Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσοι του Εντέρου (ΙΦΝΕ) (Ελκώδης κολίτιδα και νόσος Crohn)

Στην Κύπρο από επιδημιολογική μελέτη το 2003 αναφέρονται ποσοστά κοντά στο 10,3%, δηλαδή περίπου 75.000 άτομα με Διαβήτη.

Ο Σακχαρώδης Διαβήτης είναι χρόνια πάθηση, που οφείλεται είτε στην έλλειψη ινσουλίνης είτε στη διαταραχή της έκκρισής της.

Η ινσουλίνη είναι ορμόνη που παράγεται από τα β-κύτταρα του παγκρέατος, η οποία επιτρέπει στο σάκχαρο που κυκλοφορεί στο αίμα ιδιαίτερα μετά το φαγητό και την απορρόφησή του από το έντερο να εισέρχεται μέσα στα κύτταρα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πηγή ενέργειας.

Όταν υπάρχει έλλειψη ινσουλίνης (μερική ή πλήρης), το σάκχαρο στο αίμα ανεβαίνει σε επίπεδα υψηλότερα του φυσιολογικού και εμφανίζεται ο Διαβήτης.

Ο οργανισμός τότε για να συγκρατήσει την αύξηση αυτή αναγκάζεται να διώξει αρκετή ποσότητα σακχάρου στα ούρα τα οποία φυσιολογικά δεν περιέχουν καθόλου σάκχαρο.

Η είσοδος του τελευταίου στα ούρα, παρασύρει και κάποια ποσότητα νερού.

Έτσι προκαλείται πολυουρία και πολυδιψία, χαρακτηριστικά συμπτώματα του Διαβήτη. Επίσης ο οργανισμός χάνει θερμίδες με αποτέλεσμα την απώλεια βάρους, ιδιαίτερα όταν το σάκχαρο είναι πολύ υψηλό.

Υπάρχουν τέσσερις τύποι Διαβήτη, με τους τρεις πρώτους να είναι οι κύριοι:

  1. Διαβήτης Τύπου 1: Αυτός ο τύπος οφείλεται στην καταστροφή των β-κυττάρων που συνήθως οδηγεί σε απόλυτη έλλειψη ινσουλίνης και αφορά το 5-10% των ατόμων με Διαβήτη. Τα άτομα αυτά χρειάζονται εξωγενή χορήγηση ινσουλίνης.
  2. Διαβήτης Τύπου 2: Οφείλεται σε προοδευτική μείωση της έκκρισης της ινσουλίνης, μειωμένη δράση της ινσουλίνης στην περιφέρεια και αυξημένη παραγωγή και απελευθέρωση γλυκόζης από το ήπαρ. Αυτός ο τύπος περιλαμβάνει το 90% των ατόμων με Διαβήτη. Η συχνότητα του Διαβήτη Τύπου 2 λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις παγκοσμίως και αυτό οφείλεται στην επικράτηση του καθιστικού τρόπου ζωής, στην έλλειψη σωματικής δραστηριοτήτας, στην παχυσαρκία που αφορά το 80% των Διαβητικών τύπου 2 και τέλος στη γήρανση του πληθυσμού. Εδώ η αντιμετώπιση είναι δίαιτα, άσκηση και φαρμακευτική αγωγή.
  3. Διαβήτης της Κύησης. Ο τύπος αυτός Διαβήτη εμφανίζεται για πρώτη φορά στο β΄ή στο γ΄τρίμηνο της κύησης, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την έναρξη της κύησης δεν διαγιγνώσκεται η ύπαρξη επίσημου προϋπάρχοντος ΣΔ2 ή ΣΔ1.Οφείλεται σε διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων και η συχνότητά του κυμαίνεται περίπου στο 5-18% των κυήσεων.
  4. Ειδικοί Τύποι Διαβήτη.

Αν κάνουμε μιαν ανασκόπηση στον Άτλαντα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη (IDF), για τα επιδημιολογικά δεδομένα, θα δούμε ότι το 2019 είχαμε 463 εκατομμύρια άτομα με Διαβήτη και το 2045 αναμένεται αύξηση στα 700 εκατομμύρια άτομα.

Για την Ευρώπη αναμένεται αύξηση από 59 εκατομμύρια το 2019 στα 68 εκατομμύρια το 2045.

Στην Κύπρο από επιδημιολογική μελέτη το 2003 αναφέρονται ποσοστά κοντά στο 10,3%, δηλαδή περίπου 75.000 άτομα με Διαβήτη.

Η έγκαιρη διάγνωση του Διαβήτη και η αναγνώριση των συμπτωμάτων του είναι πολύ σημαντική για την άμεση αντιμετώπιση.

Η διάγνωση περιλαμβάνει τόσο τον εργαστηριακό έλεγχο όσο και την παρουσία συμπτωμάτων όπως είναι η πολυουρία, η πολυδιψία, η πολυφαγία και η απώλεια σωματικού βάρους .Τα συμπτώματα είναι πιο θορυβώδη με αιφνίδια έναρξη ειδικά στον Διαβήτη τύπου 1.

