Ξήλωσαν τα τουρκικά πανηγύρια οι αγεφύρωτες διαφορές Ρωσίας – Ουκρανίας
Ο εφησυχασμός του Ερντογάν ότι ο Πούτιν θα ικανοποιηθεί με την αναθεώρηση του χάρτη ασφαλείας της Ευρώπης πλέον δεν υφίσταται και νιώθει να απειλείται κυρίως στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και την εν δυνάμει «ουδετεροποίηση» της Ουκρανίας
Τα τουρκικά πανηγύρια για την επίτευξη μιας συνάντησης «σε ουδέτερο έδαφος» των επικεφαλής της διπλωματίας της Ρωσίας και της Ουκρανίας ολοκληρώθηκαν με τον πιο άδοξο τρόπο. Οι τυμπανοκρουσίες σίγησαν και τη θέση τους πήραν οι αγεφύρωτες θέσεις των αντιμαχόμενων μερών που ακούστηκαν μετά το πέρας των διαπραγματεύσεων στην Αττάλεια. Από τη μια ο Υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Ντμίτρο Κουλέμπα, διαψεύδοντας κάθε ελπίδα, επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρξε συμφωνία ούτε σε βασικά ζητήματα, όπως η διάνοιξη ανθρωπιστικών διαδρόμων. Από την άλλη, ο Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, έκοψε τα φτερά των «διαμεσολαβητών», επιβεβαιώνοντας ότι δεν υπάρχει εναλλακτική διπλωματική προσπάθεια στο Ρωσοουκρανικό, πέρα από τις συναντήσεις στη Λευκορωσία. Η αποτυχία της συνάντησης έφερε σε αμήχανη θέση την Άγκυρα, η οποία καλείται να ισορροπήσει μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, με ορατό τον κίνδυνο να βρεθεί ενώπιον της «αναθεωρητικής» πολιτικής του Βλαντιμίρ Πούτιν. Την ίδια ώρα, η ενεργειακή κρίση «αναγκάζει» τις ΗΠΑ να μαλακώσουν τη στάση τους απέναντι στο Ιράν για να συναντήσουν όμως μπροστά τους την «απρόβλεπτη» Ρωσία και τα εμπόδια που θέτει στη συμφωνία για τα πυρηνικά. Με τη Μόσχα να συνεχίζει τις πιέσεις, τίθεται το ζήτημα πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η Ουάσιγκτον για να βοηθήσει το Κίεβο, χωρίς να προκαλέσει περισσότερο το μένος του Πούτιν.
Η αποτυχία της Τουρκίας
Παρά τις προσπάθειες του Τούρκου Υπουργού Εξωτερικών, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, να προσδώσει κάποιο νόημα στην τριμερή συνάντηση στην Αττάλεια, αναδεικνύοντας έστω τον πολιτισμένο διάλογο μεταξύ Κουλέμπα και Λαβρόφ, ειδικοί θεωρούν ότι το εν λόγω εγχείρημα δεν ήταν τίποτα περισσότερο μια ευκαιρία για τα αντιμαχόμενα μέρη να επιβεβαιώσουν και να επαναλάβουν τις αντικρουόμενες θέσεις τους.
Ρωσία και Ουκρανία μπορεί να μην ένιωσαν την ανάγκη να μοιραστούν τι συζητήθηκε στη συνάντηση, ίσως επειδή θεωρήσαν ότι το βήμα που τους παραχωρήθηκε στην Τουρκία θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για πιο ουσιαστικές δηλώσεις, εντούτοις ο Τσαβούσογλου ισχυρίστηκε ότι στην ατζέντα τέθηκαν θέματα όπως η πολιτική της ουδετερότητας, μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία αλλά και το ενδεχόμενο η Τουρκία να γίνει εγγυήτρια δύναμη της Ουκρανίας.
