Ελλιπής η προστασία των θυμάτων βίας
Κλειδί στην εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, ώστε να υπάρχει αποτελεσματική προστασία των θυμάτων, θα αποτελέσει η σύσταση του Συντονιστικού Φορέα για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών, καθώς και η αναθεώρηση των πρωτοκόλλων χειρισμού τέτοιου είδους υποθέσεων - Σε εξέλιξη έρευνα με στόχο τη λήψη διορθωτικών μέτρων με αφορμή την υπόθεση της 19χρονης Βρετανίδας
Ελλείψεις όσον αφορά την εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, και της νομοθεσίας που απορρέει από αυτήν, μελετώνται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με στόχο να ληφθούν τα απαραίτητα διορθωτικά μέτρα, ούτως ώστε να παρέχεται αποτελεσματική προστασία στα θύματα. Τη μη εφαρμογή της Σύμβασης έθιξαν οι βουλευτές μέλη της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά την τελευταία συνεδρία τους, όπου θέμα συζήτησης ήταν τα πρωτόκολλα όσον αφορά καταγγελίες για έμφυλη βία. Αφορμή της συζήτησης στάθηκε η πρόσφατη ανατροπή από το Ανώτατο Δικαστήριο της καταδίκης 19χρονης Βρετανίδας για ψευδή καταγγελία βιασμού της από ομάδα Ισραηλινών τουριστών, το καλοκαίρι του 2019. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το δικαστήριο στις 31 Ιανουαρίου 2022 αθώωσε τη νεαρή γυναίκα, αφού έκρινε ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Με την εν λόγω υπόθεση δοκιμάστηκαν για πρώτη φορά οι αρχές όσον αφορά την υλοποίηση της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, με τους βουλευτές να δηλώνουν ότι το σύστημα απέτυχε, εντοπίζοντας κενά στα πρωτόκολλα και διαπιστώνοντας ότι ένα χρόνο μετά την ψήφιση της σχετικής νομοθεσίας, ακόμη δεν έχει διοριστεί ο Συντονιστικός Φορέας για τη διαχείριση της Σύμβασης, άρα δεν μπορεί να εφαρμοστεί.
Το ιστορικό της Σύμβασης στην Κύπρο
Η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, γνωστή ως η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, υιοθετήθηκε το 2011 στην Κωνσταντινούπολη - εξ ου και το όνομα. Τέθηκε σε ισχύ το 2014 και υπογράφτηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2017. Η Κύπρος την υπέγραψε το 2015. Η υπογραφή της ήταν αποτέλεσμα ενδελεχούς μελέτης, που έγινε από τεχνική επιτροπή, η οποία συγκροτήθηκε το 2013 με πρωτοβουλία του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης, Ιωνά Νικολάου, αφού υπήρχαν ενστάσεις στην υπογραφή της λόγω του οικονομικού κόστους. Ακολούθως, μετά από δύο χρόνια μελετών, διαβουλεύσεων και νομοθετικών δράσεων που αναπτύχθηκαν, η Κύπρος προχώρησε στην κύρωσή της με νόμο το 2017, με τον Ιωνά Νικολάου να την χαρακτηρίζει ως «την πιο σημαντική σύμβαση που έχει ετοιμαστεί για σκοπούς προστασίας από τη βία κατά των γυναικών».
