Πολιτισμός

«Με αναστεναγμό»: Ένας δίσκος για τη διπλή προσφυγιά

Στις αρχές του 2022, 100 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κυκλοφόρησε από το Ogdoo Music Group ο νέος δίσκος της Γλυκερίας, υπό τον τίτλο «Με αναστεναγμό». Τον δίσκο, στον οποίο συμμετέχει ο Γιάννης Κότσιρας, υπογράφουν ο συνθέτης Ανδρέας Κατσιγιάννης και η στιχουργός Μαρία Χατζηαυξέντη. Όπως σημειώνει η εταιρεία παραγωγής, «ο καταξιωμένος συνθέτης Ανδρέας Κατσιγιάννης, είχε την ιδέα της δημιουργίας, σε συνεργασία με τη στιχουργό Μαρία Χατζηαυξέντη, ενός δίσκου αφιερωμένου σε μία άγνωστη πτυχή του δράματος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Των προσφύγων που βρήκαν καταφύγιο στην Κύπρο το 1922 και το 1974 αναγκάστηκαν εκ νέου να εγκαταλείψουν τις εστίες τους εξαιτίας της τουρκικής εισβολής και κατοχής».

Πρόκειται για ένα έργο βιωματικό, του οποίου οι στίχοι αναφέρονται στον ξεριζωμό, στον θάνατο, στο δάκρυ, στον αναστεναγμό, αλλά και στην ανθρωπιά. Παρουσιάζοντας τον νέο δίσκο της γνωστής λαϊκής ερμηνεύτριας, συνομιλούμε με τη στιχουργό Μαρία Χατζηαυξέντη.

Κατ’ αρχάς, ποια είναι η δική σας σχέση με τη Μικρά Ασία;

Με αναστεναγμό ψυχής, ξεκίνησα να γράφω όλα αυτά που πλημμύριζαν τα ενδόμυχά μου. Θυμάμαι τις αναδιηγήσεις της μητέρας μου για τη γιαγιά Τζοβάνα και τα βάσανα που βίωναν στην Έγκωμη της Αμμοχώστου και μετέπειτα στην Αχερίτου, καταγόμενη (από ότι έλεγε) από τα Άδανα της νότιας Μικράς Ασίας. Αρχειακό υλικό ή πληροφορίες δεν υπάρχουν σύμφωνα με τη μητέρα μου, αφού η αγγλική διοίκηση άλλαζε σε πολλούς πρόσφυγες τα ονόματά τους ή τα ορφανά γράφονταν σε άλλες οικογένειες για να τα δεχθούν στο νησί.

Δεν περιέσωσαν τίποτα, ούτε η οικογένεια της μητέρας μου, ούτε άλλες πολλές, παρά μόνο μνήμες και φράσεις, λέξεις που θυμάται να μονολογούσε η διπλά ξεριζωμένη γιαγιά της. «Η άλλη μέρα δεν τελειώνει ποτέ… κόρη μου», έλεγε και ξανάλεγε αναστενάζοντας βαθιά.

Επομένως, ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας έχει διασπαρεί ε αυτό το μικρό νησί, καταγεγραμμένος ή μη, με το στίγμα του να έχει εμποτίσει το προϋπάρχον γονίδιό μας. Η οικογενειακή μνήμη είναι αυτή που καθορίζει την καταγωγή μας.

