Διεθνή

Η πορεία της Λεπέν προς την «κανονικοποίηση» περνάει μέσα από τον «αντιπουτινισμό»

Ποντάρει περισσότερα στην «άγνοια» των ψηφοφόρων για το πώς λειτουργεί η ΕΕ, γι’ αυτό νιώθει την άνεση να προτείνει αυτό το πρόγραμμα

Ο δεύτερος γύρος των προεδρικών εκλογών της Γαλλίας μπορεί να βρήκε τους ίδιους πρωταγωνιστές, αλλά πέντε χρόνια μετά οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Μέσα στις προτεραιότητες της εκλογικής διαδικασίας του 2017 προστέθηκαν νέες προκλήσεις, οι οποίες αναγκάζουν τον Εμμανουέλ Μακρόν και τη Μαρίν Λεπέν να αναδιπλωθούν και να διαφοροποιήσουν τα προγράμματά τους. Ειδικότερα, η δεύτερη χρειάστηκε να καλύψει πολύ έδαφος για να φτάσει στο σημείο της «κανονικοποίησης», αφού οι θέσεις της για ένα Frexit δεν βρίσκουν πλέον ανταπόκριση, ενώ η εισβολή στην Ουκρανία τη θέτει υπόλογη του φιλο-πουτινικού της παρελθόντος. Αν και δεν θέτει ζήτημα εξόδου της Γαλλίας από την ΕΕ, οι θέσεις της σε πολλά ζητήματα σε περίπτωση εκλογής της θα μπορούσαν να φέρουν σε ολοκληρωτική ρήξη το Παρίσι με τις Βρυξέλλες. Ρυθμιστής του δεύτερου γύρου αναδείχθηκε ο Ζαν-Λικ Μελανσόν, ο οποίος όντας απρόθυμος να στηρίξει ανοιχτά έναν εκ των δύο υποψηφίων, τους αναγκάζει να μιλήσουν τη «γλώσσα» των υποστηρικτών της ριζοσπαστικής αριστεράς και να θέσουν πιο ψηλά στις ατζέντες τους τις συντάξεις και την ακρίβεια.

Η αντιευρωπαϊκή ατζέντα της Λεπέν

Η επανεμφάνιση του ίδιου εκλογικού διδύμου στις προεδρικές εκλογές της Γαλλίας «ξύπνησε» τα φιλελεύθερα αντανακλαστικά, με τους επικριτές της Λεπέν να παρατηρούν ότι τόσο ο Μακρόν όσο και τα ΜΜΕ απέτυχαν να αναδείξουν τους κινδύνους που θα φέρει μια δυνητική εκλογική νίκη της υποψηφίας του Εθνικού Συναγερμού.

Συγκεκριμένα, προειδοποιούν ότι δεν θα πρέπει να ξεγελάει κανέναν το προεκλογικό της «λίφτινγκ» και η προσπάθεια να πλασάρει το προφίλ της μετριοπαθούς πατριώτισσας, η οποία επιδιώκει να αλλάξει την οικονομική κατάσταση της χώρας, αφαιρώντας τα προνόμια της πλούσιας ελίτ. Ενώ το οικονομικό της πρόγραμμα είναι καινοτόμο και «αριστερόστροφο» , οι άλλες της πολιτικές παραμένουν ακραίες και εθνικιστικές, υποστηρίζει μερίδα αναλυτών.

Την ίδια ώρα, αν και δηλώνει ότι δεν έχει «κρυφή ατζέντα» για έξοδο της Γαλλίας από την ΕΕ, σχεδόν όλο της το πρόγραμμα, ειδικά σε οικονομικό, κοινωνικό και μεταναστευτικό επίπεδο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους Κανονισμούς της ΕΕ. Για τις θέσεις αυτές βασίζεται στην πεποίθηση ότι «μια μεγάλη πλειοψηφία του γαλλικού λαού δεν επιθυμεί πλέον την ΕΕ με τη σημερινή της μορφή, η οποία είναι μια Ευρωπαϊκή Ένωση που λειτουργεί με έναν απολύτως μη δημοκρατικό τρόπο, που πορεύεται με απειλές, με εκβιασμούς και η οποία εφαρμόζει πολιτικές που είναι αντίθετες με τα συμφέροντα των πολιτών». Από την άλλη, όμως, οι αναλυτές θεωρούν ότι ποντάρει περισσότερα στην «άγνοια» των ψηφοφόρων για το πώς λειτουργεί η ΕΕ, γι’ αυτό νιώθει την άνεση να προτείνει αυτό το πρόγραμμα.

