Ολοκληρωτικός οικονομικός πόλεμος Vs οικονομική θεωρία

Φαίνεται να έχει κηρυχθεί πια ένας ολοκληρωτικός οικονομικός πόλεμος από τη Δύση κατά της Ρωσίας. Σκοπός (εν μέρει και διακηρυγμένος) είναι το τέλος της κυριαρχίας του κ. Πούτιν, μέσα από την οικονομική κατάρρευση της Ρωσίας. Παρά το ότι τα διεθνή παραδείγματα που αφορούν στην αποτελεσματικότητα των κυρώσεων σε θέματα αλλαγής καθεστώτων καταδεικνύουν ότι αυτό δεν δουλεύει ακριβώς και πάντοτε έτσι. Πόσω μάλλον σε μεγάλες οικονομίες, παραγωγούς σημαντικών πρώτων υλών και δη σε έναν από τους μεγαλύτερους παραγωγούς ενέργειας.

Αν ο οικονομικός αυτός πόλεμος ήταν βραχυπρόθεσμος, οι παγκόσμιες οικονομικές και χρηματοοικονομικές επιπτώσεις ίσως να ήταν διαχειρίσιμες. Και η ανάλυση αυτή να είχε διαφορετική προσέγγιση. Αλλά, αν μιλάμε για μια μακρόπνοη στρατηγική (και δυστυχώς σε αυτό διαφαίνεται να συγκλίνουν οι απόψεις), αυτό θα σημαίνει ουσιαστικά την ανακατάταξη και αναδιάρθρωση του παγκόσμιου οικονομικο-πολιτικού στερεώματος. Ένα τεράστιο άλμα από την παγκοσμιοποιημένη οικονομία της αγοράς σε ένα νέο μοντέλο διεθνούς εμπορίου. Ενδεχομένως μέσα από μόνιμους ή έστω μακροχρόνιους διαχωρισμούς. Ένα πλέγμα πολυ-πολικών και παράλληλων εμπορικών συστημάτων.

Γενιές οικονομολόγων διδάχθηκαν ότι η παγκοσμιοποίηση ήταν πηγή πλούτου, αλλά και καταλύτης για την παγκόσμια ανάπτυξη (παρά τα μειονεκτήματα της άνισης κατανομής του μερίσματος ανάπτυξης ανάμεσα σε κράτη, κοινωνικά σύνολα και ανθρώπους). Άρα η ίδια λογική οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η απο-παγκοσμιοποίηση θα καταστεί μια δύναμη καταστροφής πλούτου και ανάπτυξης. Ενώ η αποδόμηση της παγκοσμιοποίησης θα επιβαρύνει πολύ περισσότερο όλους αυτούς που δεν συμμετείχαν καν στα οφέλη της.

Αναντίλεκτα ο ολοκληρωτικός αυτός πόλεμος στοχεύει την καταστροφή πλούτου. Κυρίως της Ρωσίας. Αλλά προφανώς και της Δύσης. Τόσο, που ο ιστορικός του μέλλοντος ενδεχομένως να το καταγράψει ως μια λιγότερο σοφή στρατηγική, η οποία δεν μπόρεσε τελικά να επιτύχει τον αντικειμενικό της σκοπό, που είναι η απομάκρυνση του Προέδρου της Ρωσίας. Αλλά έχει καταφέρει να επιφέρει σημαντικές οικονομικές ζημιές και παράπλευρες οικονομικές απώλειες σε παγκόσμια κλίμακα. Και σε αυτούς που τις επέβαλαν. Σε τέτοιο βαθμό, μάλιστα, που κατά κάποιους ακυρώνουν σημαντικό μέρος της σχετικής και στοχευμένης επίδρασης των μέτρων. Παρά ταύτα, εκτίμηση πολλών αναλυτών είναι ότι δεν θα χαλαρώσουν οι κυρώσεις σύντομα. Έκδηλα εδώ που φτάσαμε, απαιτείται πρώτα μια ειρηνευτική συμφωνία, που δεν διαφαίνεται να δύναται να δρομολογηθεί προς το παρόν. Αφού αυτό προϋποθέτει συμβιβασμούς εκατέρωθεν, οι οποίοι έχουν ξεκάθαρα δαιμονοποιηθεί.

Δεν είμαστε ακόμα σε θέση να γνωρίζουμε τον τελικό λογαριασμό από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ούτε φυσικά και εισηγείται κάποιος ότι πρέπει να παραμένουμε αμέτοχοι στη παραβίαση του διεθνούς δίκαιου ή στις εικόνες φρίκης και απάνθρωπης συμπεριφοράς που φτάνουν κοντά μας. Εικόνες που όμως, δυστυχώς, έχουν επαναληφθεί και επαναλαμβάνονται σε τόσα μέρη του κόσμου - ακόμη και μεσούσης της ρωσικής εισβολής. Αλλά ποτέ στο παρελθόν και σε καμιάν ανάλογη σύγκρουση δεν λήφθηκε η απόφαση να στρατολογηθεί ολόκληρη η υφήλιος για να αντιμετωπισθεί μια αντίστοιχη ενέργεια. Σε καμιά περίπτωση στο παρελθόν δεν επιβλήθηκαν κυρώσεις, οι οποίες είχαν ανάλογες ή έστω παρόμοιες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και στις οικονομίες κρατών και κοινωνικών συνόλων.

Ξεκάθαρα οι καιροί άλλαξαν. Το Ουκρανικό έκδηλα θεωρείται όχι μόνο πιο σημαντικό από οποιαδήποτε άλλη διένεξη ή διεθνή καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων ανά το παγκόσμιο, αλλά είναι αναπόφευκτα πιο σημαντικό από την όποια οικονομική πραγματικότητα, θεωρία ή σχολή σκέψης που έχει αναπτυχθεί τα τελευταία σαράντα χρόνια γύρω από τη λειτουργία των αγορών ή της παγκόσμιας οικονομίας και των κανόνων του διεθνούς εμπορίου.

Η διαχείριση της αβεβαιότητας στην πρόσβαση και επάρκεια σε τρόφιμα και ενέργεια, αλλά και ενός ελλοχεύοντος στασιμοπληθωρισμού στις πλέον αναπτυγμένες κοινωνίες μάλλον θα πρέπει να περιμένει την πτώση του κ. Πούτιν. Αυτό φαίνεται να είναι το μήνυμα που στέλνεται από την παγκόσμια πολιτικο-οικονομική ελίτ. Έτσι, το ερώτημα δεν είναι αν τελικά θα γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Αλλά πόσο χειρότερα θα γίνουν, αν αφεθούν να συνεχίσουν έτσι.