«Σαν πεθάνει η ψυχή, μένει πίσω η στιγμή, | τη θυμάται η Μαρία και την κάνει ιστορία». Πρόκειται για στίχο από το τραγούδι «Σαν πεθαίνει η ψυχή». Ποιες είναι αυτές οι θύμησες, οι μνήμες που θελήσατε να διατηρήσετε στην ιστορία μέσω του συγκεκριμένου έργου; Και, κυρίως, γιατί θεωρήσατε χρέος σας να τις καταγράψετε στιχουργώντας;

Οι μνήμες αυτές διαστέλλονται σε καιρούς πολέμων, διχασμών, εσωτερικών αναμοχλεύσεων και αναζητήσεων του καθενός μας. Συστέλλονται όμως σε καιρούς ειρήνης, ομονοίας και υλιστικής αποχαύνωσης των μελών μιας κοινωνίας. Μέσα από το μουσικό έργο «Με αναστεναγμό», τα 9 τραγούδια μαρτυρούν την ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής όπως την βίωσαν οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που πάλευαν με τα θεριά και τα μαχαίρια. Ταυτόχρονα όμως, τα τραγούδια που «γεννήθηκαν» πλέκουν το εγκώμιο του φαύλου κύκλου της ζωής, ο οποίος στοιχειοθετείται από κοινά συμπαντικά βιώματα, του χθες, του σήμερα, μα και του αύριο. Η ανθρωπότητα είναι, και θα είναι εξ ορισμού της, ο αρχέγονος πρόσφυγας σ’ αυτό το ατελές σύμπαν.

Ο στίχος επικοινωνεί άμεσα ή έμμεσα μηνύματα σ’ αυτούς που τον σιγοψιθυρίζουν με έναν «δόλιο» τρόπο, ενώ την ίδια ώρα η μουσική δρα ως «ηρεμιστικό» για τους περισσότερους ανθρώπους… Μ’ ένα χρέος σε γενεές προγόνων, νιώθω ότι μόνο με σεβασμό θα είχα δικαίωμα να αγγίξω τον πόνο και το γινάτι που μου κληροδότησαν. Οι πληγές της ψυχής δεν σβήνουν, ο πόνος γίνεται «γινάτι» για τη ζωή, κι η ανθρωπιά έρχεται να μπολιάσει τις ψυχές μας.

Η συνεργασία με τον Ανδρέα Κατσιγιάννη και τη Γλυκερία πώς προέκυψε;

Στη ζωή μου κυριαρχεί η αλχημεία της μοίρας... Γι’ αυτό και η συνάντηση με τον καταξιωμένο συνθέτη Ανδρέα Κατσιγιάννη, για έναν καφέ πριν δύο χρόνια περίπου, άναψε τη σπίθα της δημιουργίας, ένωσε τις ψυχές μας μέσα από τον στίχο και τη μουσική. Ο Ανδρέας είναι ο άνθρωπος που «έσπειρε» την ιδέα και όλο το έργο «γεννήθηκε» μέσα από τις μοναδικές φωνές της Γλυκερίας και του Γιάννη Κότσιρα. Σημείο κατατεθέν της μουσικής αυτής δημιουργίας ήταν η συμβολή του Στέλιου Φωτιάδη και της Κάτιας Καπελλάκου στη γενική επιμέλεια του δίσκου.

Υπάρχει κάποια ιστορία πίσω από τη φωτογραφία που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του δίσκου;

Υπάρχει όντως μια ιστορία… κι άλλες τόσες. Αναζητώντας μαρτυρικό υλικό από τον Σύνδεσμο Μικρασιατών Κύπρου, ο δρόμος με οδήγησε σε μια παθιασμένη μορφή με τη μικρασιατική ιστορία, μια Μικρασιάτισσα δεύτερης γενεάς που διαμένει στη Λάρνακα, την κα Βιολάντα Ποταμίτου Τουμαζή. Στον τοίχο του σπιτιού της αντίκρυσα μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του ’22, μ’ ένα κοριτσάκι που το βλέμμα της πρόδιδε πολλά… Μια ιστορία καμουφλαρισμένη σε μια ξύλινη κορνίζα. Τότε θυμήθηκα τα λόγια της γιαγιάς της μητέρας μου και της είπα: «Η άλλη μέρα δεν τελειώνει ποτέ…» Και η κα Βιολάντα συμφώνησε με ένα βαθύ αναστεναγμό. Η ιστορία αυτής της φωτογραφίας σαν τυφώνας αντικατοπτρίζει τον κάθε πρόσφυγα,