Όσο αφορά τώρα τον εργαστηριακό έλεγχο για την διάγνωση του Διαβήτη υπάρχουν τα εξείς κριτήρια:

  1. Γλυκόζη πλάσματος νηστείας ≥126 mg/dl
  2. Γλυκόζης πλάσματος 2 ωρών (κατά την δοκιμασία φόρτισης με γλυκόζη 75 γρ) ≥200 mg/dl
  3. Τυχαία μέτρηση γλυκόζης πλάσματος ≥200 mg/dl σε ασθενή με τυπικά συμπτώματα υπεργλυκαιμίας ή υπεργλυκαιμική κρίση
  4. HBA1c (Γλυκοζυλιωμένη Αιμοσφαιρίνη) ≥6.5% σύμφωνα με την ADA.

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν και κατηγορίες αυξημένου κινδύνου για ανάπτυξη Διαβήτη. Αυτή η κατάσταση ονομάζεται Προδιαβήτης.

Προδιαβητικά είναι τα άτομα που θα παρουσιάσουν διαταραγμένη γλυκόζη νηστείας 100-125 mg/dl (IFG) και διαταραγμένη ανοχή γλυκόζης, δηλ. γλυκόζη πλάσματος 2 ωρών κατά την δοκιμασία φόρτισης με γλυκόζη 75 γρ. 140-199 mg/dl (IGT).

Επίσης πρέπει να γνωρίζουμε ποια άτομα πρέπει να υποβάλλονται σε προσυμπτωματικό έλεγχο για Σακχαρώδη Διαβήτη. Αυτά είναι τα άτομα με τις πιο κάτω προϋποθέσεις:

  1. Ηλικία > 45 έτη
  2. Περιφέρεια μέσης > 102 cm (άνδρες) και > 88 cm (γυναίκες)
  3. Δείκτης μάζας σώματος > 30 kg/m2
  4. Οικογενειακό ιστορικό ΣΔ σε γονείς, αδέλφια, παιδιά
  5. Ιστορικό υπέρτασης ή καρδιαγγειακής νόσου
  6. Ιστορικό δυσλιπιδαιμίας (υψηλά τριγλυκερίδια, χαμηλή HDL)
  7. Ιστορικό Διαβήτη κύησης
  8. Γέννηση παιδιών με σωματικό βάρος > 4 kg
  9. Γυναίκες με σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών
  10. Λήψη φαρμάκων από εκείνα που προδιαθέτουν σε αύξηση της γλυκόζης αίματος (π.χ. κορτικοστεροειδή, αντιψυχωσικά).

Η πρόληψη στον Διαβήτη διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο. Για τον Διαβήτη τύπου 1 δεν υπάρχουν συγκεκριμένα μέτρα πρόληψης. Για τον Σακχαρώδη Διαβήτη τύπου 2 μπορούμε να συστήσουμε μέτρα πρόληψης, ιδιαίτερα στα άτομα που βρίσκονται στις ομάδες υψηλού κινδύνου.

To πιο σημαντικό βέβαια είναι να αναγνωρίσουμε τα άτομα αυξημένου κινδύνου ανάπτυξης Διαβήτη τύπου 2, έτσι ώστε να επιβραδύνουμε την εμφάνιση του ΣΔ2. Αυτά είναι τα προδιαβητικά άτομα, τα παχύσαρκα άτομα και αυτά με θετικό οικογενειακό ιστορικό.

Εδώ βάσει μελετών συγκεκριμένα προγράμματα υγιεινοδιαιτητικής παρέμβασης φαίνεται ότι αποδίδουν:

Δηλ. να μειωθεί το σωματικό βάρος κατά τουλάχιστον 5% εφόσον είναι αυξημένο,

να μειωθεί το ολικό λίπος σε <30% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης,

να μειωθεί το κεκορεσμένο λίπος σε <10% της ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης

και να αυξηθούν οι φυτικές ίνες τουλάχιστον 25-35g ημερησίως.

Επίσης σημαντική είναι η σωματική δραστηριότητα, η οποία πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 30 λεπτά μέτριας έντασης άσκησης ημερησίως, τουλάχιστον πέντε φορές την εβδομάδα.

Τέλος, τα άτομα αυξημένου κινδύνου εμφάνισης Διαβήτη πρέπει να τύχουν της ανάλογης εκπαίδευσης με στόχο την αλλαγή συμπεριφοράς, ώστε να υιοθετήσουν με επιτυχία τα προγράμματα πρόληψης.

Πρέπει να πούμε ότι η καλή ρύθμιση του σακχάρου του αίματος είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πρόληψης των επιπλοκών του Διαβήτη τόσο από τα μεγάλα αγγεία (Μακροαγγειακές δηλ. στεφανιαία νόσος, περιφερική αγγειακή νόσος, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) όσο και από τα μικρά αγγεία (Μικροαγγειακές δηλ. αμφιβληστροειδοπάθεια, νεφροπάθεια και νευροπάθεια).

H θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί να ποικίλλει, δηλ. διαιτητική προσέγγιση, θεραπεία με αντιδιαβητικά δισκία ή θεραπεία με ινσουλίνη μόνη ή σε συνδυασμό με δισκία.

Τελειώνοντας οφείλουμε να αναφέρουμε ότι μέσα από μελέτες πρόληψης του ΣΔ2 όπως η Diabetes Prevention Program (DPP) έδειξε ότι εντατικές παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, π.χ. απώλεια βάρους και αύξηση σωματικής δραστηριότητας μπορούν να μειώσουν την εμφάνιση του ΣΔ2 κατά 58% σε διάστημα 3 ετών, αρκετά ελπιδοφόρο για τα άτομα αυξημένου κινδύνου ανάπτυξης ΣΔ2.

*Παθολόγος - Διαβητολόγος

Υποστηρίξτε τη