Σε δηλώσεις του στη «Σ» ο κ. Νικολάου ανέφερε πως με την κύρωσή της με νόμο η Σύμβαση έχει θεσμική εφαρμογή και στην Κύπρο. Στο πλαίσιο της Σύμβασης, όπως είπε, το 2016 ο ίδιος είχε αναθέσει σε Μη Κυβερνητική Οργάνωση «την ετοιμασία ενός νομοσχεδίου που να καθορίζει τα αδικήματα κατά των γυναικών και να τους προσδίδει μία αυξημένη βαρύτητα. Το προσχέδιο του νομοσχεδίου ετοιμάστηκε από την κυρία Αναστασία Παπαδοπούλου. Εμείς το διαμορφώσαμε και το στείλαμε στη Νομική Υπηρεσία, η οποία άρχισε να το επεξεργάζεται, ωστόσο μετά το τέλος της θητείας μου υπήρξε γνωμάτευση ότι δεν θα προχωρήσει το νομοσχέδιο». Επιπρόσθετα, όπως είπε, το 2017, στο πλαίσιο της Σύμβασης, «ετοιμάσαμε ένα άλλο νομοσχέδιο που αφορούσε το stalking, το οποίο κατατέθηκε και συζητήθηκε στη Βουλή και ενόσω ήμουν Υπουργός προχωρούσε για να ψηφιστεί. Αλλά τελικά όταν έφυγα φαίνεται ότι ο Δικηγορικός Σύλλογος προσπάθησε να εισαγάγει, εκτός από τις ποινικές διατάξεις που προνοούσαμε, και τη δυνατότητα για ειδικές διατάξεις που αφορούν τις αστικές ευθύνες, κάτι που -σύμφωνα με τη δική μας προσέγγιση- θα μπορούσε να γίνει ξεχωριστά με βάση τον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο και έκτοτε το νομοσχέδιο παραμένει στη Βουλή. Ήταν μία εκ των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τη Σύμβαση, όμως, δυστυχώς, δεν προχώρησε», συμπλήρωσε ο κ. Νικολάου.
Με την υπογραφή της Σύμβασης, συνέχισε, «η δική μου η θέση ήταν ότι θα έπρεπε να αρχίσει η σταδιακή υλοποίησή της δημιουργώντας το νομοθετικό πλαίσιο αλλά παράλληλα λαμβάνοντας και κάποια επιπρόσθετα μέτρα, όπως ήταν η 24ωρη τηλεφωνική γραμμή που λειτουργούσε με χρηματοδότηση του Υπουργείου Δικαιοσύνης για σκοπούς trafficking στο πλαίσιο της βίας κατά των γυναικών. Όπως επίσης έγινε η συνεργασία με το ΣΠΑΒΟ, το οποίο διαχειριζόταν το Σπίτι της Γυναίκας στην Αγλαντζιά. Περαιτέρω, τότε έγινε και η μελέτη για την άρση της διαφορετικότητας στα κείμενα, στο πλαίσιο της Σύμβασης, για να μη θεωρείται ότι υπάρχει υποτίμηση της γυναίκας».
Η νομοθεσία του 2021
Σύμφωνα με τη Σύμβαση, τα συμβαλλόμενα κράτη καλούνται να λάβουν μέτρα προστασίας όλων των θυμάτων βίας κατά των γυναικών και να αναβαθμίσουν το νομοθετικό τους πλαίσιο προς αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και προς εξάλειψη των έμφυλων διακρίσεων. Και αυτό ακριβώς έπραξε η χώρα μας τον Απρίλιο του 2021, με την ψήφιση του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας Νόμου.
Ο εν λόγω νόμος, που εναρμονίζεται πλήρως με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, ήρθε με σκοπό να δώσει μια νομική ομπρέλα προστασίας στα θύματα. Με την ψήφισή του έγινε καθορισμός αδικημάτων βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και ρυθμίστηκε η πρόληψη, η καταστολή και η καταπολέμησή τους, η προστασία των γυναικών από κάθε μορφής βία και η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας. Περαιτέρω, η νομοθεσία προωθεί την ουσιαστική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, αφού προνοεί τον σχεδιασμό πολιτικών και μέτρων για την προστασία και στήριξη όλων των θυμάτων, την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας με στόχο την εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και την παροχή υποστήριξης και βοήθειας σε οργανισμούς και εμπλεκόμενες υπηρεσίες για αποτελεσματική συνεργασία, με απώτερο στόχο την υιοθέτηση μίας ολοκληρωμένης προσέγγισης του όλου θέματος. Στο πλαίσιο αυτό, ο νόμος προνοεί τη δημιουργία του Εθνικού Συντονιστικού Φορέα για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών, ρόλος του οποίου είναι η πρόληψη, η ενημέρωση και ο συντονισμός όλων των εμπλεκόμενων φορέων είτε αυτοί αφορούν το Υπουργείο Υγείας είτε το Υπουργείο Δικαιοσύνης είτε την Αστυνομία είτε άλλους φορείς, έτσι ώστε αυτά τα περιστατικά να εντοπίζονται, να υπάρχει και διακρατική συνεργασία, ούτως ώστε να υπάρχουν όλα τα στοιχεία, διεθνώς, για να μπορούμε να ανταποκριθούμε και εδώ στην Κύπρο με τον καλύτερο τρόπο.