...τον πρόσφυγα της Σμύρνης του 1922,

...τον πρόσφυγα της Κύπρου του 1974,

...τον πρόσφυγα της Συρίας του 2011,

... τον πρόσφυγα της Ουκρανίας του 2022,

100 χρόνια μετά μετά τον διωγμό των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, σας γράφω μερικές γραμμές για τη μικρή Ελένη (το κοριτσάκι στο κέντρο) και τη μητέρα της Μαρία (η κυρία στα αριστερά): Η Μαρία, μια πολυβασανισμένη μορφή ζούσε στην Αντιόχεια της Κιλικίας, παντρεμένη και μητέρα τεσσάρων παιδιών, τριών αγοριών και ενός κοριτσιού. Όλα κυλούσαν ομαλά, μέχρι που τα βάσανα άρχισαν να την ακολουθούν σαν ερινύες. Το 1908 τα δύο μεγάλα αγόρια μαζεύονται από τους Τσέτες και στέλνονται στα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Η κόρη της, Χαρίκλεια, γίνεται σύζυγος ενός Τούρκου αξιωματικού, ενώ σφαγιάζονται μπροστά στα μάτια της Μαρίας ο άνδρας της, ο πατέρας της και τα δύο της αδέλφια. Η Μαρία την γλύτωσε χάρη στο τέταρτο παιδί της γιατί το θήλαζε, αλλά και αυτό δεν άντεξε τα δύσκολα χρόνια και πέθανε. Πεθαίνει και η μητέρα της.

Η κόλαση του Δάντη στο μεγαλείο της... Η Μαρία βρίσκει καταφύγιο σε ένα γαλλικό μοναστήρι, όπου ο Ερυθρός Σταυρός φρόντιζε τους καταπονεμένους. Εκεί τη γνωρίζει ο Θεοχάρης, 50 ετών, από πλούσια οικογένεια και παντρεύεται ξανά σε ηλικία 36 ετών. Ξεκινούν μια νέα οικογένεια, στα Άδανα, και γεννιούνται δύο μικροί άγγελοι, η μικρή Ελένη και ο Δήμος, οι οποίοι απεικονίζονται στη φωτογραφία. Ο πόνος δεν σβήνει ποτέ από το πρόσωπο της Μαρίας. Η οικογένεια ζει στιγμές θαλπωρής για λίγο... Ώσπου το κακό ξανάρχεται. Η Ελένη είναι πια 10 και ο Δήμος 5 χρονών. Το λάδι αρχίζει και πάλι να κοχλάζει σε όλη τη Μικρά Ασία. Η Μαρία ράβει σε μια ζώνη μέσα τις λίρες και κάτι χρυσαφικά.

1922 και για 2η φορά η Μαρία ξεσπιτώνεται και έρχονται με πλοίο, οικογενειακώς στην Κύπρο. Οι Άγγλοι δεν δέχονταν εύκολα τους Έλληνες πρόσφυγες, λόγω δημογραφικών στοιχείων και πολιτικών συμφωνιών με την Τουρκία. Δέκα μέρες τους είχαν καραντίνα στο λοιμοκαθαρτήριο της Λάρνακας, όπως γράφω και στο τραγούδι «Στης Σκάλας τα λημέρια...», και μετά συγγενείς του κου Θεοχάρη, ο οποίος είχε ρίζες από την Αθηένου, τους φέρονται με ανθρωπιά, και τους φροντίζουν μέχρι να καταφέρουν να σταθούν στα πόδια τους. Μένουν στην Κύπρο, και η ζωή συνεχίζεται λένε. Πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, πρόσφυγες της τουρκικής εισβολής, πρόσφυγες του ίδιου του εαυτού τους... Η μικρή Ελένη δεν ξέχασε ποτέ τα παιδικά της χρόνια, αλλά ιδιαίτερα τη μητέρα της Μαρία, η οποία δεν έπαψε ποτέ να λέει «στέγνωσαν τα δάκρυά μου»...