Οι δηλώσεις του Ζελένσκι είναι ενδεικτικές των προσδοκιών που είχε για τη διαμεσολάβηση της Τουρκίας, αφού ανέφερε ότι «ο Ερντογάν σε πολιτικό επίπεδο κάνει πολλά βήματα για να δείξει στον Πούτιν ότι πρέπει να σταματήσει τον πόλεμο. Δεν έχουν πολλοί ηγέτες στον κόσμο αυτήν την ευκαιρία. Νομίζω ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αυτός που θα πετύχει εγγυήσεις ασφάλειας για την Ουκρανία».
Το εάν ο Ερντογάν «τιμά» αυτόν τον ρόλο τίθεται υπό αμφισβήτηση. Σύμφωνα με τα τουρκικά ΜΜΕ, η Άγκυρα επιδιώκει μια «ουδέτερη και ισορροπημένη» στάση, ώστε να μην προκαλέσει την οργή της Μόσχας. Αυτή η «ουδετερότητα» μάλιστα βρίσκει σύμφωνους ακόμα και τους επικριτές του Ερντογάν στο εσωτερικό, επειδή θεωρούν ότι είναι κρίσιμης σημασίας να διατηρηθεί η «ειδική» σχέση που αναπτύχθηκε με τη Ρωσία στον ενεργειακό, οικονομικό και στρατηγικό τομέα. Από την άλλη, όμως, ανησυχούν ότι η κυβέρνηση ίσως υποκύψει στον «πειρασμό» και χαλάσει αυτήν την «ουδετερότητα». Αυτό γιατί θεωρούν την ανάγκη του Ερντογάν να κεφαλαιοποιήσει την κρίση για να φτιάξει τους δεσμούς του με τις ΗΠΑ ως μιαν απερίσκεπτη κίνηση, η οποία θα μπορούσε να εγκλωβίσει την Τουρκία σε άγνωστα γεωπολιτικά μονοπάτια, κυρίως στη Μαύρη Θάλασσα.
Πάντως, η Άγκυρα σε μεγάλο βαθμό έχει αποδείξει ότι μπορεί να σχοινοβατεί, έστω και άτσαλα, ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία. Για παράδειγμα, παρά την ενδυνάμωση των σχέσεών της με τη Ρωσία, έχει αρνηθεί την αναγνώριση της προσάρτησης της Κριμαίας και τάχθηκε υπέρ της εδαφικής κυριαρχίας και ενότητας της Ουκρανίας. Επίσης, παρά τις προειδοποιήσεις του Πούτιν, προχώρησε σε σημαντικές συμφωνίες με το Κίεβο στον εξοπλιστικό τομέα, κυρίως με την πώληση των Bayraktar TB2.
Αναλυτές θεωρούν ότι η ρωσική εισβολή «αφύπνισε» τους Τούρκους, αποδεικνύοντάς τους ουσιαστικά τον αναθεωρητικό χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής της Μόσχας. Έτσι, ο εφησυχασμός του Ερντογάν ότι ο Πούτιν θα ικανοποιηθεί με την αναθεώρηση του χάρτη ασφαλείας της Ευρώπης πλέον δεν υφίσταται και νιώθει να απειλείται κυρίως στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και την εν δυνάμει «ουδετεροποίηση» της Ουκρανίας. Φυσικά, η δυσφορία του Πούτιν με την Τουρκία θα μπορούσε να εκφραστεί με πιο έμμεσο τρόπο, όπως για παράδειγμα με τον βομβαρδισμό της Ιντλίμπ, γεγονός που θα έφερνε δύο εκατομμύρια περισσότερους Σύρους πρόσφυγες στην Τουρκία.
Την ίδια ώρα, η εισβολή επανέφερε τον λόγο ύπαρξης του ΝΑΤΟ και ενοποίησε σε μεγάλο βαθμό τα μέλη του, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο περισσότερο χώρο στην Τουρκία να ελιχθεί. Για πολλούς αναλυτές, οι γεωπολιτικές αυτές ανακατατάξεις είναι και ο λόγος της προσπάθειας διαμεσολάβησης της Άγκυρας στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Το μεγάλο στοίχημα όμως παραμένει η ικανότητα του Ερντογάν να κρατήσει τις ισορροπίες, αφού από τη μια πρέπει να αποδείξει στη Ρωσία ότι δεν ανήκει στα εχθρικά κράτη, αλλά από την άλλη να καταστήσει σαφές ότι δεν θα ανεχθεί αποσταθεροποιητικές συμπεριφορές στον ζωτικό χώρο που θεωρεί ότι έχει η Τουρκία.