«Ακέραιη η Σύμβαση στο κυπριακό Δίκαιο»
Όπως δήλωσε στη «Σ» η νομικός και τέως Υπουργός Δικαιοσύνης, Έμιλυ Γιολίτη, επί θητείας της οποίας ψηφίστηκε η σχετική νομοθεσία πριν από ένα χρόνο, θέση του Υπουργείου αλλά και της ίδιας τότε ήταν η Σύμβαση να ενσωματωθεί ακέραιη στο κυπριακό Δίκαιο και όχι τμηματικά, ούτως ώστε να έχουμε ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο πλαίσιο, που να προστατεύει αποτελεσματικά τις γυναίκες και να δίνει τη δυνατότητα στενότερων συνεργασιών με άλλες χώρες που έχουν υιοθετήσει τη Σύμβαση. «Είναι μία δήλωση ουσίας το γεγονός ότι έχουμε συνεκτικά ολόκληρη τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης υιοθετημένη στην Κύπρο ξεχωριστά ως νομοθέτημα, αλλά και ένα πολιτικό μήνυμα προς τους άλλους συνυπογράφοντες της Σύμβασης ότι η χώρα μας παίρνει πολύ σοβαρά αυτά τα ζητήματα», πρόσθεσε.
Άρα, εξήγησε, «αυτό που κάναμε ήταν να εκσυγχρονίσουμε τα αδικήματα που υπήρχαν στον ποινικό κώδικα, ενώ φέραμε νέα αδικήματα όπως η οικονομική βία, τα οποία υπάρχουν στη Σύμβαση αλλά δεν τα είχαμε στη δική μας νομοθεσία». Περαιτέρω, όπως είπε, «ετοιμάσαμε μία πρόταση για την αύξηση των ποινών που ήταν πολύ χαμηλές στο κυπριακό Δίκαιο και χρήζουν αναθεώρησης. Για παράδειγμα, η ποινή για παρενόχληση μίας γυναίκας με νοητική υστέρηση ήταν τρία χρόνια και εισήγησή μας ήταν ότι έπρεπε να αυξηθεί στα 12 χρόνια».
Σημαντική η σύσταση του Φορέα
Ένα σημαντικό κομμάτι, σύμφωνα με την ίδια, είναι η σύσταση του συντονιστικού φορέα, ο οποίος -όπως διαπιστώθηκε και στη συζήτηση στη Βουλή- δεν έγινε πράξη μέχρι στιγμής. Όπως μας είπε η κ. Γιολίτη, «είναι σημαντικό να δημιουργηθεί ένας φορέας που να παρακολουθεί τις δράσεις που αφορούν την πρόληψη σε όλα τα στάδια». Για παράδειγμα, όπως είπε, το Σπίτι της Γυναίκας, το οποίο είναι μία δράση που χρειάζεται τη στήριξη του συντονιστικού φορέα, εδώ και πολύ καιρό είναι σε πιλοτική φάση και πρέπει να λειτουργήσει κανονικά, ώστε στη συνέχεια να έχουμε Σπίτια και στις άλλες επαρχίες.
Όπως εξήγησε η κ. Γιολίτη, ακόμα και να είχε εγκαθιδρυθεί ο φορέας, θα πάρει καιρό για να μπορέσουν να ιδρυθούν όλα τα παρεμφερή και να υπάρξει εκπαίδευση στη διαχείριση τέτοιων θεμάτων. Ο φορέας, συμπλήρωσε, μιλά για πρόληψη και θα έχει τον συντονιστικό ρόλο σε κάθε υπηρεσία για να μπορέσει να πάρει εκείνες τις δράσεις που να παρακολουθούν ότι κάνει σωστά τη δουλειά της η Σύμβαση. «Ο συντονιστικός φορέας δεν πρέπει να μείνει στο γενικό και αόριστο. Θα πρέπει να συγκροτηθεί ως Σώμα, να συνέλθει και να συγκεκριμενοποιήσει τα πράγματα, τα οποία θα παρακολουθεί. Κάτι που θέλει χρόνο», συνέχισε.