Υ.Σ: η μικρή Ελένη παντρεύτηκε, έκανε έξι παιδιά, κι εγώ με αγάπη αντικρύζω αυτή τη φωτογραφία η οποία λήφθηκε πριν το ξεριζωμό του 1922, στη Μερσίνα, στο σπίτι της κας Βιολάντας Ποταμίτου, κόρης της μικρής Ελένης. Όλα τα στοιχεία αποτελούν προσωπικό σύγγραμμα, ημερολογιακής μορφής, της κας Ποταμίτου, ενεργού μέλους του Συνδέσμου Μικρασιατών Κύπρου.

«Έχει, να ξέρεις, ο Θεός τάμα στις συμπληγάδες» γράφετε στο τραγούδι «Είδα το Αϊβαλί». Ο στίχος ηχεί σαν μια υπόσχεση, μια εγγύηση για το μέλλον του Ελληνισμού, παρά τις καταστροφές που βίωσε. Ποιος είναι ο χαρακτήρας που θέλατε να προσδώσετε στους στίχους σας; Πρόκειται για έργο ελεγειακό ή για στίχους κάθαρσης που προμηνύουν τη λύτρωση;

Υποσυνείδητα τη σκέψη μου κινούν οι στίχοι του ασύγκριτου ποιητή μας, Βασίλη Μιχαηλίδη, στο ποίημά του « η 9η Ιουλίου…», όπου αναφέρει λιτά κι απέριττα ότι «Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει!». Η βαθιά ριζωμένη ελληνική ψυχή τραντάζεται στους βράχους, μα λαβωμένη προχωρεί μέσα απ’ τις Συμπληγάδες.

Το επαναστατικό προμήνυμα διαχέεται στους στίχους μου γενικότερα, γι’ αυτό και ο συγκεκριμένος δίσκος ολοκληρώνεται, με τη δημιουργία ενός ντουέτου, που αναφέρει τις εξής αλληγορικές φράσεις:

Σήκω και γίνε αλχημιστής, αν θες να επιστρέψεις,

με αλχημείες μυστικές, το φόβο να πλανέψεις.

Σήκω και γίνε αλχημιστής στου φεγγαριού τη φέξη

με αλχημείες μυστικές, μία ζωή θα κλέψεις.

…σηκώθηκα κι έγινα αλχημιστής,

με αλχημείες μυστικές, ακολούθησα τη μοίρα μου.

Δεν θέλω να γράφω, απλά για να γράφω. Θέλω να γράφω ζώντας τη λυτρωτική ιεροτελεστία κάθε στιγμής έμπνευσης. Η ελεγειακή έκφανση της τέχνης έχει κι αυτή τον ρόλο της στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση, όμως η προσωπική απόδοση στίχων, συνδέεται με κάτι ανεξήγητο, κάτι που δεν κατάλαβα ακόμη, αφού πιστεύω ότι σχετίζεται με ενέργειες που μας περιβάλλουν. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε καλύτερα να μην γράφει κανείς. Έχω την άποψη ότι ο στίχος, η ποίηση, το θέατρο, η συγγραφή, αυτό που λέμε τέχνη γενικά, δεν είναι τίποτα άλλο από μια κυοφορία. Το έχεις, το σκέφτεσαι, το μεγαλώνεις, το τρέφεις, το γεννάς, το αγκαλιάζεις και λυτρώνεσαι γιατί είναι το «παιδί» σου. Στο έργο αυτό, αποτυπώνεται ο δικός μου μικρόκοσμος στα 9 τραγούδια, μέσα από στίχους που «παίρνουν σάρκα και οστά» και λυτρώνουν την ύπαρξή μου. Ευχαριστώ όλους τους καλλιτέχνες, που με βοήθησαν να νιώσω τι σημαίνει «κάθαρση ψυχής».