Το οικονομικό περιβάλλον «μυρίζει μπαρούτι»

Το κλείσιμο αγωγών φυσικού αερίου και η δήλωση της Φινλανδίας για ένταξη στο ΝΑΤΟ δυναμιτίζουν το κλίμα, την ώρα που οι συγκρούσεις στην Ουκρανία συνεχίζονται

Η συνεχιζόμενη ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το οικονομικό περιβάλλον. Το κλείσιμο αγωγών φυσικού αερίου και η δήλωση της Φινλανδίας για ένταξη στο ΝΑΤΟ δυναμιτίζουν το κλίμα, την ώρα που οι συγκρούσεις στην Ουκρανία συνεχίζονται. Οι αγορές καταγράφουν σημαντικές απώλειες, το ίδιο και τα κρυπτονομίσματα, με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου από την άλλη να συνεχίζουν την ανοδική πορεία.

Την ίδια στιγμή η επάρκεια των τροφίμων τίθεται σε αμφιβολία, με τα αποθέματα σιτηρών να βρίσκονται σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα, τις εξαγωγές από την Ουκρανία να μειώνονται συνεχώς εφόσον οι υποδομές έχουν πληγεί σημαντικά και τις τιμές των λιπασμάτων να βρίσκονται σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα. Προϊόντα όπως η σόγια και τα έλαια παρουσιάζουν σημαντικότατες ελλείψεις.

Ενδεχόμενη επισιτιστική κρίση αναμένεται να δημιουργήσει κοινωνικά προβλήματα και σημαντικές αντιδράσεις. Αρκετοί είναι αυτοί, πιο υποπτευόμενοι, που υπενθυμίζουν τις μεγάλες αγορές γεωργικής γης από άτομα που συγκαταλέγονται στην παγκόσμια ελίτ.

Οι καταναλωτές συνεχίζουν να βλέπουν την αγοραστική δύναμη των χρημάτων τους να μειώνεται σημαντικά, με τον πληθωρισμό να συνεχίζει την ανοδική πορεία. Αυτό οδηγεί σε αλλαγή των συνηθειών τους και προσπάθεια περιορισμού των αχρείαστων εξόδων.

Οι Κεντρικές Τράπεζες προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων σε μια προσπάθεια περιορισμού του πληθωρισμού, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να ανακοινώνει πλέον και επίσημα ότι εντός του χρόνου θα υπάρξουν αυξήσεις στα επιτόκια.

Υπενθυμίζεται ότι η ΕΚΤ ήταν πιο επιφυλακτική στις επιτοκιακές αυξήσεις εφόσον υπάρχουν ανησυχίες ότι θα περιοριστεί η δυναμική της ανάκαμψης. Πλέον είναι ξεκάθαρο ότι η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται, με την Ευρώπη να πληρώνει ενδεχομένως το μεγαλύτερο τίμημα για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος αφορά τη μεγάλη ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία και ο δεύτερος είναι η εγγύτητα στον χώρο όπου διεξάγονται οι συγκρούσεις. Επιπλέον οι κυρώσεις φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο τη Γηραιά Ήπειρο, με τις αντιδράσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης να πυκνώνουν.

Οι κυρώσεις

Το έκτο πακέτο κυρώσεων καθυστερεί να ολοκληρωθεί, ενώ συχνές είναι οι δηλώσεις που αναφέρονται στο γεγονός ότι δε μπορεί ο αρνητικός αντίκτυπος στις ευρωπαϊκές οικονομίες να είναι μεγαλύτερος από τη ζημιά που δημιουργείται στη Ρωσία.

Οι οικονομικές κυρώσεις και τα αντίμετρα από την πλευρά της Ρωσίας έχουν αρνητικό αντίκτυπο στην επενδυτική δραστηριότητα, εφόσον οι μεταφορές κεφαλαίων για νομικά και φυσικά πρόσωπα γίνονται με δυσκολία, ενώ υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα, και φυσικά στον τομέα της ενέργειας και την πορεία του πληθωρισμού.

Η Ρωσία είναι περισσότερο προετοιμασμένη για τον «οικονομικό αποκλεισμό», εφόσον μετά τις κυρώσεις, που επιβλήθηκαν λόγω Κριμαίας, έχει δημιουργηθεί μια ισχυρή εσωτερική οικονομία, αντικαθιστώντας εισαγόμενα προϊόντα με εγχώρια, ενώ ανέπτυξε και εγχώριο σύστημα διαδικτύου ώστε να ανεξαρτητοποιηθεί από διεθνείς εταιρείες. Την ίδια στιγμή ενίσχυσε τις σχέσεις με την Κίνα, η οποία αυτήν τη στιγμή αποτελεί τον κύριο χρηματοδότη του δημόσιου χρέους της.

Το ρούβλι φαίνεται να σταθεροποιείται έναντι του δολαρίου και να ενισχύεται έναντι του ευρώ, ενώ οι αυξημένες τιμές σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο ενίσχυσαν σημαντικά τα κρατικά έσοδα της χώρας.