Το πετρέλαιο του Ιράν στην εξίσωση
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, παρόλο που έκανε την αναβίωση της συμφωνίας του 2015 για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν πιο αναγκαία από ποτέ, πρόσθεσε σημαντικές δυσκολίες σε μια ήδη δυσεπίλυτη διαπραγματευτική διαδικασία.
Έτσι το σχέδιο των Δυτικών να τιμωρήσουν τη Ρωσία με οικονομική απομόνωση προς όφελος των εξαγωγών πετρελαίου από το Ιράν, πάγωσε άδοξα όταν η Μόσχα ζήτησε γραπτές εγγυήσεις από τις ΗΠΑ ότι οι Δυτικές κυρώσεις εναντίον της για την εισβολή της στην Ουκρανία δεν θα επηρεάσουν τις εμπορικές της σχέσεις με το Ιράν.
Ακόμα και πριν θέσει προσκόμματα η Ρωσία, υπήρχαν μερικά δύσκολα ζητήματα, τα οποία προϋπέθεταν λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από το Ιράν, κυρίως στο θέμα των κυρώσεων. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η συμφωνία θα περιορίσει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν αλλά θα επιτρέψει στη χώρα να εξαγάγει πετρέλαιο σε μια ενεργειακά κρίσιμη χρονική συγκυρία. Όμως, η Τεχεράνη φαίνεται ότι θέτει ως προϋπόθεση για αποδοχή της συμφωνίας, οι ΗΠΑ να σταματήσουν να θεωρούν ως τρομοκρατική οργάνωση τους Φρουρούς της Επανάστασης.
Ειδικοί θεωρούν ότι η κίνηση της Μόσχας ήταν αναμενόμενη, ειδικά μετά τις κυρώσεις που της έχουν επιβληθεί και το αμερικανικό εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο, το υγροποιημένο φυσικό αέριο και τον άνθρακα. Ουσιαστικά μια συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, η οποία θα επέτρεπε τη διοχέτευση του ιρανικού πετρελαίου στην αγορά, θα σηματοδοτούσε ένα σημαντικό βήμα προς την ενεργειακή απεξάρτηση πολλών χωρών από τη Ρωσία. Φυσικά, τα οφέλη δεν θα είναι άμεσα, αφού ίσως πάρει πολλούς μήνες για να τεθεί σε εφαρμογή η συμφωνία. Θα πρέπει να γίνει άρση των κυρώσεων και το Ιράν θα είναι αναγκασμένο να «ξεφορτωθεί» το επιπλέον ουράνιο, ώστε να μην παραβιάζει τους όρους της συμφωνίας.
Παρά το γεγονός ότι οι διαπραγματευτές έφτασαν κοντά σε συμφωνία το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, ο «αστάθμητος» παράγοντας Ρωσία δημιουργεί αμφιβολίες για το μέλλον της αναβίωσης της συμφωνίας. Εάν η Ρωσία ζητάει εγγυήσεις, οι οποίες θα περιορίζονται στις υποχρεώσεις της στο πλαίσιο της πυρηνικής συμφωνίας, αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί. Εάν όμως διευρύνει τη συζήτηση και ζητήσει εξαιρέσεις από τις δυτικές οικονομικές κυρώσεις, η συμφωνία δεν προβλέπεται ότι θα προχωρήσει.
Το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών, αν και αρχικά είχε επισημάνει ότι η Τεχεράνη δεν θα επιτρέψει σε «ξένα στοιχεία» να βλάψουν τα συμφέροντά της, αφήνοντας αιχμές κατά της Ρωσίας, στη συνέχεια κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι «δεν επιθυμούν να υπάρξει ισχυρή συμφωνία», σημειώνοντας ότι η Ουάσιγκτον κάνει «απαράδεκτες προτάσεις και επιμένει σε μια γρήγορη συμφωνία επικαλούμενη προφάσεις».