Μια πιο προσεκτική ματιά στο πρόγραμμά της δείχνει πόσο ασύμβατο είναι με τις υποχρεώσεις ενός κράτους μέλους της ΕΕ. Για παράδειγμα, κάποιες από τις προτάσεις της δημιουργούν διακρίσεις σε βάρος των αλλοδαπών, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών της ΕΕ, σε εργασιακά ζητήματα, πρόνοια και στέγαση. Επίσης, υπόσχεται ότι θα αποκόψει έως και πέντε εκατομμύρια από τις πληρωμές για τον προϋπολογισμό της ΕΕ, θα δώσει προτεραιότητα στις γαλλικές επιχειρήσεις για τις συμβάσεις με το κράτος, ενώ δεν αφήνει εκτός τους αγρότες, τους οποίους δελεάζει με πρόσθετες επιδοτήσεις. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι θα επαναδιαπραγματευτεί τη συνθήκη Σένγκεν και θα αυξήσει τον αριθμό των τελωνειακών υπαλλήλων, επαναφέροντας τους ελέγχους στα αγαθά τα οποία εισάγονται στη χώρα από άλλες χώρες της ΕΕ.

Όλες αυτές οι πολιτικές παραβιάζουν τους κανονισμούς της ΕΕ και βάζουν σε κίνδυνο την ενιαία αγορά. Ειδικοί τονίζουν ότι, εάν τεθούν σε εφαρμογή, θα δημιουργούσαν νομικά διαμάχες τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό, αποσταθεροποιώντας ακόμα περισσότερο το μπλοκ των 27.

Πάντως, σε περίπτωση νίκης της θα αντιμετώπιζε τον σκόπελο της Εθνοσυνέλευσης, αφού εκτιμάται ότι στις εκλογές του Ιουνίου δύσκολα θα συγκέντρωνε πλειοψηφία. Εντούτοις, σύμφωνα με την Politico, συχνά οι βουλευτές πηγαίνουν με τα νερά του νεοεκλεγέντος Προέδρου, δημιουργώντας έτσι ένα «άνοιγμα» για να περάσει κάποιες από τις αντιευρωπαϊκές και ακραίες για πολλούς θέσεις της.

Πάντως η ίδια όχι μόνο απορρίπτει τις επικρίσεις για τις «αυταρχικές» και εξτρεμιστικές απόψεις της αλλά γυρίζει τα πυρά στον αντίπαλό της, Εμμανουέλ Μακρόν, κατηγορώντας τον ότι «έδειξε τα περισσότερα σημάδια εξτρεμισμού», επικαλούμενη τη δράση της Αστυνομίας εναντίον πολιτικών διαδηλώσεων, όπως η κινητοποίηση των κίτρινων γιλέκων.

Μια προεκλογική «μεταμόρφωση»

Η «μεταμόρφωση» όμως της Λεπέν δεν περιορίστηκε μόνο στα θέματα της ΕΕ αλλά επεκτάθηκε και σε πιο επίκαιρα ζητήματα, όπως η εισβολή στην Ουκρανία και οι σχέσεις της με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. Θεωρεί άδικη την κριτική που της ασκείται, αφού έχει καταδικάσει την εισβολή, παραδεχόμενη ότι στο παρελθόν ήθελε πιο στενούς δεσμούς με τη Ρωσία για να αποτρέψει τη δημιουργία ενός άξονα με την Κίνα.

Όμως, η κυριαρχία του πολέμου στην επικαιρότητα δεν της δίνει πολλές ευκαιρίες να αποτινάξει το φιλο-πουτινικό της παρελθόν, παρά τα επικοινωνιακά τερτίπια που εφαρμόζει για να χτίσει την εικόνα μιας πιο συμβιβαστικής υποψηφιότητας για την προεδρία της χώρας της. Τα ΜΜΕ δεν της χαρίζονται και συχνά αναδεικνύουν περιστατικά της στενής σχέσης Λεπέν - Πούτιν. Δεν λησμονείται ότι το 2017 είχε επισκεφτεί τη Μόσχα και είχε θαυμάσει τις αξίες του Ρώσου Προέδρου και τη «νέα παγκόσμια τάξη» που αναδυόταν με αυτόν, τον τότε πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, και την ίδια στο πηδάλιο.

Εξάλλου, το 2014 ο Εθνικός Συναγερμός είχε καταφύγει σε ρωσικό δάνειο εννέα εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο συνεχίζει να αποπληρώνεται, ακολούθησε μια «αναδιάρθρωση του χρέους» που απέσπασε το 2020 από τους πιστωτές της, τη ρωσική εταιρία Aviazapchast, που διευθύνεται από πρώην στρατιωτικούς. Επίσης, οι επικριτές της ξέθαψαν προεκλογικά φυλλάδια, στα οποία απεικονιζόταν να κάνει χειραψία με τον Πούτιν. Η θέση της δε ότι δεν θα εισέβαλε «με κανένα τρόπο» η Ρωσία στην Ουκρανία, έδωσε απλόχερα άλλο ένα επιχείρημα σε όσους την κατηγόρησαν για τις σχέσεις τη με το Κρεμλίνο.

