Στηρίξτε την ποιοτική δημοσιογραφία

Το άνοιγμα των Βαρωσίων στην τουρκική στρατηγική στόχευση

Κατόπιν ανακοινώσεων του Τούρκου Προέδρου δια στόματος του κατοχικού ηγέτη Ερσίν Τατάρ, αναμένεται το «άνοιγμα» 3,5% της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων, τμήμα που αποχαρακτηρίζεται από στρατιωτική ζώνη σε οικιστική και βρίσκεται στα κατεχόμενα από τον τουρκικό στρατό εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καλούνται δε οι Ελληνοκύπριοι νόμιμοι ιδιοκτήτες της «ζώνης» αυτής, αφού αποταθούν στην ούτω καλούμενη «Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας» του κατοχικού καθεστώτος, να εγκατασταθούν εκεί υπό τουρκική διοίκηση.

Κατά ταύτα επιχειρείται από την Άγκυρα, αφενός η προβολή της νομιμοποίησης της κατοχής και, αφετέρου, η αποδοχή της αναγνώρισης της κυριαρχίας των «Τουρκοκυπρίων» από τους βιαίως εκτοπισθέντες νόμιμους κατοίκους της περιοχής. Το κομβικό σημείο σε αυτή την περίπτωση είναι η προσπάθεια ανάδειξης του ζητήματος ως μιας οικειοθελούς και ελευθέρα τη βουλήσει διαδικασίας ως προς την επίλυση υφιστάμενων διαφορών και συγκρουσιακών δεδομένων.

Ειδικότερα, η Τουρκία, αρχικά με την πρόσκληση προς τους Βαρωσιώτες επιχειρεί να διχάσει τον κυπριακό Ελληνισμό, προβάλλοντας κατά ταύτα στους πρόσφυγες την επιστροφή στα σπίτια τους ως δέλεαρ, καλλιεργώντας έτσι ένα διασπαστικό κλίμα, αρνητικό για την ενότητα του κυπριακού Ελληνισμού. Αυτό το σενάριο θα σήμαινε πως οι Έλληνες της Κύπρου και δη οι Βαρωσιώτες αποδέχονται την κατοχή και τα εγκλήματά της, υπακούοντας κατά ταύτα στα κελεύσματα της Άγκυρας.

Αναφορικά προς τον ρόλο του ΟΗΕ και της ΕΕ ως προς τη συζήτηση για το Κυπριακό Πρόβλημα, θα πρέπει να καταγραφεί εμφατικά πως τα Ηνωμένα Έθνη συνιστούν κατά κανόνα και εν τοις πράγμασι μόνο μία δομή συζητήσεων και έκδοσης ψηφισμάτων άνευ ουσιαστικών κυρώσεων για τον παραβάτη της διεθνούς νομιμότητας, όπως συμβαίνει εν προκειμένω με την Τουρκία. Το ενδεχόμενο κυρώσεων προς την Άγκυρα υφίσταται μεν, αλλά πρέπει να αποφασισθεί συνομολογούντων των μεγάλων δυνάμεων, μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας, όπερ και εξαιρετικά δυσχερές.

Το ίδιο θα ίσχυε και για την ΕΕ, η οποία δεν πρόκειται να παρέμβει αποφασιστικά, επιβάλλοντας ισχυρές κυρώσεις στην Άγκυρα, καθώς και πάλι δεν συμπίπτουν οι βουλήσεις των 27 κρατών - μελών, δεδομένων μάλιστα των συμφερόντων που έχουν επιμέρους κράτη με την Τουρκία, της Γερμανίας προεξαρχούσης. Αυτό που κατά τα αναμενόμενα επέρχεται είναι να κληθούν από την ΕΕ τα ενδιαφερόμενα μέρη να επιδείξουν αυτοσυγκράτηση και να συνομιλήσουν, όπερ και σημαίνει ουσιαστικά άφεση αμαρτιών προς τον αδικοπραγούντα.

Ως προς τους βηματισμούς των ΗΠΑ σε σχέση με τις πρόσφατες τουρκικές ενέργειες, επισημαίνεται πως η επιβολή μικρότερων ή μεγαλύτερων κυρώσεων θα μπορούσε να διαφανεί ως ενδεχόμενο, εάν και εφόσον, πέραν της ενεργοποίησης και συστηματικής κινητοποίησης του ελληνικού λόμπι από τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου, αξιοποιείτο εκ παραλλήλου και το εβραϊκό και αρμενικό λόμπι, αντίστοιχα, ως μοχλοί πίεσης, δεδομένης της κοινής απειλής με την μεν Αρμενία αφενός, αλλά και των εξαιρετικά δύσκολων σημερινών σχέσεων μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας.

Κατ’ ακολουθίαν του ανωτέρω σκεπτικού, επισημαίνεται πως, ενώ ο ρόλος της Ελλάδας θα έπρεπε να είναι εκείνος του επικεφαλής του αγώνα για αποκατάσταση της διεθνούς νομιμότητας, όπερ και δεν συμβαίνει, αφήνεται η πρωτοβουλία στην Κύπρο, η οποία δεν διαθέτει τους στρατιωτικούς και άλλους μηχανισμούς για να αντιστρέψει την πορεία τουρκοποίησής της, συνθήκη που εμπεδώνεται κατά τρόπο σταδιακό, με την περίπτωση των Βαρωσίων να συνιστά όψιμη έκφραση της ανωτέρω εκδοχής.

Υπογραμμίζεται πως μόνον εάν η Τουρκία υποστεί ισχυρό κόστος για τις πράξεις της και δη οικονομικό, γεωπολιτικό, στρατηγικό, θα μπορούσε να υποχρεωθεί σε αναπροσαρμογή της στάσης της. Υπενθυμίζεται εν προκειμένω πως το εμπάργκο όπλων που επεβλήθη από τις ΗΠΑ στην Τουρκία το 1975, κατόπιν ισχυρής κινητοποίησης του ελληνοαμερικανικού λόμπι και το οποίο εσφαλμένως ήρθη πρόωρα, οδήγησε το τουρκικό πολιτικό σύστημα στα όρια της κατάρρευσης.

Συμπερασματικά και με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στα Βαρώσια, οι σχεδόν πέντε δεκαετίες που έχουν παρέλθει της εισβολής καταδεικνύουν πως το υφιστάμενο πλαίσιο συνομιλιών και η επίκληση των αρχών του διεθνούς δικαίου χωρίς την αντίστοιχη προβολή αποτρεπτικής ισχύος, δεν έχουν οδηγήσει σε καμία τουρκική υποχώρηση. Αντιθέτως, η Άγκυρα εμφανίζεται να έχει αποθρασυνθεί, ακριβώς γιατί θεωρεί πως διατηρεί το στρατηγικό πλεονέκτημα και την πρωτοβουλία κινήσεων στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο, έχοντας εμπεδώσει την αντίληψη πως Ελλάδα και Κύπρος κινούνται μόνο σε διπλωματικό επίπεδο, πλαίσιο το οποίο δεν προκαλεί απαραιτήτως κόστος στην ίδια.

Υποστηρίξτε τη