Σε ερώτηση σχετικά με τα βήματα που πρέπει να γίνουν για να προστατεύονται αποτελεσματικά τα θύματα, η κ. Γιολίτη ανέφερε πως, πέραν της σύστασης του Φορέα, «πρέπει να τύχει αναθεώρησης ο ποινικός κώδικας για τις ποινές και να γίνουν κάποιες αλλαγές, ώστε να συνάδουν τα αδικήματα μέσα στη Σύμβαση και για θύματα που είναι αγόρια και άντρες για να μην υπάρχει διάκριση μεταξύ των φύλων. Γιατί η Σύμβαση μιλά για την έμφυλη βία εναντίον των γυναικών, αλλά είχαμε πει από τότε ότι και η παρενόχληση ενός αγοριού ή ενός ενήλικου άνδρα πρέπει να καθρεφτίζεται με τις ανάλογες ποινές μέσα στον ποινικό μας κώδικα. Δεν είναι αρκετό το ότι κυρώσαμε τη Σύμβαση της Κων/νουπολης».
Αξίζει να σημειωθεί ότι, επί θητείας της τέως Υπουργού, πέρα από την ψήφιση της νομοθεσίας, διορίστηκαν ειδικά κλιμάκια της Αστυνομίας σε κάθε επαρχία για να χειρίζονται αυτού του είδους τις υποθέσεις οικογενειακής βίας, ούτως ώστε να είναι καταρτισμένα τα άτομα τα οποία αναλαμβάνουν τις καταθέσεις και να μπορούν να παραπέμπουν τα θύματα σωστά, όπως στο Σπίτι του Παιδιού ή στο Σπίτι της Γυναίκας.
Έρευνα για εντοπισμό κενών και ελλείψεων
Εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο επικεφαλής του τομέα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Άριστος Τσιάρτας, μίλησε στη «Σ» για την υπόθεση της 19χρονης Βρετανίδας και ερωτηθείς εάν εντοπίστηκαν κενά στην εφαρμογή του νόμου που απορρέει από τη Σύμβαση, ανέφερε πως κεντρικός πυλώνας της σύμβασης και ειδικά σε αυτήν την υπόθεση ήταν η μεταχείριση του θύματος. Υπό την έννοια αυτή, πρόσθεσε, η Υπουργός έδωσε οδηγίες στην Αστυνομία να μελετηθεί σε βάθος σε όλες της τις πτυχές η υπόθεση και εκεί όπου υπάρχουν κενά ή ελλείψεις να ενημερωθεί, ώστε αν πρέπει να βελτιωθούν οι υφιστάμενοι τρόποι διαχείρισης των υποθέσεων, να ληφθούν τα κατάλληλα διορθωτικά μέτρα. Αυτό που χρειάζεται να γίνει, όπως είπε, είναι τα θύματα να τυγχάνουν χειρισμού υπό συνθήκες ασφάλειας, εμπιστευτικότητας, σεβασμού της ιδιωτικότητάς τους και, κυρίως, να γίνεται μία διερεύνηση λαμβάνοντας υπόψη την έμφυλη διάσταση και την αποτροπή των κινδύνων επαναθυματοποίησης. «Αυτές άλλωστε είναι οι αρχές της Σύμβασης της Κων/νούπολης. Είμαστε σε διαβούλευση με την Αστυνομία. Οι οδηγίες της Υπουργού είναι να ξαναδούν τα πρωτόκολλα κι εκεί όπου υπάρχουν προβλήματα που δεν συνάδουν ούτε με τον νόμο ούτε με τη Σύμβαση θα πρέπει να αναδιατυπωθούν και να εναρμονιστούν», τόνισε.
