζή, Ανδρέας Μαούρη, Παύλος Α. Μάρκου, Δημοσθένης Σπαρτιάτης, Κωστάκης Τσίσσιου, Δώρος Λ. Χατζηζαχαρία. Σηματοδόται: Αναστάσιος Γ. Ρουσιά [εξάδελφος του Τάσου Α. Ρουσιά], Ζαμόρας, Θεόδωρος Κολοκούδια, Γ. Φύστουκας, Σπύρος Κατσιάρη, Γιάγκος Μουλαζίμης και γενικά όλα τα μέλη της Εθνοφρουράς». Οι Βρετανοί ανατίναξαν το αυτοκίνητο βαν του Αναστάση Πυρίλλη.

Την 6η Οκτωβρίου «νάρκη τοποθετηθείσα υπό των Γ. Κ. Πογιατζή και Αναστάση Γ. Ρουσιά εις τον δρόμον πλησίον κινηματοθεάτρου, εντός του χωρίου και πυροδοτηθείσα υπό του Αναστάση Γ. Ρουσιά κατέστρεψε τελείως στρατιωτικόν αυτοκίνητον και επροξένησε ζημίας εις έτερον. Πιστεύεται ότι ουδείς επέζησε του πρώτου».

Φρικτά βασανιστήρια

Κορυφαία γι’ αυτόν στιγμή της εμπλοκής του στον Αγώνα ήταν η σύλληψή του και τα βασανιστήρια που υπέστη. Κρατήθηκαν συνολικά 18 μέρες στην Αμμόχωστο. Τις πρώτες πέντε μέρες υπέστησαν φρικτά βάσανα: «Βασανιστήρια! Όχι ψευτιές! Κάποτε που λέμε, “εν δυνατόν!;”. Επειδή τα πέρασα εγώ, εν δυνατόν και εκάμαν και περισσότερα απ’ ό,τι μπορείς να φανταστείς».

Οι βασανιστές ήταν Βρετανοί και Τουρκοκύπριοι επικουρικοί. Στο δωμάτιο βρισκόταν μαζί με άλλους 5 συλληφθέντες. Σε μια περίπτωση, τον έδεσαν σε κρεβάτι χωρίς στρώμα. Καθόταν ένας Άγγλος στο στήθος του και του έβαζε ένα παλιόρουχο στο στόμα και διοχέτευαν νερό με ακαθαρσίες μέσα από τη μύτη, ενώ ένας άλλος τον γρονθοκοπούσε στη κοιλιά. Σε μια περίπτωση, χαρακτηριστική του σαδισμού των βασανιστών, του έσφιξαν τα απόκρυφα. Δυνατός καθώς ήταν, από την αντίδραση στον πόνο έσπασε τις χειροπέδες στα πόδια και τους αναποδογύρισε από πάνω του. Όταν σηκώθηκαν πάνω, ξεκίνησαν και πάλι τα κτυπήματα.

Σε μιαν άλλη περίπτωση, τους άφησαν μόνους με τα εσώρουχα και να κρατούν για ώρες ένα τεράστιο λιθάρι πάνω από το κεφάλι τους. Αυτό του άφησε μόνιμο τραύμα.

«Εμένα οι παραπάνω Τούρκοι με ήξεραν διότι εκεί που δούλευα είχαμε αλισβερίσι μαζί τους. Ήρθεν ο Σιεμμέτης, ένας βασανιστής Τούρκος που τον ήξερα από την δουλειά. Ήρθεν τούτος εκεί, όπως ήμουν ξαπλωμένος εκεί, με τα άρβυλα και με κλοτσούσε στην κοιλιά. Και τον ήξερα. Πιο παλιά τρώγαμε και μαζί. Υπήρχε ένας άλλος αστυνομικός, Λοχίας, Τούρκος και τούτος και με ήξερε, Θεός μακαρίσει τον, αν δεν ήταν αυτός, ο άλλος θα με κλοτσούσε ώς τώρα. Ήταν παλληκάρι, όπως την πόρτα, ήρθε και τον έπιασε από τον ώμο και τον τράβηξε πίσω, “γιοκ, να τον σκοτώσεις;” και απ’ εκεί και πέρα γλιτώσαμε και μείναμε άλλες 13 μέρες και μετά μας άφησαν και φύγαμε».

Σημειώνει πως δεν τους είχαν αφήσει όλους να φύγουν και κάποιοι μεταφέρθηκαν στα Κρατητήρια. Μετά την απελευθέρωσή τους, «μας αποτράβηξαν πίσω από την Οργάνωση για κανένα-δυο μήνες διότι υπήρχε ο φόβος μήπως είπαμε καμιά κουβέντα και μετά μας ξανάφεραν μέσα στην Οργάνωση».

