Μπλέκονται με τις Προεδρικές οι Αρχιεπισκοπικές Εκλογές

Οι στρατηγικές κινήσεις κομμάτων και προεδρικών υποψηφίων για τις Αρχιεπισκοπικές Εκλογές

Η σύντομη παύση των εργασιών των υποψηφίων για τις Προεδρικές Εκλογές, λόγω της κοίμησης του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου, ή, καλύτερα, η αναπροσαρμογή των δημόσιων επαφών τους, βρήκε τα επιτελεία να τρέχουν να προλάβουν το βεβαρημένο πρόγραμμά τους, καθώς γνωρίζουν πολύ καλά πως ο χρόνος έχει περιοριστεί σημαντικά. Μάλιστα, συνειδητοποίησαν πως η επικείμενη εκκλησιαστική εκλογική διαδικασία δύναται να επηρεάσει σε κάποιο βαθμό το αποτέλεσμα των Προεδρικών και, ως εκ τούτου, οι υπολογισμοί και τα σχέδια επί χάρτου δίνουν και παίρνουν.

Στην εξίσωση λοιπόν και ο παράγοντας Αρχιεπισκοπικές Εκλογές, με τον πονοκέφαλο να διπλασιάζεται και το στοίχημα να είναι το εξής: Πώς θα κεφαλαιοποιηθούν στον μέγιστο βαθμό οι εκλογές που θα προηγηθούν ή, τουλάχιστον, πώς θα περιοριστούν στο ελάχιστο οι απώλειες από αυτό το απροσδόκητο γεγονός. Κι αυτό γιατί μπορεί τον τελευταίο μήνα να ήταν κατά κάποιον τρόπο αναμενόμενο συμβάν, ωστόσο, δεν ήταν σε καμία περίπτωση στον αρχικό προγραμματισμό των υποψηφίων.

Οι επιλογές των προεδρικών υποψηφίων και των κομμάτων που τους στηρίζουν, σε σχέση με τις Αρχιεπισκοπικές Εκλογές, είναι τρεις:

1) Να κινηθούν διακριτικά και να μην τοποθετηθούν υπέρ ή κατά κανενός, δίνοντας, ωστόσο, τη δυνατότητα στα μέλη και στελέχη τους να ψηφίσουν αλλά και να εμπλακούν κατά συνείδησιν. Σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να υπάρξει πολύ προσεκτική διαχείριση στη δημόσια εμπλοκή ή στήριξη υψηλά ιστάμενων στελεχών ή τοπικών/κοινοβουλευτικών αξιωματούχων προς συγκεκριμένους Ιεράρχες. Αυτό που θέλουν να αποφύγουν, είναι η ισχυρή και απόλυτη ταύτιση, αφού στόχος είναι να αλιεύσουν ψήφους από τα επιτελεία και τους υποστηρικτές όλων των Ιεραρχών. Η διασπορά στελεχών των προεδρικών επιτελείων σε διάφορα επιτελεία Ιεραρχών μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως μηχανισμός προσέγγισης πολιτών που, υπό άλλες προϋποθέσεις, δεν θα ήταν δυνατή η προσέγγισή τους. Ήδη, πάντως, οι πρώτοι ψίθυροι άρχισαν να εντείνονται, ενώ, λόγω της υπερκομματικής φύσης των Αρχιεπισκοπικών Εκλογών, βρέθηκαν και θα βρεθούν στο ίδιο στρατόπεδο πρόσωπα και πολιτευτές από ένα ετερόκλητο συνονθύλευμα, πολλοί εξ αυτών με εκ διαμέτρου αντίθετες επιλογές στο μετερίζι των Προεδρικών.

2) Να υποστηρίξουν συγκεκριμένο Ιεράρχη. Σε αυτήν την περίπτωση θα είναι έντονη η ταύτιση των προγραμματικών θέσεων και πολιτικών των δύο υποψηφίων. Την επιλογή αυτή έκανε ο ανεξάρτητος υποψήφιος Χριστόδουλος Πρωτοπαπάς στηρίζοντας τον Μητροπολίτη Μόρφου Νεόφυτο από τη θέση του Επικεφαλής του επιτελείου, κάτι το οποίο, ιδίως σε ένα κοινό που δεν γνώριζε την προσωπική σχέση των δύο ανδρών, φάνηκε περίεργο. Κι αυτό γιατί ο πρώτος προσέδιδε στην υποψηφιότητά του δύο στοιχεία: Την επαγγελματική και προσωπική του σχέση με την τεχνολογία, αλλά και την άριστη ικανότητά του στο επιχειρείν. Δύο χαρακτηριστικά, που στην αντίληψη της μεγάλης πλειοψηφίας των θρησκευομένων έχουν δομικές αντιθέσεις με την Εκκλησία και την Ορθόδοξη Θεολογία, πόσω μάλλον με τον Μητροπολίτη Νεόφυτο. Με τον δεύτερο, να θεωρείται από τους πιο συντηρητικούς και δυσπροσάρμοστους κληρικούς και με ένα κοινό αρκετά καχύποπτό και προσκολλημένο σε μιαν άκαμπτη αντίληψη για τη θρησκευτικότητα και τη σχέση της «νέας τάξης πραγμάτων» με την τεχνολογική/ιατρική πρόοδο και την υπέρμετρη επιχειρηματικότητα και συσσώρευση κερδών. Σε κάθε περίπτωση, η δημοτικότητα του Αγίου Μόρφου είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από αυτήν του εκπροσώπου του, κάτι που λογικά θα προσθέσει στον κ. Πρωτοπαπά και θα αφαιρέσει στον Μητροπολίτη.