Πάει Υπουργικό ο Φορέας
Περαιτέρω, ερωτηθείς για τη Σύσταση του Συντονιστικού Φορέα για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών που εκκρεμεί, ανέφερε πως είναι θέμα ημερών ο διορισμός του. «Είμαστε έτοιμοι. Υπάρχει το κτήριο, όπως και η υλικοτεχνική υποδομή, ενώ όπως πληροφορούμαι είναι έτοιμο και το προσωπικό. Οπότε αρχές Μαρτίου θα πάμε Υπουργικό με την Πρόταση της Υπουργού για διορισμό του Φορέα, ο οποίος θα έχει την ευθύνη για να εποπτεύει την εφαρμογή της Σύμβασης», πρόσθεσε.
Τέλος, κληθείς να αναφέρει τι άλλα βήματα πρέπει να γίνουν, ώστε να εφαρμόζεται πλήρως η νομοθεσία και η Σύμβαση της Κων/νούπολης, ο κ. Τσιάρτας είπε πως η εφαρμοστικότητά της είναι το μεγάλο ζητούμενο. Η Σύμβαση, εξήγησε, έχει τέσσερεις πυλώνες: την πρόληψη, την προστασία του θύματος, τη δίωξη και τη συντονισμένη δράση, οι οποίοι αποτελούν πια μέρος του ποινικού μας συστήματος. «Η πρόκληση είναι η εφαρμογή, που εξαρτάται από τις αρμόδιες υπηρεσίες, τις Αρχές, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, φορείς, οργανισμούς. Σε όλους τους τομείς χρειάζεται πια ενεργοποίηση για την εφαρμογή των ρυθμίσεων στην πράξη, τόσο στο επίπεδο της πρόληψης, της ευαισθητοποίησης, της δίωξης και της προστασίας των θυμάτων», κατέληξε.
Ανύπαρκτα πρωτόκολλα
Στην ανυπαρξία πρωτοκόλλων, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των θυμάτων σε αυτές τις περιπτώσεις, στάθηκε σε δηλώσεις της στη «Σ» η Πρόεδρος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βουλευτής του ΑΚΕΛ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου. Κληθείσα να σχολιάσει την καθυστέρηση που παρατηρείται στην εφαρμογή της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, ανέφερε πως δεν διορίστηκε συντονιστικός φορέας, αλλά -όπως πρόσθεσε- η Υπουργός τη διαβεβαίωσε ότι προχωρεί άμεσα με αυτό το ζήτημα.
Ερωτηθείσα εάν θα ήταν προστατευμένο το θύμα στην περίπτωση της 19χρονης Βρετανίδας εάν εφαρμόζονταν οι πρόνοιες της Σύμβασης και η σχετική νομοθεσία, είπε πως «το πρόβλημα δεν είναι η Σύμβαση. Το πρόβλημα είναι ότι συνέχεια αναφέρονται σε πρωτόκολλα. Συνέχεια διαβεβαιώνουν ότι εκπαιδεύουν τους αστυνομικούς. Όμως, φάνηκε από την όλη διαχείριση στην περίπτωση της 19χρονης Βρετανίδας, ότι αυτά είναι σε ρητορικό επίπεδο στις εμφανίσεις στο Κοινοβούλιο και ότι, όταν κληθούν να τα εφαρμόσουν, δεν υπάρχουν αυτά τα πρωτόκολλα». «Αιτιολόγησαν το γεγονός ότι άρχισαν να εφαρμόζονται πριν από ένα χρόνο, δηλαδή δύο χρόνια μετά το περιστατικό. Λυπάμαι, αλλά τις διαβεβαιώσεις τις παίρναμε από το 2018», πρόσθεσε.
«Επιπλέον», συνέχισε, «δεν μας είπε η Αστυνομία γιατί δεν ερεύνησε τη διαρροή του βίντεο, δεν μας είπε τι έρευνα έκανε για την όλη διαχείριση από τον επικεφαλής των ανακριτών -για τον οποίο από το δίκτυο γυναικών στη διάρκεια της συνεδρίασης υπήρξαν και άλλες καταγγελίες ότι υπήρξαν υποθέσεις που χειρίστηκε με πολύ αρνητικά αποτελέσματα και περιμένουμε γραπτή απάντηση από την Αστυνομία γι’ αυτό το ζήτημα- και μετά είναι και το θέμα των δικαστών». Δηλαδή, συμπλήρωσε, για τον ίδιο δικαστή -πάλι από το δίκτυο γυναικών- έγινε καταγγελία ότι στις αποφάσεις του διακρίνεται από προκαταλήψεις, από στερεότυπα στον τρόπο που εκδίδει αποφάσεις. «Τι γίνεται με την εκπαίδευση των δικαστών; Τι γίνεται με την απαραίτητη γνώση που πρέπει να έχουν στη διαχείριση τέτοιων θεμάτων;», διερωτήθηκε και τόνισε πως «δεν μπορεί ένα θύμα trafficking, για παράδειγμα, να το μειώνεις στην απόφαση. Το θύμα trafficking είναι θύμα trafficking!».