Το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο δημιουργήθηκε με αφορμή την πανδημία (την προηγούμενη εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προχώρησε σε νέα έκδοση ομολόγου εννέα δισεκατομμυρίων ευρώ), δεν μπορεί να ανακόψει την επιβράδυνση των οικονομικών συνεπειών των συγκρούσεων στην Ουκρανία.

H Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει τη διάθεση να στηρίξει τις εθνικές οικονομίες, ενώ φαίνεται ότι θα συνεχιστεί η προσωρινή ελαστικότητα όσον αφορά τους στόχους του δημοσιονομικού πλαισίου, που αφορούν κυρίως το δημόσιο χρέος και τα ελλείμματα.

Έχουμε δει επιμέρους χώρες να ενισχύουν την επιδοματική τους πολιτική, με στοχευμένο τρόπο, για να περιορίσουν τις αρνητικές συνέπειες της ακρίβειας και να προχωρούν και με οριζόντια μέτρα όπως η μείωση των φόρων, για να γίνει δυνατή η απορρόφηση από τα κρατικά ταμεία μέρους των αυξήσεων. Φυσικά γίνεται αντιληπτό ότι τα μέτρα αυτά δεν αποτελούν τη λύση του προβλήματος, ενώ οι πόροι των δημόσιων οικονομικών δεν είναι ανεξάντλητοι, αν λάβει κάποιος υπόψη ότι υπήρξε η ανάγκη στήριξης των παραγωγικών μονάδων των οικονομιών κατά την περίοδο της πανδημίας.

Πέρα από τις απώλειες σε μετοχές, σημαντική είναι και η πτώση στις αγορές κρυπτονομισμάτων, με τα σημάδια των αγορών να είναι αρνητικά. Πολλά από αυτά τα νομίσματα έχουν χάσει, στην τεχνική ανάλυση, τα σημεία στήριξής τους, ενώ αρνητικό φαινόμενο είναι η αυξημένη μεταφορά ψηφιακών νομισμάτων από τα «προσωπικά πορτοφόλια» σε ανταλλακτήρια, που ενισχύει τις ρευστοποιήσεις.

Πολλοί είναι αυτοί που τονίζουν ότι αναμενόταν διόρθωση στις συγκεκριμένες αγορές εφόσον είναι υψηλού ρίσκου και με την αύξηση των επιτοκίων γίνονταν λιγότερο ελκυστικές / ανταγωνιστικές, όμως το μεγάλο μέγεθος των απωλειών σε σύντομο χρονικό διάστημα καταδεικνύει τη μεγάλη αβεβαιότητα και τον φόβο που επικρατεί στην παγκόσμια οικονομία.

Η αύξηση των επιτοκίων θα ενισχύσει τις αποδόσεις των ομολόγων, οι οποίες για πολλά χρόνια βρίσκονταν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, κάτι που θα ενισχύσει το ενδιαφέρον των επενδυτών από τη μια, αλλά από την άλλη θα αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησής τους από τους εκδότες.

Φυσικά μέσα από κάθε κρίση δημιουργούνται και ευκαιρίες. Έχουμε δει να προωθούνται κίνητρα για εγκατάσταση εταιρειών στην Κύπρο και υπάρχουν περιπτώσεις ουκρανικών αλλά και ρωσικών εταιρειών, οι οποίες δραστηριοποιούνται αποκλειστικά ή σε πολύ μεγάλο βαθμό σε διεθνές επίπεδο, κυρίως στον τομέα της τεχνολογίας, που μεταφέρουν τη βάση τους στην Κύπρο (headquartering) ή σημαντικό μέρος των δραστηριοτήτων τους.

Επισημαίνεται ότι με την τεχνολογική εξέλιξη και την ενοποίηση των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών η αλλαγή της έδρας ενός ομίλου γίνεται ευκολότερη, κυρίως για επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών. Γίνεται αντιληπτό ότι η πιο πάνω εξέλιξη έχει πολλαπλασιαστικά οφέλη για την Κύπρο σε πολλούς τομείς, ενώ ενισχύεται και η λεγόμενη πραγματική οικονομία.

Γι’ ακόμη μια φορά η κυπριακή οικονομία καλείται να λειτουργήσει σε ένα δύσκολο οικονομικό και πολιτικό διεθνές περιβάλλον. Ως εξωγενής, επηρεάζεται από αρνητικές εξελίξεις και το ζητούμενο είναι κατά πόσον έχει δημιουργήσει τις ανάλογες αντοχές τα τελευταία χρόνια. Διαφαίνεται ότι η χώρα μας ενδεχομένως να επηρεάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό από άλλες ευρωπαϊκές χώρες από τις κυρώσεις που επιβάλλονται, κάτι που θα πρέπει να αναδειχτεί στην περίπτωση που συνεχιστεί η επιβολή ακόμη σκληρότερων κυρώσεων. Είναι τέλος σημαντικό να αξιολογούνται συνεχώς οι εξελίξεις, ώστε να λαμβάνονται από την Πολιτεία οι ανάλογες αποφάσεις για μείωση των συνεπειών της κρίσης.