Θεωρεί πως ήταν δυνατός άνθρωπος αλλά και η βοήθεια του Θεού τον ενδυνάμωσε να αντέξει τα σκληρά βασανιστήρια. Πριν τους αφήσουν, έφεραν 13 συλληφθέντες από τη Γιαλούσα. «Όταν δεν μας έδερναν εμάς, τους έφερναν και τους έδερναν αυτούς». Ο Σιεμμέτης νόμισε πως ένας εξ αυτών ήταν Παραλιμνίτης. «Του λέει “θα μας πεις πού έχει τα όπλα του ο Δημοστενάς;”. Του λέει το παιδί “ξέρω, αλλά εν σας λαλώ”. Μεγάλη κουβέντα ρε κουμπάρε να του πεις τέτοια ώρα, λύσσαξαν. Του άρχισαν ττοππουζιές. Όταν είσαι έξω και ακούεις, πονείς παραπάνω. Διότι την ώρα που θα πας μέσα, σε κτυπούν, το ένα, το άλλο, σαμπώς και ναρκώνεσαι. Ενώ αυτός που ακούει απ’ έξω και περιμένει “α, μα εν εγώ που θα πάω τώρα μέσα;”. Τους λέγαμε “ένιξερω, ένιξερω” και δώσ’του ξύλο».

Ποιήματα της Παθητικής Αντίστασης

Η κ. Κατελού θυμάται όταν κατά τη διάρκεια του κέρφιου, Άγγλοι και Τουρκοκύπριοι είπαν στον πατέρα τους Αβράαμη πως δεν θα έχει πλέον γιο Τάσο και τους απάντησε, χτυπώντας το χέρι στο τραπέζι: «Είπα σας είχα και εννά ’χω. Και θα το μετανιώσετε μια ώρα, αλλά θα είναι πολύ αργά. Εμείς δεν πουλιούμαστε, είμαστον Έλληνες». Χαρακτηριστικό του πνεύματος της εποχής, είπε πως γνώριζε πολλά η ίδια για τη δράση της ΕΟΚΑ, που άκουγε όταν πήγαινε να φέρει νερό από τη βρύση, αλλά ποτέ δεν μιλούσε. Αυτό ήταν και το γενικότερο πνεύμα στο χωριό.

Απήγγειλε ένα τσιαττιστό για την Παθητική Αντίσταση που είπε ο ποιητάρης Παύλος Πιττάτζιης, το οποίο σημείωσε ο πατέρας της αμέσως την ώρα που το έλεγε σε κάποιους νεαρούς που έπαιζαν μπιλιάρδο:

«Εβρέθην μια εφεύρεση, Παθητική Αντίσταση για το καλό του τόπου.

Αλλά θέλει τζιαι θέληση τζι υπομονή τ’ ανθρώπου.

Πρώτον, το χαρτοπαίγνιο πρέπει να σταματήσει.

Ο κόσμος να συμμορφωθεί, να σπιτονοικοτζιυρευτεί αν θε να ευτυχήσει.

Δεύτερον, θέλω να σας πω για τες διασκεδάσεις.

Πως εν πρέπει να πίννουμεν εις έτσι καταστάσεις.

Να μείνουν τα ριάλια μας, μαζί με την υγεία μας, σε άλλες περιστάσεις.

Τρίτον, να μεν παν αγγαλλιεί ο ένας μας τον άλλον.

Να θκιούμε τα ριάλια μας σε υπαλλήλων Άγγλων.

Τέταρτον, η κυβέρνηση στην Κύπρο ό,τι φέρνει,

να μεν τα πλησιάζουμεν ούτε να τ’ αγοράζουμεν τζιαι πίσω να τα παίρνει.

Πέμπτον, ιξέρετε καλά, η Κύπρος μας παράγει,

τα τρία κυριόττερα ψωμί, πατάτα, λάδι.

Τζιαι αν υστερηθεί η τζιοιλιά, να μεν φοάστε ρε παιθκιά, εν τζιαι μπορεί τούτ’ η δουλειά επ’ άπειρον να πάει.

Έκτον, άμαν της κόψουμεν τζιαι τα συμφέροντά της,

Εν πράμα πού’ν’εν δυνατόν, τζιαι υπαλλήλους τζιαι στρατόν, να τους κρατεί κοντά της.

Έτσι εκάμαν τζι οι Ινδοί, που ‘ταν αμέριμνοι, χαντοί, τζι’ ύστερα εξυπνήσαν,

τζιαι την ελευθερίαν τους, γράφει η ιστορία τους, έτσι την εκερδίσαν.