Η κ. Χαραλαμπίδου εξήγησε πως δεν υπάρχουν νομοθετικά προβλήματα ή κενά, προσθέτοντας ότι «το θέμα είναι ότι πρέπει να υπάρχουν πρωτόκολλα». «Για παράδειγμα, καλέσαμε τον ΟΚΥπΥ και ήταν ξεκάθαρο πάνω στην ατζέντα μας ότι το θέμα μας ήταν τα πρωτόκολλα εφαρμογής σε περιπτώσεις βιασμού. Θέλαμε να μάθουμε τι γίνεται εάν ένα θύμα βιασμού παρουσιαστεί στις Πρώτες Βοήθειες. Δεν μάθαμε. Δεν μας έστειλαν κανέναν εκπρόσωπο γι’ αυτό το θέμα. Μας έστειλαν την εκπρόσωπο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, που είναι άλλος ο ρόλος τους σε αυτές τις περιπτώσεις. Διερωτώμαι καμιά φορά εάν έχουν αντίληψη οι αρμόδιοι για τι είδους πρωτόκολλα μιλάμε», είπε.
Άρα, τόνισε, δεν είναι θέμα νομοθεσιών. «Αυτά είναι δράσεις που πρέπει να γίνονται. Τα πρωτόκολλα αυτά είναι διεθνείς πρακτικές που εφαρμόζονται από τους εμπλεκομένους που έρχονται σε πρώτη επαφή με το θύμα. Για παράδειγμα, εμφανίζεται ένα θύμα στις Πρώτες Βοήθειες και καταγγέλλει βιασμό. Ποιες είναι οι διαδικασίες στη συνέχεια; Πώς προστατεύονται τα στοιχεία που μπορεί να κουβαλά στο σώμα της; Μετά πώς δίνει την κατάθεσή της; Ποιοι έρχονται σε επαφή μαζί της; Γιατί δεν οπτικογραφούνται οι καταθέσεις; Αυτά είναι τα λεγόμενα πρωτόκολλα», εξήγησε. «Και είναι με μεγάλη έκπληξη που άκουσα ότι μέχρι πριν από ένα χρόνο και μέχρι το 2019 δεν υπήρχαν αυτού του είδους οι προσεγγίσεις και τα πρωτόκολλα», είπε.
Τέλος, σε ερώτημα εάν θα επανέλθει με νέα συνεδρία επί του θέματος η Επιτροπή, η κ. Χαραλαμπίδου ανέφερε πως αναμένουν γραπτώς τις απαντήσεις της Αστυνομίας. «Εμείς ρωτήσαμε να μάθουμε για το πόσα θύματα βιασμού υπήρξαν, πόσες περιπτώσεις έφτασαν στα δικαστήρια και τι καταδίκες υπήρξαν και δεν ήξεραν. Άρα πρέπει να το ψάξουν να μας απαντήσουν γιατί πρέπει να υπάρχει και ένα αρχείο, το οποίο φαίνεται ότι δεν υπάρχει αυτήν τη στιγμή. Μετά πρέπει να δούμε τρόπους αξιολόγησης των διαφόρων πρωτοκόλλων που υποτίθεται άρχισε να εφαρμόζει εδώ και ένα χρόνο η Αστυνομία. Συνεπώς, θα επανέλθουμε στο θέμα. Είναι πάρα πολύ σοβαρό για να το αφήσουμε. Και να τονίσουμε ότι η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων λειτουργεί ομόφωνα σε αυτά τα θέματα», κατέληξε.