3) Να τηρήσουν δημόσια διακριτική στάση, αλλά στην πράξη να λειτουργήσουν υπέρ ενός ή δύο υποψηφίων. Το σιγοντάρισμα ενός υποψηφίου αναμένεται να συμβεί, κυρίως, όταν επιλεχθεί το «τριπρόσωπο» και η απόφαση θα περάσει στα χέρια της Ιεράς Συνόδου. Ήδη, οι παρασκηνιακές διεργασίες, όπως πληροφορείται η «Σημερινή», δίνουν και παίρνουν, με τα επιτελεία Ιεραρχών και υποψηφίων για τις Προεδρικές να μετρούν κουκκιά και να μελετούν τρόπους, με τους οποίους θα αναδιατάξουν ή θα διατηρήσουν το υφιστάμενο ισοζύγιο δυνάμεων εντός της Συνόδου. Αξίζει να σημειωθεί πως, πέραν των παρεμβάσεων σε Συνοδικό Επίπεδο και σε επιρροή Ιεραρχών, το παιχνίδι θα συνεχίσει να παίζεται στον λαό. Αφενός, οι όποιες αποφάσεις των Ιεραρχών διαμεσολαβούνται και από το κυρίαρχο λαϊκό αίσθημα και από τον τρόπο με τον οποίο αναμένεται οι πιστοί να κινηθούν πριν από και μετά την απόφαση της Συνόδου. Ήδη, ο Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος έδωσε το στίγμα των προθέσεών του, αναφέροντας ότι δεν πρέπει να μηδενίζεται η ετυμηγορία του λαού. Ως εκ τούτου, οι διεκδικητές του Προεδρικού θώκου θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί με την απόφασή τους, ανοικτή ή σιωπηρή.

Στην εξίσωση και το αύριο των Αρχιεπισκοπικών

Σε κάθε περίπτωση, κόμματα και προεδρικοί υποψήφιοι σκέφτονται και πράττουν, λαμβάνοντας υπόψη και την αντίθετη οπτική. Το πώς θα δράσει ο εκλεκτός ή οι εκλεκτοί τους, μετά το αποτέλεσμα των Αρχιεπισκοπικών. Η θεωρητική απόσταση που διακηρύττουν τα κόμματα ότι κρατούν, δεν σημαίνει πως θα εφαρμοστεί και από τους Ιεράρχες. Εξέχουσα θέση στις αποφάσεις των πολιτών και μια θεματική που άπτεται τόσο του Πολιτικού, όσο και του Εκκλησιαστικού, είναι οι σχέσεις Κράτους - Εκκλησίας και το αν θα υπάρχει διάκριση ή όχι. Μια θέση που έχει βαθύτερα πολιτικά, θεολογικά και εθνολογικά υπόβαθρα και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις των πιστών, καθώς αντικατοπτρίζει συνολικά το ιδεολογικό/πολιτικό/ταυτοτικό πλαίσιο όπου κινείται ο κάθε Ιεράρχης. Κι αυτό γιατί αντανακλά στα υπαρξιακά αξιολογικά κριτήρια του λαού, στην ιστορικότητα του θεσμού και στην προτεραιοποίηση που δίνει μια εθνική κοινότητα διαχρονικά στη θρησκεία. Πόσω μάλλον στο εθνικό πλαίσιο του Ελληνισμού, όπου η Ορθοδοξία θεωρείται ως πρωτεύον ποιοτικό χαρακτηριστικό συγκρότησης του συλλογικού εαυτού και, παράλληλα, σε ένα υπό κατοχή νησί, με έντονο το θρησκευτικό στοιχείο στη διένεξη, αλλά και ως παράγοντας για την πιθανή πολιτική και πολιτειακή λύση.