Τζι’ εμείς που ‘μαστον Έλληνες, Κυπραίοι γεννημένοι,

Να μείνουμε στα βάσανα, αιώνια σκλαβωμένοι;

Όχι! Θα πολεμήσουμε, ελπίζω να νικήσουμε, να ελευθερωθούμε,

Τζι ούλοι να μεν νομίζουμε πως εν να οπλιστούμε.

Γιατί εν τζι έχουν μας τα τζιαμαί να πάμε να τα πιάσουμε τους Άγγλους να χτυπούμε.

Παθητική Αντίσταση, εν πόλεμος τζιαι τούτη.

Τρομάσσουν την οι Βρετανοί γιατί εν εξίσου δυνατή με βόμπα τζιαι παρούτι.

Τζι άμαν ισμίξουν τούντα θκυο, ευλογημένη μέρα,

ο τόπος τους εννά φανεί, τζιαι εν έσιει πάρα να γινεί,

η Κύπρος ελευθέρα».

Ανεξαρτησία & φασαρίες 1963-64

«Μακάριος τζιαι Διγενής, εν τούτ’ η ηγεσία, που φέραν εις την Κύπρο μας την ανεξαρτησίαν», έτσι θυμάται η κ. Κατελού να λέει ο κόσμος.

Μετά την ανεξαρτησία, οι πληροφορίες για εξοπλισμό των Τουρκοκυπρίων και της ΤΜΤ ήταν γνωστές στην ευρύτερη επαρχία Αμμοχώστου, κάτι που συζητείτο, όπως γινόταν άλλωστε σε όλη την Κύπρο.

Ο Τάσος ήταν δέκτης τέτοιων πρωτογενών πληροφοριών παρατηρώντας Τουρκοκύπριους φίλους του με τους οποίους συνεργαζόταν πριν από τον Δεκέμβριο του 1963. «Είχα γνωστούς πολλούς Τούρκους ένεκα της δουλειάς, έμπαινα και μέσα στην Αμμόχωστο που τους έπαιρνα πετρέλαια, είχα πάσο από τους Άγγλους. Μετέφερα πετρέλαιο για ανεφοδιασμό βαποριών και καϊκιών, μέσα στο λιμάνι τους Άγγλους τους τροφοδοτούσαμε εμείς. Και βλέπαμε τι γινόταν».

Ήταν και αυτός μεταξύ των πρώην αγωνιστών και εθελοντών που ετύγχαναν ενημέρωσης από παράγοντες του ΕΔΜΑ για ενημέρωση των προετοιμασιών των Τουρκοκυπρίων αλλά δεν έκαναν εκπαίδευση στα όπλα.

Η μαρτυρία του είναι χαρακτηριστική του χάους που επικρατούσε μετά την έναρξη της Τουρκανταρσίας: «Τελευταία στιγμή που έγιναν οι φασαρίες είπαν ότι βγήκαν οι Τούρκοι έξω και ήμασταν στο Παραλίμνι εμείς. Ήμασταν εκεί στην ΠΕΚ, άτε, να πάμε κάτω, να κόψουμε τους Τούρκους να μην έρθουν στην πόλη. Τότε δεν είχε αυτοκίνητα πολλά, ήταν λιγοστά τα αυτοκίνητα, πήγα εγώ, διότι πολλές φορές έπιανα λεωφορείο και έκανα μια γραμμή για τους Παραλιμνίτες εργάτες το πρωί και τους έφερνα πίσω το βράδυ. Πήγαμε να πιάσουμε το λεωφορείο, δεν είχε κλειδί πάνω. Έπιασα μια σπόντα και ήξερα τρόπους και το ξεκίνησα. Φτάσαμε στην ΠΕΚ, είχεν ένα μαγαζί τότε εκεί που είχε στελίφια της τσάπας, ξύλα και άλλα και τα φορτωθήκαμε. Μόνο με τα ξύλα, δεν είχαμε οπλισμό. Αυτά τις πρώτες μέρες μετά τις φασαρίες στη Λευκωσία. Πήγαμε κάτω ώς το Παντοπωλείο στο Βαρώσι, είχε και άλλους εκεί, σταματήσαμε εκεί και οι Τούρκοι δεν βγήκαν από την Πόρτα, ήταν εκεί. Μείναμε εκεί, δώσαμε ένα γυρό από το Σαβόι, όταν είδαμε πως δεν είχε τίποτε, μας είπαν οι άλλοι, οι πιο μεγάλοι, επιστρέψτε πίσω, οι Τούρκοι είναι κλεισμένοι μέσα στα τείχη. Και επιστρέψαμε Παραλίμνι».