Οι προληπτικές «κόκκινες γραμμές» του Πούτιν
Απροετοίμαστη φαίνεται να έπιασε την Ουάσιγκτον η πρόταση της Βαρσοβίας να διαθέσει ρωσικής κατασκευής μαχητικά αεροσκάφη για αποστολή στην Ουκρανία. Αρχικά, Αμερικανοί αξιωματούχοι αρνήθηκαν την πρόταση, επικαλούμενοι υλικοτεχνικά ερωτήματα, τα οποία την καθιστούσαν μη βιώσιμη. Στη συνέχεια, όμως, παραδέχθηκαν ότι η αποστολή μαχητικών στην Ουκρανία θα ήταν μια κίνηση «υψηλού κινδύνου», που θα μπορούσε να εκληφθεί από τη Ρωσία ως κλιμάκωση της κρίσης.
Το πιο πάνω παράδειγμα ουσιαστικά καταδεικνύει πόσο σύνθετο είναι το ζήτημα της αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο στην Ουκρανία και πόσο δύσκολο είναι για τον Λευκό Οίκο να βρει την ισορροπία μεταξύ της στήριξης στο Κίεβο και της καταπάτησης των «κόκκινων γραμμών» της Μόσχας.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ τα πράγματα δεν είναι εύκολα για τον Μπάιντεν, αφού δέχεται πιέσεις για περισσότερη ανάμιξη. Βουλευτές απαιτούν οι υπηρεσίες πληροφοριών να συνεργάζονται περισσότερο με την Ουκρανία, στρατιωτικοί υποστηρίζουν το αίτημα του Ζελένσκι για επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη χώρα του, ενώ η Πολωνία, στενός σύμμαχος στην Ευρώπη, συνεχίζει να πιέζει για την αποστολή των μαχητικών αεροσκαφών.
Ειδικοί όμως θεωρούν ότι οι πιέσεις έρχονται και από τον ίδιο τον Πούτιν, ο οποίος έχει καταστήσει σαφές ότι η ικανοποίηση του αιτήματος του Ζελένσκι για ζώνη απαγόρευσης πτήσεων ισοδυναμεί με την εμπλοκή στην ένοπλη σύρραξη. Παρόμοιες προειδοποιήσεις έγιναν όταν έπεσε στο τραπέζι η πρόταση ο ουκρανικό στρατός να χρησιμοποιήσει στρατιωτικές βάσεις γειτονικών χωρών στις επιχειρήσεις του κατά των Ρώσων. Ακόμα όμως και οι οικονομικές κυρώσεις εκλαμβάνονται από το Κρεμλίνο ως «κήρυξη πολέμου».
Η «προληπτική» πολιτική του Πούτιν να θέτει ανεφάρμοστες «κόκκινες γραμμές» έχει ως στόχο να δημιουργήσει ρήγματα και να αποδυναμώσει το δυτικό μέτωπο. Υπάρχει η άποψη ότι προσπαθεί να δημιουργήσει πίεση και σύγχυση στις προσπάθειες των Δυτικών συμμάχων να απαντήσουν με κυρώσεις, έτσι τείνει να εκλαμβάνει και τις πιο μικρές κινήσεις ως «κήρυξη πολέμου», ώστε να προλαμβάνει την ανάληψη δράσης, ποντάροντας στην απροθυμία των ΗΠΑ να εμπλακούν σε επιχειρησιακό επίπεδο στον πόλεμο.
Γι’ αυτό η επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων θα συνιστούσε αυτόματα άμεση εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο και η πρόνοια της εγγύησης της συλλογικής άμυνας μεταξύ των κρατών-μελών του ΝΑΤΟ θα οδηγούσε σε ραγδαία κλιμάκωση της σύγκρουσης. Γι’ αυτό ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Άντονι Μπλίνκεν, δήλωσε ότι «προσπαθούσε να σταματήσουμε τον πόλεμο στην Ουκρανία, όχι να αρχίσουμε έναν μεγαλύτερο».