Προεδρικές 2023: Και η σύγχυση συνεχίζεται

Η πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2023 εξελίσσεται σε ένα ενδιαφέρον σίριαλ, με αρκετά επεισόδια. Τόσο για τα κόμματα, όσο και για τους υποψηφίους. Ονόματα πάνε κι έρχονται, συνέδρια αναβάλλονται, ημερομηνίες ανακοινώσεων μετατίθενται, εξαγγελίες μετατοπίζονται. Όλα ή σχεδόν όλα περιστρέφονται γύρω από τα ονόματα. Είναι η πρώτη φορά μετά το 1974 που η προσοχή είναι στραμμένη πρωτίστως και κυρίως στα ονόματα των υποψηφίων. Όχι στις θέσεις και τις προτάσεις. Για παράδειγμα, είναι ξεκάθαρον ότι τα κόμματα ψάχνουν πρώτα και κύρια το πρόσωπο που μπορεί να τα ενώσει και έπειτα θα δουν αν τα βρίσκουν στις θέσεις (!). Φανταστείτε λοιπόν δύο ή τρία κόμματα να καταλήξουν στο όνομα συγκεκριμένου υποψηφίου, αλλά, όταν θα αρχίσουν να συζητούν για τις θέσεις, να μην τα βρουν. Αλλά υπάρχει και άλλο ενδεχόμενο. Να πετύχουν συγκλίσεις στις θέσεις μεταξύ τους, αλλά να έχει διαφορετική άποψη ο κοινός υποψήφιος. Το άλλο σημείο τριβής σε μια διαδικασία, η οποία αρχίζει με κύριο κριτήριο το όνομα, είναι το εξής: Aντί πρώτα τα κόμματα να διερευνήσουν δημοσκοπικά το όνομα, εκείνο που θέλουν να επιλέξουν και μετά να συμφωνήσουν, τώρα κάνουν και το αντίθετο. Ρίχνουν ονόματα και μετά εξετάζουν. Τι θα γίνει, λοιπόν, αν καταλήξουν σε ένα όνομα και, όταν μετά το διερευνήσουν δημοσκοπικά, δεν έχει εκλεξιμότητα; Παραθέτω αυτό το σενάριο, γιατί υπήρξε προηγούμενο στο πρόσφατο παρελθόν. Ο ανορθόδοξος τρόπος με τον οποίο προχωρούν οι διαδικασίες προς τις εκλογές επιφυλάσσει εκπλήξεις και ανατροπές. Κύριος λόγος της ανορθόδοξης συμπεριφοράς των κομμάτων είναι ότι έχει κυριαρχήσει σχεδόν σε όλα τα κόμματα η εμμονική ιδέα ότι, για να πάνε καλά, πρέπει να συμμετέχουν στην εξουσία. Έστω και αν η πρόσφατη εμπειρία των τελευταίων δέκα χρόνων καταμαρτυρεί το αντίθετο. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα κόμματα αρνούνται να δουν την πραγματικότητα που τα περιβάλλει. Θεωρούν, για παράδειγμα, και πολλά στελέχη τους πιστεύουν ότι, από τη στιγμή που το κόμμα θα κάνει επιλογή προσώπου, τότε η μεγάλη πλειοψηφία των ψηφοφόρων τους αυτόματα θα ακολουθήσει. Αυτό είναι πλέον παρελθόν. Πιστεύουν ακόμα ότι, αν συνεργαστούν δύο κόμματα ή ακόμα καλύτερα τρία κόμματα, τότε θα δημιουργηθεί από μόνη της νικηφόρα δυναμική. Κι όμως σήμερα τα πράγματα άλλαξαν. Την ίδια ώρα που θα δημιουργηθεί μια θετική δυναμική, θα δημιουργηθούν και φυγόκεντρες τάσεις. Ο λόγος απλός. Οι ψηφοφόροι δεν ακολουθούν, πλέον, μια επιλογή απλώς και μόνο γιατί το λέει το κόμμα και, δεύτερον, η προσωπική επιλογή έρχεται πια σε πρώτο πλάνο. Στην πιο πρόσφατη δημοσκόπηση, που είδε το φως της δημοσιότητας, μόνο το 7% (!!) ψηφίζει με βάση την τοποθέτηση του κόμματός του. Φοβερά μικρό ποσοστό, που έστω και αν την ημέρα των εκλογών αυξηθεί, δεν θα αυξηθεί σε καθοριστικό βαθμό. Είναι λοιπόν αυτήν τη στιγμή τα κόμματα, στη δική μου αντίληψη, εγκλωβισμένα ανάμεσα στην εσωτερική ανάγκη να βρεθούν στην εξουσία και τις επιλογές στη βάση αρχών και θέσεων. Είναι επίσης εγκλωβισμένα στο εξής θεμελιακό δίλημμα. Ανάληψη εξουσίας και μετά βλέπουμε και κάνουμε, άρα αυτοσκοπός η νίκη ή διαμόρφωση συγκλίσεων που θα επιτρέψουν επιτυχή διακυβέρνηση. Και το τρίτο σοβαρό εμπόδιο είναι οι προσωπικές επιλογές μνηστήρων της Προεδρίας από τα διάφορα στελέχη εντός των κομμάτων.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτής της προεκλογικής περιόδου είναι η προχειρότητα με την οποία ρίχνονται αβάσιμα ή ρηχά επιχειρήματα υπέρ ή εναντίον μιας πιθανής υποψηφιότητας.

Επιχειρήματα τα οποία εύκολα αντιστρέφονται και καταλήγουν μπούμερανγκ. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να λες δεν συζητώ κάποιον, γιατί υπήρξε υπουργός του τάδε Προέδρου με τον οποίο διαφωνούσαμε κάθετα, αλλά συζητώ έναν συνάδελφό του. Ούτε μπορεί με την ίδια λογική να προτείνεις άτομο δικό σου που υπήρξε υπουργός σε Πρόεδρο του δικού σου κομματικού χώρου και με τον οποίο Πρόεδρο οι δυνητικοί συνεργάτες διαφωνούσαν κάθετα. Με απλά λόγια, το κριτήριο το οποίο ζητάς να γίνει σεβαστό από τους δυνητικούς σου συνεργάτες οφείλεις να το σεβαστείς πρώτος. Είμαι της άποψης ότι από τη στιγμή που «ξεχάστηκαν» οι συγκλίσεις βασικών θέσεων, ως προϋπόθεση για συνεργασία, χάριν της εκλεξιμότητας, και την ίδια ώρα η εκλεξιμότητα κρίνεται κατά περίπτωση, τότε δεν πρόκειται τα κόμματα να εξέλθουν από το αδιέξοδο. Προσθέστε επιπλέον και τον μεγάλο φόβο των πολιτικών αρχηγών, πλην ενός, να κατέλθουν οι ίδιοι ως υποψήφιοι και τότε θα αντιληφθείτε το μέγεθος του αδιεξόδου. Άστε που στα κριτήρια τίθεται και η ηλικία. Να είναι δηλαδή τέτοια η ηλικία του υποψηφίου, ώστε να μην κλείνει δρόμους άλλων μνηστήρων για το 2028. Διερωτώμαι, αν σκέφτονται καθόλου το κύριο, ότι, δηλαδή, αν και εφόσον κερδίσουν τις εκλογές, θα μπορέσουν να κυβερνήσουν ή όχι. Αν θα έχουν μια θετική πενταετία ή μια αποτυχημένη πενταετία. Και η σύγχυση συνεχίζεται.