Παρά τα πυρά που δέχεται όμως δεν πέφτει στην «παγίδα» να ταχθεί υπέρ του ΝΑΤΟ για να απαλλαχθεί από τον «φιλο-πουτινισμό». Αντίθετα, θεωρεί ότι η χώρα της θα πρέπει να ακολουθήσει μια «στρατηγική προσέγγιση μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας», ώστε να αποτραπεί μια στενή σινο-ρωσική σχέση. H Λεπέν δεν θέλει ούτε «υποταγή στη Μόσχα» αλλά ούτε και «ευθυγράμμιση με τις θέσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν».

Προτείνει μάλιστα μια «συμμαχία» με τη Ρωσία για να συμπεριληφθεί «στην αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ασφάλειας», η οποία θα είναι αποσυνδεδεμένη από τον «πολεμοχαρή οργανισμό», όπως τον χαρακτηρίζει, του ΝΑΤΟ. «Το επαναλαμβάνω, ξεκάθαρα, αν εκλεγώ Πρόεδρος, θα εγκαταλείψω την ολοκληρωμένη διοίκηση του ΝΑΤΟ αλλά δεν θα αποκηρύξω το άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης και τη εφαρμογή του, για τη συλλογική ασφάλεια, ακριβώς λοιπόν όπως ήταν πριν από το 2009», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της.

Ο αριστερός ρυθμιστής

Ο υποψήφιος της ριζοσπαστικής αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν, φλέρταρε για λίγο με τον δεύτερο γύρο, αλλά τελικά περιορίστηκε στον ρόλο του «ρυθμιστή» της διαδικασίας. Εντούτοις, ο ίδιος φαίνεται ότι δεν είναι διατεθειμένος να παίξει τον ρόλο που του αναλογεί.

Αν και υποψήφιος της Αριστεράς, το πρόγραμμά του είχε πολλά σημεία με το αντίστοιχο πρόγραμμα της υποψηφίας του Εθνικού Συναγερμού, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο. Εν αντιθέσει όμως με τους άλλους χαμένους υποψηφίους της κούρσας, απέφυγε να στηρίξει άμεσα τον Μακρόν. Αντίθετα σε ηλεκτρονική διαβούλευση, μέσω της κομματικής πλατφόρμας Popular Action, κάλεσε τους ψηφοφόρους να επιλέξουν, εάν επιθυμούν να δώσουν ψήφο στον Μακρόν, λευκή ψήφο ή αποχή, ενώ δεν πρόσφερε καθόλου την επιλογή «Μαρίν Λεπέν». Διευκρίνισε ωστόσο ότι το αποτέλεσμα αυτής της διαβούλευσης «δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως οδηγία που δίνεται σε οποιονδήποτε».

Η «ατολμία» του Μελανσόν αναγκάζει τους δύο μονομάχους να κατέβουν στην αρένα και να πείσουν οι ίδιοι τους ψηφοφόρους της ριζοσπαστικής αριστεράς, οι οποίοι, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα μπορούσαν να κάνουν τη διαφορά στον δεύτερο γύρο. Για να τους πείσουν όμως θα πρέπει να μιλήσουν τη «γλώσσα» τους. Έτσι δεν αποτέλεσε έκπληξη η στροφή και των δύο στο πεδίο της αγοραστικής δύναμης, το θέμα δηλαδή που απασχολεί περισσότερο απ' όλα τους Γάλλους.

Για τον Μακρόν τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα, γι’ αυτό έπρεπε να κάνει πιο γενναίες παραχωρήσεις. Έτσι, την επόμενη κιόλας ημέρα του πρώτου γύρου έδωσε σημάδια ότι θα υπαναχωρήσει από το σχέδιό του να αυξήσει την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 62 στα 65 χρόνια, «μισανοίγοντας την πόρτα» για συνταξιοδότηση στα 64 χρόνια. Από την άλλη η Λεπέν, με λάβαρο το σχέδιο «κοινωνικής δικαιοσύνης» και «προστασίας» «για όλους τους Γάλλους», άνοιξε εκ του ασφαλούς περισσότερο τα χαρτιά της, υποστηρίζοντας διατήρηση της ηλικίας συνταξιοδότησης στα 62 χρόνια.

Σύμφωνα με αναλυτές, οι ψηφοφόροι του Μελανσόν έχουν πρόθεση να ψηφίσουν «σε ποσοστό 34% υπέρ του Εμμανουέλ Μακρόν, σε ποσοστό 30% υπέρ της Μαρίν Λεπέν, δηλαδή περισσότεροι απ' ό,τι το 2017, και 36% θα τηρήσουν αποχή».