Μετά εξηγεί πώς άρχισε η οργάνωση αυτών των εθελοντών: «Μετά εκάμαν μας ομάδες και πηγαίναμε 7 άτομα σε κάθε τόπο. Την πρώτη φορά μάς πήραν στην εκκλησία της Αγίας Ζώνης και μέναμε εκεί μέσα, νομίζω μια βδομάδα. Δεν φεύγαμε από εκεί χωρίς διαταγή. Ήρθε διαταγή να πάμε στο Κάτω Βαρώσι, πιο πάνω ήταν το τουρκικό σχολείο και η Αστυνομία. Μας μετακίνησαν εκεί και τους 7, υπήρχαν και άλλες ομάδες αλλά μιλώ για τη δική μας. Μείναμε εκεί κανένα μήνα. Πηγαίναμε τη νύχτα και τη μέρα πηγαίναμε στις δουλειές μας».

Η οργάνωση των ομάδων έγινε από τους παλαιότερους αγωνιστές της ΕΟΚΑ της περιοχής, με τους οποίους διατήρησαν επαφή και κατά την προπαρασκευή τους καλούσαν και τους ενημέρωναν για τα καθέκαστα: «Εφώναζαν να πούμε 7 νομάτους οι οποίοι ήξεραν ότι εμείς κάνουμε παρέα και μας έλεγαν ότι θα πάτε στον τάδε τόπο, θα μένετε, δεν θα πειράζετε στα σπίτια, να προσέχετε, αν δείτε κάτι να ειδοποιείτε. Έτσι ήταν οι ομάδες, κανένα μήνα και μετά, αν θυμάμαι καλά, για να αποφύγουμε τα σπίτια, μας έβαλαν να καθαρίσουμε το παλιό βρετανικό στρατόπεδο “Γκόλντεν Σαντ”».

paso.JPG

Το «πάσο» που του επέτρεπε την ελεύθερη πρόσβαση στο Λιμάνι Αμμοχώστου

Επικεφαλής των εθελοντών που ανέλαβαν την οργάνωση του στρατοπέδου ήταν ο Λοχαγός του Κυπριακού Στρατού Κίκης Κωνσταντίνου, απόφοιτος της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. «Ήταν αυτός που μας εκπαίδευσε στα όπλα, πώς να τα χειριστούμε, πώς να ξιλώσουμε το μπρεν και να το στήσουμε, ήταν ο αρχηγός μας εκεί μέσα, αυτόν βλέπαμε εμείς μέσα στο στρατόπεδο». Οι εθελοντές διανυκτέρευαν στο στρατόπεδο και το πρωί πήγαιναν στις δουλειές τους, με κάποιους να παραμένουν για φρούρησή του. Εκπαίδευση τούς παρείχε και Κύπριος αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού. Άλλα όπλα ήταν τα μαρτίνια και τα στεν. Ο κ. Ρουσιάς θυμάται πως είχαν μαζέψει επίσης τα κυνηγετικά από το Παραλίμνι, αλλά δεν τα έδωσαν σε αυτούς. «Επιάσαν τα κυνηγετικά από όλους τους χωρκανούς τότε και τα φύλαγε η Αστυνομία για κάθε ενδεχόμενο». Ο ίδιος δεν είχε δικό του όπλο και δεν του εκδόθηκε ταυτότητα «ειδικού αστυφύλακα». Ο λόγος είναι ότι λόγω της δουλειάς του κυκλοφορούσε στις τουρκικές συνοικίες της Αμμοχώστου και τον ήξεραν και έτσι δεν ήθελε να τον βρουν με όπλο πάνω του.

Για το πνεύμα της εποχής, ο κόσμος όλος ήθελε να πάει και ελάχιστοι φοβόντουσαν. Παρά ταύτα, διατηρούσε φιλικές σχέσεις με Τουρκοκύπριους γνωστούς του, εκτός από τον βασανιστή του.

Λαντ-ρόβερ με σειρήνα

Ο Κίκης Κωνσταντίνου τού είχε δώσει μια στρατιωτική σειρήνα, όπως αυτές της Πυροσβεστικής, ούτως ώστε σε έκτακτη περίπτωση να την ενεργοποιήσει στο λαντ-ρόβερ της δουλειάς για συναγερμό. Ένα παράδειγμα της συνεισφοράς του ως εθελοντή, ήταν αναγνώριση και ενημέρωση των ηγητόρων των εθελοντών, όπως του αγωνιστή δασκάλου Μάκη Μάρκου, για τις θέσεις των Τούρκων στο Βαρώσι.

*Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

(δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή της Κυριακής», 28/02/2021, στήλη «Άμυνας & Ασφάλειας Αφηγήματα»)

Υποστηρίξτε τη